Την περασμένη Δευτέρα πέθανε και ακόμα τον πενθούμε. Με έμφαση στο «ακόμα»: καλώς ή κακώς, ο ξένος θάνατος είναι σαν το θαύμα που κρατάει τρεις ημέρες. Μόνο οι δικοί μας άνθρωποι θρηνούν και θυμούνται. Οι υπόλοιποι ξεχνούν. Οχι γιατί είναι κακοί. Απλώς είναι ξένοι. Ξένοι με ξένες έννοιες και ξένα βάσανα. Θα γράψουν ένα RIP, θα μασουλήσουν ένα «αθάνατος» και να περάσει ο επόμενος.

Λογικό κι ανθρώπινο. Ολοι μας έτσι είμαστε. Οταν το στρες σου έχει ανέβει στο σαγόνι, δεν έχεις χώρο για αλλότριους οδυρμούς. Θυμάμαι πρόπερσι πόσο λυπήθηκα όταν πέθανε ένας καλός ηθοποιός, νεότατος και πολλά υποσχόμενος. Αν με ρωτήσεις σήμερα πώς τον έλεγαν αδύνατον να θυμηθώ. Ντρέπομαι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Ο Λαυρέντης δεν είναι αυτή η περίπτωση. Τον Λαυρέντη θα τον θυμόμαστε. Ως δημιουργός έχει καταγραφεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο όσο λίγοι. Ηταν μια πολύ περίεργη περίπτωση αυτός ο άνθρωπος: όπου συναντιόταν με την ψυχούλα μας, άφηνε στάμπα ανεξίτηλη. Κανέναν μας δεν προσπέρασε και κανείς μας δεν τον προσπέρασε. Γιατί ο Λαυρέντης, με τα τραγούδια του, έβαλε οδόσημα στη ζωή μας. Τότε που πήγες στρατό, τότε που έκλαψες, τότε που χώρισες, τότε που γέλασες, τότε που αγάπησες και αγάπησες πολύ. Τότε. Τότε ακριβώς.

Την πρώτη ημέρα, σε αντίθεση με τα ραδιόφωνα που επέδειξαν ακαριαία αντανακλαστικά, η τηλεόραση πέρασε τον θάνατό του στα ψιλά. Εξαιρούνται οι δυο ΕΡΤ που είχαν αφιερώματα το ίδιο κιόλας βράδυ. Τα υπόλοιπα κανάλια τη ρουμπίτσα τους. Ισως γιατί δεν είχαν συνειδητοποιήσει πόσο βαθύ ήταν το αποτύπωμα που άφησε ο Λαυρέντης στις ζωές μας. Μπορεί να μην το είχε συνειδητοποιήσει και ο ίδιος – τόσο σεμνός ήταν ο άνθρωπος αυτός.

Πάντως στα σόσιαλ του μίσους και του αλληλοσπαραγμού – προς τι, αλήθεια; – όλοι, μα όλοι δεξιοί κι αριστεροί για μια σπάνια, μια μοναδική στιγμή, ενώθηκαν στον ίδιο λυγμό. Οχι πως δεν υπήρξαν και οι ποταποί, οι σιχαμένοι. Αυτοί που άρχισαν να μετρούν τα κιλά και τα τσιγάρα με τη χαιρεκακία της Κολάσεως. Ηταν καπνιστής, ήταν υπέρβαρος, καλά να πάθει. Τη μέρα του θανάτου του αυτό τώρα. Οσο υπάρχουν άνθρωποι, εμένα θα μου πεις;

Ακόμα και ο αποχαιρετισμός Λαυρέντη ήταν διαφορετικός από τους άλλους, απ’ ό,τι διαβάζω: μια star-studded κηδεία εύκολα θα μπορούσε να σουργελοποιηθεί μπροστά στις κάμερες. Ούτε η πρώτη θα ήταν ούτε η τελευταία. Ομως τον Λαυρέντη δεν τον αποχαιρέτησαν οι φίρμες. Τον αποχαιρέτησαν οι φίλοι του. Και το έκαναν βουβά, χωρίς λόγια και μυξοκλάματα, χωρίς αχ Λαυρέντη που ήσουν έτσι, που ήσουν γιουβέτσι και – κυρίως – που ήσουν φίλος μου. ΠΟΛΥ με κεφαλαία γράμματα. Γιατί όταν πεθαίνει ο διάσημος γίνεται μια απίστευτη ξεπερασούρα ποιος τον είχε πιο κολλητό. Να τις βγάλουμε να τις μετρήσουμε τις φωτογραφίες μας με τον μακαρίτη, έχεις εφτά κι έχω οκτώ σε νίκησα, καριόλη. Να δούμε ποιος νικάει. Παρεμπιπτόντως, εμένα δεν ήταν φίλος μου συγγνώμη ε;

Και κάτι ακόμα, για να τα λέμε τα καλά. Εκανε άριστα ο Κυριάκος που πήγε στην κηδεία, ομολογώ δεν το περίμενα και μπράβο του. Συνήθως το ελληνικό κράτος τους δημιουργούς μας τους ξεπετάει με ένα στεφάνι του υπουργείου Πολιτισμού. Και αν.

Διανύουμε την εβδομάδα του Λαυρέντη. Και να δεις που δεν θα τον ξεχάσουμε πριν αλέκτορα φωνήσαι. Οπως δεν ξεχνάμε όλους όσοι κέρδισαν από τον λαό το πιο πολύτιμο δώρο. Να τους μνημονεύουμε με το μικρό τους όνομα. Η Αλίκη, η Βίκυ, ο Στελλάρας, η Μελίνα, ο Ανδρέας.

Και σένα Λαυρέντη. Γιατί εσύ μάτια μου, δεν ήσουν ξένος. Εσύ ήσουν ο δικός μας άνθρωπος.

Γράψτε το σχόλιο σας