Πριν ακόμη υποδεχτεί τους πρώτους της επισκέπτες έχει καταφέρει να διχάσει: είναι η έκθεση-αφιέρωμα στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι που ανοίγει για το κοινό σήμερα Πέμπτη στο  μουσείο του Λούβρου η σπουδαιότερη που έχει γίνει τα τελευταία πενήντα χρόνια για τον δημιουργό του διασημότερου έργου στην παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης – τη Μόνα Λίζα – με αφορμή τα 500 χρόνια από τον θάνατό του (2 Μαΐου 1519) ή είναι μια χαμένη ευκαιρία;

Η διπλωματική κόντρα ανάμεσα στη Γαλλία και την Ιταλία για τον δανεισμό έργων που χαρακτηρίστηκε ως το χειρότερο αδιέξοδο με το οποίο έχουν έρθει αντιμέτωπες οι δύο χώρες από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η άρνηση του Λούβρου να μετατρέψει σε επίκεντρο της έκθεσης την αίθουσα όπου εκτίθεται η Μόνα Λίζα και το γεγονός ότι ο αριθμός των πινάκων είναι μικρότερος από εκείνον της έκθεσης που έσπασε ταμεία το 2011 στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου είναι τα επιχειρήματα όσων υιοθετούν τη δεύτερη άποψη.

Οι υποστηρικτές όμως της διοργάνωσης που χρειάστηκε προετοιμασία δέκα ετών υποστηρίζουν ότι πρόκειται πράγματι για μια σπουδαία έκθεση, καθώς αποκαλύπτει την πραγματική ταυτότητα του Λεονάρντο ως επιστήμονα, εφευρέτη, μηχανικού και εν τέλει ενός δίχως όρια περίεργου παρατηρητή της ζωής και αποδεικνύει για ποιον λόγο δεν θα πάψουμε ποτέ να εξερευνούμε την ιδιοφυΐα του ανθρώπου που ονειρεύτηκε την εποχή μας πέντε αιώνες νωρίτερα. Το μυστικό της δεν είναι άλλο από τον τρόπο που έχει στηθεί: προοδευτικά μέσα από τέσσερις ενότητες αναδεικνύεται η εξέλιξη του μεγάλου δασκάλου.

 

Τι θα μάθει

Τι μπορεί να μάθει λοιπόν ο επισκέπτης της έκθεσης με τα περισσότερα αντικείμενα που έχουν συγκεντρωθεί ποτέ – σχέδια, κείμενα και εννέα από τους 15 σωζόμενους πίνακές του – σχετικά με τον εκ των κορυφαίων της Αναγέννησης και σε μία από τις πλέον πολυδάπανες που έχουν γίνει ως τώρα; «Το γεγονός ότι είχε την ικανότητα να απεικονίζει τα πράγματα όχι μόνο εξωτερικά, αλλά να δείχνει πώς ήταν και στο εσωτερικό τους: την κίνηση και τη δόνηση της ζωής, τα εσωτερικά συναισθήματα» λέει ο Λουί Φρανκ, εκ των επιμελητών της έκθεσης, ο οποίος επισημαίνει ότι ο Λεονάρντο δούλευε με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς τα ζωγραφικά του έργα και ότι μπορεί να χρειαζόταν ακόμη και μια ολόκληρη δεκαετία για να τα ολοκληρώσει. Και ο επίσης επιμελητής Βινσέν Ντελεβέν προσθέτει ότι ακολουθώντας τη διαδρομή ανάμεσα στα έργα οι επισκέπτες θα καταλάβουν «πώς ο Λεονάρντο διαπίστωσε ότι το μυστικό για τη δημιουργία τέλειων έργων ζωγραφικής που απέδωσαν γυμνή την ανθρώπινη φύση ήταν η σύλληψη του φωτός, της σκιάς και της κίνησης».

Η γοητεία του έργου του Λεονάρντο ντα Βίντσι ωστόσο δεν κρύβεται μόνο σε έργα όπως «Η Παναγία των Βράχων», «Η προσωπογραφία της Ισαβέλλας ντ’ Εστε» ή «Η Παρθένος, ο μικρός Ιησούς και η Αγία Αννα», αλλά και σε λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό, αλλά σπουδαίας σημασίας, όπως ένα μεσαίου μεγέθους σημειωματάριο που παρουσιάζεται ανοικτό: στη μία του σελίδα απεικονίζεται με λεπτομέρειες το σχέδιο ενός ελικοπτέρου που λειτουργεί σαν μια γιγαντιαία βίδα η οποία διαπερνά τον αέρα σαν τρυπάνι. Aπό πάνω ένα εκ πρώτης όψεως ιπτάμενο πιατάκι δεν είναι παρά το σχέδιο ενός θωρακισμένου οχήματος. Και οι μικρές προσωπικές ανακαλύψεις του καθενός στα έργα, τα σχέδια και τα χειρόγραφα του Ντα Βίντσι αναμένεται να είναι αναρίθμητες.

 

Πρόβλημα με τον κόσμο

Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το πρώτο σε προσέλευση κοινού μουσείο παγκοσμίως είναι η διαχείριση των επισκεπτών. Μόνο μπροστά από τη Μόνα Λίζα περνούν καθημερινά 30.000 άτομα ημερησίως και η περιοδική έκθεση για τον Λεονάρντο έχει δυνατότητα να υποδέχεται έως 7.000 άτομα την ημέρα. Θέλοντας να μην επιβαρύνουν επιπλέον τους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους οι υπεύθυνοι του μουσείου επέλεξαν για πρώτη φορά να προσφέρουν την εμπειρία της εικονικής πραγματικότητας του διάσημου πίνακα στους επισκέπτες της έκθεσης, ενώ για να αντιμετωπιστεί η αθρόα προσέλευση η είσοδος θα επιτρέπεται μόνο με προκρατημένα εισιτήρια. Ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είχαν ήδη προπωληθεί 200.000 εισιτήρια.