Δεν χρειάζονταν όσα διαδραματίζονται τις τελευταίες εβδομάδες για να αντιληφθεί κανείς ότι η κατάσταση που διαμορφώθηκε στα χρόνια της κρίσης αλλάζει. Για την Αθήνα, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το Βερολίνο στο Παρίσι. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε το τουρκολιβυκό μνημόνιο που ήδη προκαλεί αναταράξεις στα νερά της Ανατολικής Μεσογείου, δύο συναντήσεις θα αρκούσαν να εκπέψουν την εικόνα της αλλαγής: τα ενσταντανέ της Μέρκελ με τον Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη κι εκείνα που ακολουθούν, με τον Μητσοτάκη και τον Μακρόν στο Παρίσι, θα μπορούσαν να είναι οι πρώτες φωτογραφίες σε ένα νέο ευρωπαϊκό λεύκωμα – που συνδέεται και με τα ελληνοτουρκικά.

Στην εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης η καγκελάριος ήταν το κεντρικό πρόσωπο – με το οποίο η Αθήνα, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων και πρωθυπουργών, επιδίωκε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας. Οσο κανέναν άλλο στο ευρωπαϊκό στερέωμα, τη Μέρκελ ήθελε σύμμαχο και προσπαθούσε να εξευμενίζει. Η παρέα της τρόικας, ακόμη κι όταν μεταβαπτίστηκε σε «θεσμούς», δεν έλεγε λέξη πριν μιλήσει το Βερολίνο. Οι επισκέψεις στην καγκελαρία θα μπορούσαν να δώσουν χώρο στον ένοικο του Μαξίμου ή να προσδιορίσουν και μια ημερομηνία λήξης. Με την πρώτη πρωθυπουργική έξοδο, τον περασμένο Αύγουστο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε φροντίσει να καταγραφεί η μεταβολή. Στο Ελιζέ βρέθηκε πριν φτάσει στο Βερολίνο. Η προσεχής συνάντηση με τον Μακρόν προφανώς θα αποκαλύψει περισσότερα.

Ο μπρούντζινος καθρέφτης που ενθουσίασε τη Μέρκελ στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να ήταν το μικρό δώρο του Ερντογάν για τον ελληνικό αποκλεισμό από τη διάσκεψη του Βερολίνου για το λιβυκό ζήτημα. Οι σουλτάνοι φημίζονταν πάντοτε για τη γαλαντομία τους προς τους υψηλούς επισκέπτες – συνεπώς η καγκελάριος βρέθηκε χθες στην Τουρκία για κάτι μεγαλύτερο. Μεγαλύτερο και από το νέο γερμανοτουρκικό πανεπιστήμιο που οι δυο τους εγκαινίασαν μέσα σε ένα σκηνικό οθωμανικής μεγαλοπρέπειας. Το Προσφυγικό είναι μεγάλο «πακέτο» για το Βερολίνο και την Ευρώπη – και το διαχειρίζεται σχεδόν αποκλειστικά η Τουρκία. Αλλά μια γερμανοτουρκική ώσμωση περνά και μέσα από τη βαριά βιομηχανία κι, ακόμη περισσότερο, τη στρατιωτική βιομηχανία. Από δεκαετίας η Αγκυρα επενδύει σε μια εξοπλιστική αυτάρκεια με γερμανική τεχνογνωσία. Από αυτό το πεδίο, που επίσης ενισχύει τις διεθνείς συναναστροφές των Τούρκων, οι Γάλλοι απουσιάζουν παντελώς. Το ζητούμενο για την Αθήνα – και το Παρίσι – είναι τι εξασφάλισε ο Ερντογάν την ώρα που το λακαρισμένο κουτί με τον καθρέφτη έφτασε στα χέρια της Μέρκελ.

Η σχέση εμπιστοσύνης, έστω και προβληματικής, της Γερμανίας με την Τουρκία έχει βαθιές ρίζες. Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα η συμμαχία έβρισκε συνεχώς ευκαιρίες επιβεβαίωσης. Και μεταπολεμικά, πέραν των μεγάλων οικονομικών συμφωνίων που δημιουργούν αλληλεξάρτηση, η ογκώδης τουρκική παροικία επί γερμανικού εδάφους έχει παίξει καταλυτικό ρόλο για την ενδυνάμωσή της.

Το ηττημένο Βερολίνο δεν είχε θέση στο γεωπολιτικό παιχνίδι, ούτε ιδιαίτερα συμφέροντα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντικατέστησε το έλλειμμα με μια σταδιακή οικονομική εισβολή, η οποία την έφερε και στο ευρωπαϊκό τιμόνι, την ώρα της νομισματικής ένωσης. Το Παρίσι είχε αρκεστεί σε έναν δεύτερο ρόλο στον γαλλογερμανικό άξονα – που είχε απέναντι και το Λονδίνο.

Ολα αυτά προφανώς αλλάζουν μαζί με το Brexit – και ο Μακρόν μπορεί να επαναφέρει το δόγμα Ντε Γκολ, της στρατιωτικά αυτοδύναμης Ευρώπης που θα εξυπηρετεί και τα γαλλικά γεωπολιτικά συμφέροντα, που συνδέονται σήμερα και με τα ενεργειακά. Το λιβυκό ζήτημα, λοιπόν, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο τεστ αντοχών και σχεδιασμών που ξεπερνά τα όρια του Αιγαίου.

Mε το ζήτημα της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων ανοικτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει καλά ότι η Μέρκελ εξακολουθεί να έχει ειδικό ρόλο. Η δική του διαβεβαίωση, ωστόσο, ότι το «λάθος» της μη πρόσκλησης της Ελλάδας στη Διάσκεψη του Βερολίνου «δεν θα επηρεάσει σημαντικά» τις ελληνογερμανικές σχέσεις δείχνει τη στροφή – και την απόσταση που μεγαλώνει. Οι νέες ισορροπίες είναι δεδομένες.

Γράψτε το σχόλιο σας