«…Την εποχή που χτίζαμε το εξοχικό μας στην πατρίδα του ανδρός μου, τη Σουβάλα, με επισκέφθηκε στον ύπνο μου η Αγία Παρασκευή. Κουβεντιάσαμε σαν παλιές φιλενάδες… Στο τέλος δεν κρατήθηκα – «λύσε μου», της λέω, «μια απορία. Εσύ, μεγάλη η χάρη σου, προστατεύεις τα μάτια. Εμείς στην οικογένειά μας έχουμε όλοι αετίσια όραση. Γιατί μου ‘ρθες λοιπόν;». «Δεν κατάλαβες…» μου απαντάει. «Το εξοχικό σας θα ‘ναι το μάτι του Θεού σε ολόκληρο το νησί! Ο,τι συμβαίνει, ευσεβές ή κολασμένο, θα το βλέπει. Κι εσύ, Ιουλία μου, η ενάρετη γυναίκα, θα το αναφέρεις χαρτί και καλαμάρι στον ηγούμενο της δικής μας μονής. Των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών!». Ακούς; Ακούω να λες!» κατέληξε κι έκανε τον σταυρό της τρεις φορές με την ελπίδα ότι θα τη μιμούμασταν.

Πιο ευτράπελο κι από το κήρυγμα της κυρίας Ιουλίας, της διά Χριστόν κουτσομπόλας πάσης Αιγίνης – ίσως και Αγκιστρίου -, ήταν το ακροατήριο που είχε διαλέξει. Καμιά εικοσαριά φορολογούμενοι πολίτες, μεταξύ τους κι εγώ, που ξεροσταλιάζαμε δευτεριάτικα έξω από το Τμήμα Κεφαλαίου της οικείας ΔΟΥ. Από τις μπουχτισμένες φάτσες γινόταν ολοφάνερο ότι ουδείς μας είχε, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, θρησκευτικές ανησυχίες.

Ορθιοι ή καθισμένοι οι γεροντότεροι σε κάτι ετοιμόρροπες καρέκλες, αδημονούσαμε να εξυπηρετηθούμε για να επιστρέψουμε – με μαδημένα έστω πορτοφόλια – στις δουλειές μας. Αγρόν ηγόραζε η κυρία Ιουλία.

Φραγγέλιο έκανε τη γλώσσα της κι άρχισε να μας μαστιγώνει για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας που προκαλούν θεϊκή οργή και σκληρή τιμωρία. «Το Τσερνόμπιλ τι θαρρείτε πως ήταν; Τα Μνημόνια; Εχουμε, αδελφοί, προσκυνήσει τον 666! Ξέρετε από πότε; Από το καταραμένο έτος 1923! Οταν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι παρέδωσαν την πατρίδα μας στον Πάπα! Οταν υιοθέτησαν το λεγόμενο Νέο Ημερολόγιο!». Σταυροκοπήθηκε ξανά και έφτυσε τον Σατανά, το μωσαϊκό τουτέστιν της αίθουσας αναμονής που μύριζε φτηνή χλωρίνη.

Κάπως μας είχε στην αρχή τραβήξει το ενδιαφέρον με την ταχυγλωσσία της. Εδώ και ώρα ωστόσο την είχαμε, οι περισσότεροι, εντελώς βαρεθεί. Κάποιοι έπαιζαν με το κινητό τους. Η διπλανή μου είχε βγάλει το πλεκτό της. Εγώ είχα βυθιστεί στο βιβλίο μου. Ενας σαραντάρης εντούτοις φαλακρομαλλιάς αποδείχθηκε διαφορετικής πάστας. Στο πέμπτο άκουσμα των «Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών», τινάχτηκε έξαλλος και της χύμηξε, μόνο από τον λαιμό που δεν τη γράπωσε. «Το ξέρεις, κυρά μου, ότι ο προσηλυτισμός αποτελεί ποινικό αδίκημα; Εξαφανίσου πριν φωνάξω την Αστυνομία!». Το μένος του ήταν εντελώς ασύμμετρο με την ενόχληση.

Η γυναικούλα το έβαλε στα πόδια. Εκείνος γύρισε θριαμβευτής στη θέση του και εισέπραξε συγχαρητήρια για το ανδραγάθημά του. Κανείς, ούτε εγώ, δεν τόλμησε να υπερασπιστεί την κυρία Ιουλία που θα ‘χε ήδη πιλαλήσει, κατουρημένη από τον φόβο της, μέχρι την Πατησίων.

Δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τους παλαιοημερολογίτες. Και τα επίσημα ακόμα δόγματα – πόσω δε μάλλον οι αποκλίσεις τους – με αφήνουν συνήθως αδιάφορο. Μου προξενούν, οσάκις εκδηλώνονται θορυβωδώς, δυσφορία. Το ίδιο ισχύει και για τις νεοπαγείς αιρέσεις που αυτοαποκαλούνται «συλλογικότητες».

Θες να μην τρως κρέας ούτε καν θαλασσινά παρά μονάχα ρίζες και καρπούς; Γούστο σου! Λαχταράς να δηλώνεις – κόντρα στην ανατομία σου – άντρας ή γυναίκα; Το σέβομαι απολύτως. Θα αγωνιστώ μαζί σου ώσπου να αρθούν όλες οι διακρίσεις. Μέχρι να διαλυθεί και η ύστατη προκατάληψη που εκκινεί από τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία ή όποια άλλη έμφυτη και επίκτητη ιδιότητα. Κι ας δυσπιστώ απέναντι στην αποθέωση, στη λατρεία τής «διαφορετικότητας» που χαρακτηρίζει τους καιρούς μας. Ολοι οι άνθρωποι – και οι πλέον εκ πρώτης όψεως συμβατικοί – είμαστε ανέκαθεν διαφορετικοί μεταξύ μας. Ολοι αποτελούμε εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν υπάρχει.

Συναισθάνομαι ασφαλώς την ανάγκη σου – ύστερα από αιώνες φρικτής καταπίεσης – να βγεις στο φως, να ανοίξεις τα φτερά σου, να θριαμβολογήσεις που η νέα πρωθυπουργός της Φινλανδίας είναι παιδί ομόφυλου ζευγαριού.

Που ένα οκτάχρονο στην Ισπανία δηλώνει διεμφυλικό και γίνεται πρώτη είδηση. Μα όπως εσύ έχεις ιερό δικαίωμα να ξεδιπλώνεις τις πολύχρωμες σημαίες σου, να στήνεις γιορτή περηφάνιας στο Σύνταγμα, έτσι μπορεί και η παλαιοημερολογίτισσα κυρία Ιουλία να προσκυνάει την κάρα του αγίου τάδε. Να συλλέγει σε μαντιλάκια το «θαυματουργό μύρο που αναβρύζει από το σκήνωμα» της αγίας δείνα. Συμπάθα τη. Μην τη χλευάζεις. Μη γίνεσαι ρατσιστής από την ανάποδη.

Ελάχιστοι πορεύονται στη ζωή χωρίς δεκανίκια, που άλλοτε τα ονομάζουν πίστη, άλλοτε ιδεολογία, άλλοτε πλούτο, παιδεία και εκλεπτυσμένη αισθητική. Ελάχιστοι – ευλογημένοι από τον έρωτα – δεν ανήκουν παρά στη στιγμή, στην έμπνευση και στην επιθυμία τους. Δεν μπαίνουν στον κόπο τίποτα να αποδείξουν σε φίλους κι εχθρούς. Κι εκείνοι οι ελάχιστοι είναι που δείχνουν γνήσια κατανόηση, ειλικρινή σεβασμό προς τους εφέστιους θεούς, προς τις παρηγοριές των άλλων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr