Η Μάχη της Στενωπού της Κλεισούρας ή ο Αγώνας της Στενωπού της Κλεισούρας, διαδραματίστηκε από το βράδυ της 13ης Απριλίου 1941 και συνεχίστηκε μέχρι το μεσημέρι της 14ης Απριλίου στο στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τα βουνά Βέρνο και Άσκιο, γνωστό και ως πέρασμα της Κλεισούρας Καστοριάς.

Ανάμεσα στους δεκάδες νεκρούς ήταν και Φώτης Τρίχος, η σωρός του οποίου έμενε αταυτοποίητη για πάρα πολλά χρόνια. Την αδικία αυτή αποκατέστησε η οικογένειά του, η οποία το 2017 ξεκίνησε την αναζήτηση του σημείου ταφής του πεσόντα ήρωα, για να δικαιωθεί δύο χρόνια μετά.

Ο νεκρός  ήρωας ήταν ανάμεσα στις μη ταυτοποιημένους σωρούς που ήταν θαμμένοι στο Ηρώο του Λεχόβου στην είσοδο από το Αμύνταιο. Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αμυνταίου και την συνδρομή της Κοινότητας έχει αναγραφεί το όνομα του στο μνημείο.

Η συγκλονιστική προσπάθεια εύρεσης των ιχνών του διήρκεσε δύο χρόνια και χρειάστηκε επιμονή, θέληση και η συνδρομή του ΓΕΣ. Ωστόσο τα αποτελέσματα δικαίωσαν όσους ενεπλάκησαν στην έρευνα.

Ποιος ήταν ο Φώτης Τρίχος

Ο Φώτης Τρίχος / Πηγή εικόνας: radio-lehovo.gr

«Ο Φώτης Τρίχος γεννήθηκε στο Σκουτάρο Λέσβου το 1917. Ήταν το πέμπτο παιδί του Σάββα και της Ασπασίας σε μια πολυμελή οικογένεια με πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια. Στις 4 Ιουλίου 1937 παρουσιάστηκε στον στρατό και στις 18 Δεκεμβρίου του 1938 κατατάχθηκε στο 22ο ΣΠ. Στις αρχές Αυγούστου μεταφέρεται στην Κομοτηνή και μετατίθεται στο 29ο ΣΠ. Στις 28 Σεπτεμβρίου τοποθετείται στο 30ο φυλάκιο Ορμένιου του 3ου Τάγματος του Σ.Τ. Έβρου και γίνεται σαλπιγκτής» γράφει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στο radio-lehovo.gr η ανιψιά του, Κατερίνα Βαρβαγιάννη και συμπληρώνει:

«Από την προσωπική του αλληλογραφία γνωρίζουμε ότι από τις 19 Ιανουαρίου 1940 μετατέθηκε στα Δίκαια. Το 3ο τάγμα συνοριακού τομέα Έβρου αποτελούνταν από τη διλοχία Άρδα (Κυπρίνου ) με τους λόχους : α) Πεντάλοφου και β) Δικαίου. Το Φεβρουάριο του 1941 ο ΣΤ Έβρου μετονομάζεται σε 80ο ΣΠ και παραμένει στην ίδια περιοχή με την ίδια διάταξη. Στις 18 Φεβρουαρίου ο Φώτης μετατίθεται στο 80ο σύνταγμα πεζικού. Η διλοχία Άρδα στο τέλος Φεβρουαρίου εισάγεται στο 87ο ΣΠ και επανεισάγεται στο 80ο ΣΠ στις 5 Μαρτίου 1941».

Αγωνιώδης αναζήτηση ενός ήρωα από τους συγγενείς του

 

«Δεν ήταν μόνο η θλίψη της απώλειας αλλά και το μόνιμο παράπονο των γονιών και αδελφών του ότι δεν υπήρχε ένα μνήμα για να πάνε να τον κλάψουν. Κάποια στιγμή, μας ζήτησε να του υποσχεθούμε ότι θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να βρούμε πού ακριβώς σκοτώθηκε ο Φώτης και να του ανάψουμε ένα κερί. Με μία αόριστη υπόσχεση τον καθησυχάσαμε. Δύο χρόνια αργότερα ο παππούς  έφυγε παίρνοντας μαζί του τις πολύτιμες μνήμες του. Το 2017 αντίκρισα τυχαία μία φωτογραφία του Φώτη με την στρατιωτική στολή του» γ.

«Τότε είδα για πρώτη φορά τον πολυαναφερόμενο θείο με τα μάτια του αδελφού του. Δύο μέρες μετά η μητέρα μου (Ευστρατία Βαρβαγιάννη το γένος Τρίχου) έκανε αίτημα στην Στρατολογική Υπηρεσία Βορείου Αιγαίου. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της αναζήτησης του θείου Φώτη. Ύστερα από προσπάθεια 2 ετών τα κομμάτια του πάζλ ενώθηκαν και φανερώθηκε το όμορφο Λέχοβο» αναφέρει σχετικά με την αγωνιώδη αναζήτηση του θείου της.

Ο Φώτης Τρίχος / Πηγή εικόνας: radio-lehovo.gr

Το χρονικό της μάχης

Εξελίχθηκε μεταξύ των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού της 20ής Μεραρχίας Πεζικού και της γερμανικής Σωματοφυλακής SS Αδόλφος Χίτλερ, που ήταν ένα μηχανοκίνητο γερμανικό πεζικό τμήμα σε επίπεδο ταξιαρχίας. Η κατάληψη του περάσματος ήταν για τους Γερμανούς στρατηγικής σημασίας για την διάσπαση της γραμμής του μετώπου που είχαν σχηματίσει οι συμμαχικές δυνάμεις και ορίζονταν από τα όρη Βέρνο, Άσκιο και Βούρινος στα δυτικά, τον ποταμό Αλιάκμονα στα νότια και το όρος Όλυμπος στα νοτιοανατολικά.

Η σημασία της διάβασης ήταν νευραλγική για την προστασία της ελεγχόμενης αποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν τους Ιταλούς από την Βόρεια Ήπειρο, που συντελέστηκε μετά την διάσπαση του ελληνοβουλγαρικού μετώπου, την ταχεία γερμανική εισβολή στην Γιουγκοσλαβία.

Η ταχεία γερμανική προώθηση στην Γιουγκοσλαβία ανάγκασε το Βρετανό Αντιστράτηγο, Σερ Χένρι Μάιτλαντ Ουίλσον, διοικητή της Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, που αποτελούνταν από την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία, τη 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία και την 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία και τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις του ΤΣΚΜ (Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας) (XII και 20ή Μεραρχίες Πεζικού) να διατάξει την απόσυρση της συμμαχικής αμυντικής γραμμής του Βερμίου, σε μία νέα αμυντική γραμμή δυτικότερα, ώστε να να αντιμετωπιστεί η νέα κατάσταση που δημιουργούνταν από την εισβολή του Άξονα στην Γιουγκοσλαβία και την απειλή εγκλωβισμού που θα δημιουργούνταν από την κάθοδο του γερμανικού στρατού στην πεδιάδα της Εορδαίας, στα μετόπισθεν δηλαδή από την πρώτη αμυντική γραμμή του Βερμίου.

Η απόφαση του Βρετανού διοικητή πάρθηκε πάρα την διαφωνία των Eλλήνων αξιωματικών, που θεωρούσαν την εσπευσμένη μετακίνηση ως επισφαλή στρατηγική κίνηση που θα εξέθετε τα συμμαχικά στρατιωτικά τμήματα. Και πράγματι, όπως θα αποδειχθεί στην συνέχεια, η μετακίνηση με μηχανοκίνητα μέσα δεν εφαρμόστηκε όπως θα έπρεπε από τους Βρετανούς αξιωματικούς και εγκαταλείφθηκε πολύτιμο πολεμικό υλικό.

Η αποχώρηση από τις ανατολικές πλαγιές του Βερμίου, είχε πολύ αρνητικές επιπτώσεις για τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα, καθώς εκτός από την βεβιασμένη εγκατάλειψη καλά προετοιμασμένων θέσεων, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος έκθεσης των συμμαχικών στρατευμάτων από την εχθρική παρατήρηση και τις αεροπορικές επιδρομές, αν και η πορεία προς στα δυτικά γίνονταν την νύχτα. Η υποχώρηση καλύπτονταν από μια μικτού μεγέθους μονάδα υπό τις διαταγές του Αυστραλιανού αντιστράτηγου Ίβεν Γκιφάρντ Μακέι.

Ο σκοπός της 20ής Μεραρχίας ήταν να τοποθετηθεί και να υπερασπιστεί το πέρασμα της στενωπού, δηλαδή στενού του χωριού Κλεισούρα και το οδικό πέρασμα της στενωπού του χωριού Βλάστη. Το Δωδεκανησιακό Σύνταγμα Εθελοντών της 20ής Μεραρχίας είχε αποσπαστεί και ενσωματώνεται στην μονάδα του Ίβεν Γκιφάρντ Μακέι, και μένουν να υπερασπιστούν τα στενά, το 80ό Σύνταγμα το στενό της Κλεισούρας και το 35ο Σύνταγμα το στενό της Βλάστης.

Ο διοικητής της 20ής Μεραρχίας Συνταγματάρχης Μιλτιάδης Παπακωνσταντίνου, λαμβάνοντας υπόψη την σημασία του στενού της Κλεισούρας και της οργάνωσης της τοποθεσίας, είχε στείλει ήδη από τις 10 Απριλίου δύο τάγματα πεζικού, το 1ο Τάγμα του 87ου Συντάγματος (I/87 Τάγμα) και το 2ο Τάγμα του 80ού Συντάγματος (II/80 Τάγμα), μία διλοχία σκαπανέων και μία μοίρα ορειβατικού πυροβολικού, ώστε να προετοιμάσουν την άμυνα. Επίσης εστάλη την 11η Απριλίου ο Ταγματάρχης Μηχανικού Ζησιμόπουλος για να οργανώσει την αντιαρματική άμυνα της στενωπού.

Όταν οι πρώτες γερμανικές δυνάμεις εμφανίστηκαν στις 13 Απριλίου, το μεγαλύτερο μέρος της 20ής Μεραρχίας δεν είχε φτάσει στον χώρο.

Το Δωδεκανησιακό Σύνταγμα είχε διασπαστεί στην μετακίνηση και δεν μπορούσε να οργανωθεί και χρησιμοποιηθεί. Έτσι μετά την κατάληψη της Βεύης από τον γερμανικό στρατό, δεν άργησε το σώμα μαζί με κάποιες από τις δυνάμεις που μετακινούνταν να συγκρουστούν τελικά στην Μάχη της Βεύης, που είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική νίκη του Άξονα.

Η εξέλιξη βέβαια δεν επέτρεψε τελικά την τοποθέτηση των Ελλήνων τμημάτων και την έγκαιρη προετοιμασία στο στρατηγικής σημασίας πέρασμα της Κλεισούρας. Μάλιστα κάποιες από αυτές τις δυνάμεις αποκόπηκαν και δεν μπόρεσαν να προωθηθούν στα δυτικά.

Στη συνέχεια η κ. Βαρβαγιάννη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τα γεγονότα που οδήγησαν στην 13η Απριλίου, όταν και ξεκίνησε η μάχη

Μεταφορά στρατεύματος στο Βέρμιο

Στις 8 Μαρτίου του 1941 το 80ο ΣΠ, κατόπιν διαταγής, μεταφέρεται από τον σιδηροδρομικό σταθμό Διδυμοτείχου στο Αμύνταιο και υπάγεται στις διαταγές της 20ης Μεραρχίας, αφήνοντας στην περιοχή του Έβρου για προκάλυψη 3 λόχους (Πενταλόφου, Χελιδόνας , Μεταξάδων).

Στις 13 Μαρτίου το 80ο ΣΠ ανασυγκροτείται και ενσωματώνονται σε αυτό το 82 και 83 ΣΠ. Στις 16 Μαρτίου, με νυχτερινή πορεία το σύνταγμα ανασυγκροτείται και κατευθύνεται το Ι/80 Τάγμα και το ΙΙ/80 Τάγμα προς τη λίμνη Βεγορίτιδα και το Άνω Γραμματικό, ενώ το ΙΙΙ/80 Τάγμα μένει στο κάτω Γραμματικό. Εκεί οργανώθηκε αμυντικά παρά το δριμύ ψύχος και οι άντρες εκπαιδεύτηκαν σε βολές πολυβόλων, αντιαρματικών χειροβομβίδων κλπ. Στις 5 Απριλίου εντάχθηκε στο σύνταγμα και ο   6 Τομέας  πολυβόλων θέσεων (Ταγματάρχης Τσολοζίδης).

Στις 6 Απριλίου η Γερμανία κηρύττει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Κατά την προέλαση των Γερμανών προς τα νότια το ελληνοβρετανικό συγκρότημα της γραμμής Καϊμάκτσαλάν κινδυνεύει. Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου γίνεται σύσκεψη με την προεδρεία του στρατηγού Ουίλσον στην οποία μετέχουν και οι υποστράτηγοι Καράσος και Μακαίην και ο ταξίαρχος Χάρινγκτον, όπου αποφασίζεται η σύμπτυξη της 20ης και 12ης Μεραρχίας, που με την βοήθεια των βρετανικών δυνάμεων, θα πρέπει να κρατήσει την τοποθεσία Κιρλί – Δερβέν τουλάχιστον για 3 εικοσιτετράωρα.

Για να επιτευχθεί αυτό απαιτούνται 3 νυχτερινές πορείες των ελληνικών μεραρχιών στο ανατολικό τμήμα του όρους Βέρμιο. Βλέποντας όμως ελαφρές εχθρικές δυνάμεις να κατεβαίνουν από την κατακτημένη Φλώρινα, η διοίκηση ΤΣΚΜ (Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας) αποφασίζει να συμπτύξει  τις 2 μεραρχίες στην τοποθεσία Σινιάτσικο – Βούρινο με αμυντική οργάνωση στη Στενωπό Κλεισούρας (που διέρχεται η οδός από Κιρλί –Δερβέν προς Καστοριά) και στη Στενωπό Βλάστης (που διέρχονταν δευτερεύοντες οδοί).

Η απόφαση πάρθηκε παρά την διαφωνία των ελλήνων αξιωματικών , καθώς η εσπευσμένη μετακίνηση θα είχε αρνητικές επιπτώσεις. Θα εξέθετε τα στρατιωτικά τμήματα στη βεβιασμένη εγκατάλειψη καλά προετοιμασμένων θέσεων.

Υπήρχε κίνδυνος έκθεσης από την εχθρική παρατήρηση και τις αεροπορικές επιδρομές (η πορεία προς τα δυτικά θα γινόταν τη νύχτα).

Για τη μετακίνηση των ανδρών αλλά και του πολεμικού υλικού δεν θα διατίθενται τα ανάλογα αυτοκίνητα και θα εγκαταλείπονταν πολύτιμο υλικό όπως και έγινε. (Η ελληνική πλευρά ζήτησε 150 αυτοκίνητα αλλά η βρετανική διοίκηση πρότεινε 40 εκ των οποίων πολύ λιγότερα μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν με αποτέλεσμα πολλά αντιαρματικά πυροβόλα, πυρομαχικά και άλλο υλικό θα εγκαταλειπόταν καθώς δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν).

Δεν υπήρχε χρόνος προετοιμασίας, αναγνώρισης εδάφους, ξεκούρασης, ανεφοδιασμού κλπ.

Μεταφορά στρατεύματος από το Βέρμιο στην περιοχή  Κλεισούρας – Λεχόβου

Το απόγευμα της 10ης Απριλίου το ΙΙ Τάγμα του 80ου  ΣΠ (Ταγμ. Χριστογιάννης) και το Ι/87 Τάγμα με διοικητή τον Παπαβασιλείου Κωνσταντίνο, συγκεντρώθηκαν στα Κομνηνά και μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητα φτάνοντας την επόμενη μέρα, το πρώτο στις 15:00 μεταξύ των υψωμάτων Τζούμα Μάνου (1534μ. ) και Πέτρα Μάρκου (1654 μ.) και το δεύτερο στις 06:00 στα υψώματα Σούμπρετς (1623 μ.) και Σαργονίτσα (1386 μ. ) Λεχόβου. Τα δύο αυτά τμήματα οργανώθηκαν στοιχειωδώς αμυντικά μέσω χιονοθύελλας.

Οι υπόλοιπες μονάδες πεζικού έφτασαν στα Κομνηνά στις 12 Απριλίου μέσα στη νύχτα στις 04:30 σε κακή κατάσταση. Οι άντρες είχαν εκτελέσει διαδρομή 25 – 35 χμ σε ορεινό έδαφος με ραγδαία βροχή και χιονόπτωση, μεταφέροντας το βαρύ οπλισμό στα χέρια. Επιβιβάστηκαν σε 12 αυτοκίνητα τμήματα του Τάγματος πολυβόλων και ο λόχος Όλμων και έφτασαν οδικώς μέχρι την Πτολεμαΐδα.

Τα υπόλοιπα τμήματα ακολούθησαν πεζοί. Μετά από ολιγόωρη στάση συνέχισαν την πορεία τους νωρίς το πρωί της 13ης Απριλίου εξαντλημένοι από την δύσκολη πορεία αλλά και την πείνα αφού δεν υπήρχε ενδιάμεσος εφοδιασμός καθώς η μεταφορά τροφίμων έγινε από άλλη διαδρομή. Έτσι εγκαταλείφθηκαν σταδιακά όλμοι και πολυβόλα αφού ήταν αδύνατον να μεταφερθούν με τα χέρια.

Τα τμήματα του Συντάγματος κινήθηκαν από το Κλειδί μέχρι την Κλεισούρα έχοντας περπατήσει περίπου 70 χμ μέσω λασπωμένων μονοπατιών και καρόδρομων. Το μεσημέρι στις 15:00 άρχισαν να φτάνουν στην Κλεισούρα και το βράδυ οργανώθηκαν υποτυπωδώς για να τοποθετηθούν έχοντας περίπου το μισό ανθρώπινο δυναμικό, το 1/3 του εναπομείναντος βαρέως οπλισμού, ελλείψεις σε πυρομαχικά, ιατρικές προμήθειες, συσκευές επικοινωνίας ( το Σύνταγμα δεν διέθετε ούτε ένα τηλέφωνο) και σε τρόφιμα ( το τμήμα που μετέφερε τα τρόφιμα αιχμαλωτίστηκε από γερμανούς μοτοσικλετιστές στις 10:00 στην κατεστραμμένη γέφυρα του Λεχόβου).
Επιπλέον δεν υπήρχε αεροπορική κάλυψη, κανένα αντιαεροπορικό πολυβόλο ούτε και αντιαρματικό όπλο.

Η μάχη ήταν άνιση και απελπισμένη αλλά ο εχθρός δεν άφηνε περιθώρια χρόνου καθώς στον ελληνικό στρατό που βρισκόταν στο αλβανικό μέτωπο, έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα της ελεγχόμενης αποχώρησης και να εξασφαλιστεί η μετακίνηση των συμμαχικών δυνάμεων με ασφάλεια στην δεύτερη αμυντική γραμμή.

Με αφορμή την ανεύρεση του σημείου ταφής του Φώτη Τρίχου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αμυνταίου, με την σύμφωνη γνώμη του Κοινοτικού Συμβουλίου Λεχόβου, ενέκρινε ομόφωνα  την αναγραφή του ονόματος του Φώτη Τρίχου στο ηρώο των πεσόντων της 13ης Απριλίου 1941 στην κοινότητα Λεχόβου.

Η Μάχη

13 Απριλίου

Η προετοιμασία της 20ής Μεραρχίας περιελάμβανε την καταστροφή τμημάτων του οδικού άξονα μεταξύ της Βεύης και της Καστοριάς, στο στενό πέρασμα της Κλεισούρας, καθώς και η προστασία της κωμόπολης της Κλεισούρας.

Η πρώτη επαφή των δύο αντίπαλων στρατευμάτων γίνεται ήδη στις 17:00 της 13ης Απριλίου, δηλαδή πριν ολοκληρωθεί η μετακίνηση όλης της ελληνικής Μεραρχίας. Τα μπροστινά γερμανικά στρατιωτικά τμήματα επιτέθηκαν κυρίως στο I/81 στο ύψωμα της Σαργκονίτσας (στο χωριό Λέχοβο, όπου σκοτώθηκαν 50 Ελληνες στα χαρακώματα σαν αντίποινα για την απώλεια εφτά Γερμανών, ένας εκ τών οποίων ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός), συναντώντας ισχυρή αντίσταση.

Διοικητής του τάγματος αναγνώρισης ήταν ο Κουρτ Μάγιερ,ο οποίος οργάνωσε το τάγμα του σε τρεις ομάδες επίθεσης, με επικεφαλής τον ίδιο και τους αξιωματικούς Κράας και Γιούνσε. Η σφοδρή επίθεση είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τέτοια ανάγκη οπισθοχώρησης, επειδή οι άνδρες του δεν υπάκουαν σε αλλεπάλληλες διαταγές του να επιτεθούν, που ο Γερμανός αξιωματικός προκειμένου να τους εξαναγκάσει να προχωρήσουν, να εκσφενδονίσει μία χειροβομβίδα.

Μόνο με έντονη προσπάθεια και την απαραίτητη υποστήριξη του πυροβολικού, τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα αναγνώρισης, υπό τις διαταγές του Κουρτ Μάγιερ, κατάφεραν να απωθήσουν το τάγμα I/87 στις 21:00, αναγκάζοντας να την υποχωρήσει από τα υψώματα Σουμπρέτς (1623 μ.) και Σαργκονίτσα (1386 μ.) που είχε υπό τον έλεγχό της. Αιχμαλωτίστηκε μέρος του αριστερής πυροβολαρχίας εκτός από έναν ουλαμό.

Μετά από αυτήν την εξέλιξη, το τάγμα πεζικού ΙΙΙ/80, που βρίσκονταν στην οπισθοφυλακή, προσπάθησε στις 23:00 να καταλάβει τα δύο υψώματα εν μέσω πυρών και αιχμαλωτίζεται.

Οι Γερμανοί μετά την πρώτη νικηφόρα εξέλιξη, παρέμειναν σε αδράνεια και δεν συνέχισαν την πορεία τους. Μέσα στην νύχτα ακολούθησε νέα ανταλλαγή πυρών που οδήγησε στην εξάντληση των αποθεμάτων πυρομαχικών των ελληνικών δυνάμεων.

Συνολικά 50 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών, της 13ης Απριλίου. Ο διοικητής του 20ης Μεραρχίας, βλέποντας το πεσμένο ηθικό των μονάδων, ζήτησε να έρθει προς ενίσχυση τμήμα του Τμήματος Στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που μάχονταν στην ελληνοαλβανική μεθόριο και να ενσωματωθεί στο Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) που ανήκε η 20η Μεραρχία.

Στις 13 Απριλίου 1941 έφυγε από τη ζωή και ο Φώτης Τρίχος.

14 Απριλίου

Από τις 04:30 το γερμανικό πυροβολικό άρχισε να χτυπάει τις ελληνικές θέσεις, ακολουθούμενο από το πεζικό. Oι Γερμανοί επιτέθηκαν στους δύο δρόμους στην ανατολική έξοδο του περάσματος, με τη χρήση καπνογόνων και έντονα πυρά πυροβόλων για κάλυψη. Η μία ομάδα επίθεσης κατευθύνθηκε προς τον δρόμο που οδηγεί βόρεια από την χαράδρα του ρέματος του Βέρνου προς το στενό πέρασμα Νταούλι, με την υποστήριξη αυτοκινουμένων πυροβόλων. Η άλλη ομάδα επίθεσης κατευθύνθηκε στην άλλη χαράδρα που οδηγεί στην Κλεισούρα και στο ύψωμα Τζούμα Μάνου.

Αφού οι γερμανικές δυνάμεις είχαν από το προηγούμενο βράδυ καταλάβει το ύψωμα της Σαργκονίτσας, μπορούσαν να βάλλουν πιο εύκολα κατά του ελληνικού 6ου τάγματος πυροβόλων που είχε λάβει θέση στο στενό πέρασμα Νταούλι και άνοιξαν πυρ. Όμως λόγω των ελλείψεων το Τάγματος σε πολεμικό υλικό, στις 7:00 τα πυρομαχικά εξαντλήθηκαν με αποτέλεσμα να εκτεθεί όλη η ελληνική άμυνα. Οι Γερμανοί είχαν σημαντική υπεροχή στο πεδίο.

Η ελληνική πλευρά είχε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που είχε η έλλειψη αντιαρματικού εν αντιθέσει με την γερμανική που διέθετε ελαφρού τύπου τεθωρακισμένα, το μειωμένο ηθικό των στρατιωτών που χειροτέρευε από τις απώλειες της προηγούμενης νύχτας, την σωματική κούραση και τον τρόμο που προκαλούσαν τα γερμανικά πολεμικά αεροσκάφη της Λουφτβάφε. Από τις 9:00 το 6ο τάγμα άρχισε να διασπάται, τα πολυβόλα μπλοκάρουν ή σιγούν λόγω έλλειψης πυρομαχικών και τα στοιχεία του πυροβολικού αποχωρούν. Στις 10:30 οι πυροβολητές αναγκάζονται να παραδοθούν. Το τάγμα Ι/80 αν και μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή δεν συμμετείχε στην μάχη, αποσύρθηκε όταν ο αξιωματικός διαπίστωσε τον άμεσο κίνδυνο περικύκλωσης του τάγματος από τα βόρεια.

Ενώ λοιπόν αποχωρούσε, το τάγμα δέχθηκε επίθεση από ελαφρύ τεθωρακισμένο από πολύ μικρή εμβέλεια, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια απόκρουσης της επίθεσης, αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 10:45, με εξαίρεση το 1ο στοιχείο του πυροβολικού.

Ο διοικητής της 20ης Μεραρχίας προσπάθησε να αναδιοργανώσει τις μονάδες δυτικά του περάσματος με κάλυψη του πεζικού από το πυροβολικό στα δυτικά, ενώ χρησιμοποίησε την μονάδα του μηχανικού και την μονάδα της αναγνώρισης της Μεραρχίας για να εμποδίσουν την οπισθοχώρηση. Ωστόσο το γερμανικό πυροβολικό και γερμανική αεροπορία τρομοκρατούσαν τα ελληνικά τμήματα θέτοντας σε κίνδυνο αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατού.

Το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) έχοντας πληροφορηθεί τις τελευταίες εξελίξεις, διέταξε την επανακατάληψη των χαμένων θέσεων, πράγμα που δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη λόγω της διάσπασης των μονάδων. Μετά την άδεια του Γενικού Επιτελείου, ο Διοικητής του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας Υποστράτηγος, Χρήστος Καράσσος, ζήτησε ενισχύσεις από τον Διοικητή της «Δύναμης W» Αντιστράτηγο Γουίλσον να διατάξει την βρετανική 1η Ταξιαρχία Τεθωρακισμένων Τσάρινκτον (Charrington), που βρίσκονταν τότε κοντά στο Άργος Ορεστικό, για αντεπιτεθεί. Παρόλο που η διαταγή δόθηκε από τον Αντιστράτηγο Γουίλσον, η ταξιαρχία δεν υπάκουσε στην διαταγή αφού θεώρησε λανθασμένα ότι ήταν απλά μια προτροπή.

Ο Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) βλέποντας την απουσία ενίσχυσης, κάλεσε προς βοήθεια το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) και ζήτησε την αποστολή τριών πυροβολαρχιών που θα μπορούσαν με το πεζικό και ένα υπάρχον πυροβολικό να ανακαταταλάβουν το πέρασμα.

Παρά το γεγονός ότι επιτεύχθηκε συμφωνία, δεν υπήρχαν αρκετά διαθέσιμα μεταφορικά μέσα ώστε να μεταφέρει τις απαραίτητες δυνάμεις από την Αλβανία, με την πιο κοντινή δύναμη, το 13η Μεραρχία κοντά στην Βίγλιστα του σύγχρονου Νομού Κορυτσάς. Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, μόνο το 1ο τάγμα πυροβολικού του 23ου Συντάγματος (Ι/23) είχε καταφέρει να φτάσει στις 20:00 στην διάβαση της Καστοριάς και μάλιστα δεν χρησιμοποιήθηκε προς ενίσχυση.

Έως το απόγευμα της 14ης Απριλίου, η κωμόπολη της Κλεισούρας και οι γύρω ορεινές περιοχές είχαν καταληφθεί και ο δρόμος προς Καστοριά ήταν ανοιχτός. Η μάχη κατέληξε σε κατάληψη της Κλεισούρας, με 600 στρατιώτες αιχμαλώτους από τις γερμανικές δυνάμεις και με απώλειες ενός αξιωματικού και έξι οπλιτών, ενός Γερμανού χωροφύλακα, και 17 συνολικά τραυματιών.

Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους για να επιτεθούν στο τάγμα I/23 και άλλα στοιχεία του 13ης Μεραρχίας στις 15 Απριλίου.

Στις 16 του μηνός, το τάγμα του Μάγιερ, διεισδύει πίσω από τις ελληνικές γραμμές και επιτίθεται στη Καστοριά από το νότο, αφού προηγουμένως είχε βομβαρδιστεί, αιχμαλωτίζοντας συνολικά 1.100 στρατιώτες.

Η μάχη που ακολούθησε είναι γνωστή στην ελληνική στρατιωτική ιστορία ως η Μάχη του Άργους Ορεστικού ή η Μάχη της λίμνης της Καστοριάς. Για τις ενέργειες αυτές, απονεμήθηκε στον Μάγιερ ο Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 18 Μαΐου του 1941.

 

 

 

Με ιδιαίτερη συγκίνηση οι εκδηλώσεις για το Ολοκαύτωμα του Λεχόβου, παρουσία συγγενών του Φώτη Τρίχου

Την Κυριακή 21 Ιουλίου 2019 πραγματοποιήθηκαν οι εκδηλώσεις Μνήμης στο Λέχοβο για το Ολοκαύτωμα στη διάρκεια της κατοχής στις 23 Ιουλίου 1943.

Το πρόγραμμα της ημέρας περιελάμβανε την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον καθεδρικό Ναό του Αγίου Δημητρίου όπου χοροστάτησε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Καστορίας κκ Σεραφείμ ακολούθησε η Επιμνημόσυνη δέηση στην μνήμη των πεσόντων και κατάθεση στεφάνων στο Μνημείο της Εθνικής Αντίστασης.

Στην εν λόγω εκδήλωση παρευρέθηκαν συγγενείς Φώτη Τρίχου προκαλώντας την έντονη συγκίνηση όλων των παρευρισκομένων.

Οι συγγενείς του Φώτη Τρίχου, που έψαχναν για πολλά χρόνια το σημείο ταφής του, τίμησαν όλους τους πεσόντες τελώντας Τρισάγιο στο Ηρώο στην είσοδο του Λεχόβου.