Ογδόντα χρόνια λιμοί, λοιμοί, σεισμοί, πυρ και μάχαιρα. Η γενιά μου, η γενιά των παππούδων σήμερα, το έφερε οι καιρός και οι συνθήκες να περάσει διά πυρός και σιδήρου για να φτάσει σήμερα, άλλη μια φορά, να βλέπει τον Χάρο με τα μάτια της.

Η πιο παλιά εμπειρία της ζωής μου ήταν, όταν ο αδελφός της μάνας μου γύρισε προδοτικά ηττημένος και έξαλλος με τα πόδια από την Αλβανία. Πέρασε για να πάει στην κωμόπολή του τη γενέθλια από το σπίτι μας, στη πρωτεύουσα του νομού. Και η ανάμνηση εκείνη της εποχής είναι πως, παιδάκι, με φόρτωσε ψείρες που κουβαλούσε από την ταλαιπωρία μιας οδοιπορίας, που, όταν μας συνάντησε, οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει την πόλη. Σε έναν χρόνο ήρθε ο χειμώνας του 1941 και η πείνα. Τα κάρα γεμάτα νεκρούς περνούσαν στον δρόμο εμπρός από το σπίτι μας που βρισκόταν στη διαδρομή προς το νεκροταφείο και συχνά, ξυπνώντας το πρωί, στο πεζοδρόμιο ή και στα σκαλιά της ισόγειας κατοικίας μας βρίσκαμε έναν πεθαμένο από την πείνα.

Υστερα, για να βάλουμε λίγο λαδάκι στο στομάχι μας, μετακομίσαμε στην κωμόπολη της γιαγιάς και των αδελφών της μητέρας μου. Εκεί τα περιβόλια, οι κήποι και τα χωράφια μας εξασφάλιζαν τον επιούσιο, ώσπου, για να αντιμετωπιστούν οι πρώτες αντιστασιακές δράσεις, κατέπλευσε στην παραλία της κωμόπολης γερμανικό θωρηκτό και σκόρπισε οβίδες που κατέστρεψαν σπίτια και υποχρέωσαν τους κατοίκους ν΄ανέβουν στα βουνά και να καταφύγουν στις στάνες και τα χειμαδιά.

Η οικογένειά μας, γέροι, γονείς, παιδιά, περάσαμε την κρίση σε μια σπηλιά. Μαγειρεύαμε στο τσουκάλι και κοιμόμασταν στρωματσάδα είκοσι άτομα, ενώ η σπηλιά έσταζε και τα στρωσίδια ρουφούσαν υγρασία. Υστερα, σε λίγο χρόνο μετά, στην κωμόπολη που είχε Γυμνάσιο και υπηρετούσε ο πατέρας μου, κάποιο πρωί εμφανίστηκε, ερχόμενο από τα Καμένα Βούρλα, κομβόι ιταλικού αγήματος που μπούκαρε στο Γυμνάσιο και, πληροφορημένο από προδοτική καρφωτή, βρήκε όπλα στο υπόγειο, εκτέλεσε τρεις καθηγητές και πέντε μαθητές και έφυγε. Τυχερός ο πατέρας μου, είχε μάθημα αργότερα και δεν είχε την τύχη των συναδέλφων του, αλλά τους κήδεψε σε πάνδημη κηδεία.

Δεν έχουν, όμως, ποτέ τελειωμό «τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», όπως γράφει και ο Παπαδιαμάντης. Ξεκίνησε μετά την Απελευθέρωση ο Εμφύλιος. Συγγενείς, γειτόνοι, βρέθηκαν σε αντίθετα ιδεολογικά στρατόπεδα, γέμισε η μικρή μου πατρίδα καταδότες, προδότες, δειλούς και γενναίους. Στον ίδιο δρόμο που μαζεύαμε πριν από πέντε χρόνια πεινασμένους νεκρούς, τώρα περνούσαν καμιόνια με καταδικασμένους από τα έκτακτα στρατοδικεία.

Από το σπίτι που μας χώριζε ένας χαμηλός τοίχος εκτελέστηκαν την ίδια μέρα πατέρας, γιος και γαμπρός. Στις παρυφές της πόλης και πάνω σε μάντρες και κάγκελα αυλών καρφώνονταν κεφάλια εκτελεσμένων αντιπάλων. Εκεί, στις αλάνες που παίζαμε κλωτσοσκούφι.

Και ύστερα έφυγαν πατεράδες, θείοι, κουμπάροι, δάσκαλοι και δασκάλες για τα ξερονήσια της εξορίας. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά τις 9 το βράδυ και τα ουρλιαχτά των βασανιζόμενων στα υπόγεια της ασφάλειας.

Ηταν η εποχή που παιδιά με αδενίτιδα, κίτρινα και ρακένδυτα, πίναμε υποχρεωτικά στο σχολείο, πριν από την προσευχή, γάλα σκόνη με κακάο και ένα σταφιδόψωμο και, συνάμα, ένα κουτάλι μουρουνόλαδο. Και ο παπάς με τον χωροφύλακα έλεγχαν την υποχρεωτική μας κάθε Κυριακή προσέλευση στο κατηχητικό σχολείο. Υστερα ήρθε η πολιτική κρίση που ονομάστηκε Αποστασία, μια ρήξη μέσα στην ίδια πολιτική παράταξη. Διαδηλώσεις, πορείες, συγκεντρώσεις, συλλήψεις και θάνατοι διαδηλωτών και εκτελέσεις ως προάγγελος βουλευτών.

Και να λείπει ο Θουκυδίδης και να λείπει ο Περικλής ή ο Βενιζέλος.

Και δεν άργησε να φτάσει η δικτατορία, οι συλλήψεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι σπιούνοι (συχνά θυρωροί), οι συνεργάτες των τυράννων πνευματικοί άνθρωποι (βάλτε εισαγωγικά).

Στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στη Χούντα οργίασε η λογοκρισία. Ακόμα και μια αναφορά στο παρελθόν του τόπου να είχε να κάνει με την ελεύθερη έκφραση ήταν ύποπτο.

Και οι παλιοί μας μιλούσαν για τη μεγάλη επιδημία της ελονοσίας, της ασιατικής γρίπης, της δύσκολης δεκτικότητας του καχύποπτου πολίτη να συμβιώσει με την αστική, υψηλού επιπέδου κατάσταση των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής.

Εξάλλου, ήταν μαύρες οι αναμνήσεις από την επιδημία της ελονοσίας και, βέβαια, τα γκέτο (ανάμεσά τους η Σπιναλόγκα) των λεπρών.

Και, όπως τώρα, αναζητούμε φάρμακο για τον ιό, έτσι και τότε πουλήθηκαν και τιμαλφή για να εξασφαλιστεί κινίνο ή σουλφαμίδες. Χωρίς αυτά και χωρίς, αργότερα, την πενικιλίνη, υπήρχαν σπίτια πολλά με ανάπηρους, φυματικούς, κιτρινιάρηδες και συφιλιδικούς.

Η παράλληλη ιστορία που δεν είχε ούτε τον Θουκυδίδη, ούτε την Αννα Κομνηνή, ούτε τον Παπαρρηγόπουλο, ούτε τον Αμαντο, ούτε τον Σβορώνο.

Γράψτε το σχόλιο σας