Σε άρθρο μου που είχε δημοσιευτεί στη στήλη των Απόψεων του in.gr στις 31 Ιουλίου 2019, υπό τον τίτλο «Περί δικαιοσύνης και εγωκεντρισμού», περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες απόψεις του αειμνήστου Κωνσταντίνου Τσάτσου:

Δεν παραδέχεται [ο Έλληνας] άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. Σπάνια οι Έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής, ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή το δόλο. A! Τόσο τη χαίρεται ο Έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη.

Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν απάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής των περίπτωσης, ακόμα και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. Ο Έλληνας ζητεί από το νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Αν τύχη και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις, όπως η δική του, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτή. […] Δε δέχεται να θυσιάση τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σ’ ένα νόμο σκόπιμο, και δίκαιο στη γενικότητά του.

Όπως αντιλαμβάνεστε, το πρόβλημα των σχέσεων του Έλληνα με τους νόμους είναι δομικό και ουχί συγκυριακό, είναι πρόβλημα κουλτούρας και ψυχοσύνθεσης, αχαλίνωτου ατομικισμού και συμφεροντολογικής αντίληψης των πραγμάτων.

Η ελαστική νομοθεσία, η ελαστική εφαρμογή του νόμου, η ελαστική συνείδηση και η ελαστική ηθική έχουν φυσικά την εξήγησή τους. Η σύγχρονη Ελλάδα καμώνεται ότι ανήκει στην οικογένεια των εξελιγμένων χωρών της Δύσης, διεκδικεί τον τίτλο της δημοκρατικής και προοδευτικής κοινωνίας, στην πραγματικότητα όμως παλεύει ακόμη με το παρελθόν της, αγωνίζεται να απαλλαγεί από δουλείες και ιδεολογικές αγκυλώσεις, πασχίζει να αποτινάξει το ζυγό του κοτζαμπασισμού, του ραγιαδισμού και του βαλκανικού επαρχιωτισμού.

Ασφαλώς, ευθύνη για την αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς στο ζήτημα του σεβασμού και της τήρησης των νόμων φέρουν σε προσωπικό επίπεδο όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, προπάντων όμως οι εκάστοτε κυβερνώντες, οι οποίοι οφείλουν, όπως έχω ξαναγράψει, να διαμορφώνουν πολιτικά πρότυπα και πολιτισμικά υποδείγματα μέσα από τον τρόπο με τον οποίον ασκούν την εξουσία.

Επί του προκειμένου, δύο μόνο επισημάνσεις:

Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στο να μην υπάρχει ένας νόμος και στο να μην εφαρμόζεται (Αριστοτέλους Ρητορική).

Νόμος και νέμεσις (δίκαιη αγανάκτηση, δικαιολογημένη οργή, θεία δίκη), λέξεις της ελληνικής γλώσσας με ιδιαίτερο βάρος, ίδιες κι απαράλλακτες στο διάβα των αιώνων, έχουν την ίδια ετυμολογική αφετηρία (το ρήμα νέμω).

Γράψτε το σχόλιο σας