Η Βρετανία είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική παράδοση στην Ευρώπη. Για την ακρίβεια είναι η χώρα που όρισε την εικόνα που έχουμε για τον κοινοβουλευτισμό. Είναι η χώρα που όρισε την εικόνα του καπιταλισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο, που συνέβαλε στη σύγχρονη μορφή της ανώνυμης επιχείρησης, που όρισε αυτό που συνηθίσαμε να λέμε ιμπεριαλισμό. Δεν παύει να είναι μια χώρα του G7, μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και να διαθέτει μια δική της αυτοτελή αποτρεπτική πυρηνική δύναμη.

Την ίδια στιγμή εξακολουθεί να είναι μια μοναρχία, να μη διαθέτει ένα γραπτό σύνταγμα όπως όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη και η ελίτ λίγο πολύ αναπαράγεται στο ίδιο πεπερασμένο σύνολο ακριβών και αριστοκρατικών σχολείων.

Το αδιέξοδο με τη διαδικασία του Brexit

Αυτές οι εκρηκτικές αντιφάσεις μπορούν να εξηγήσουν και πλευρές του αδιεξόδου που έχει προκύψει με το Brexit. Όπως έχει γραφτεί πολλές φορές, το μεγαλύτερο μέρος των βρετανικών οικονομικών ελίτ δεν επιθυμούσε τη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον αυτή παραμένει κομβική και για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και για τα βιομηχανία. Αυτό μαρτυρά για παράδειγμα η σταθερά αρνητική θέση των Financial Times.

Όμως, υπήρξε μια κρίσιμη μερίδα της βρετανικής πολιτική ελίτ, κατά κύριο λόγο από το Συντηρητικό Κόμμα που θεωρούσε ότι μια τομή με την ΕΕ θα απελευθέρωνε το διεθνή οικονομικό ρόλο της Βρετανίας, θα επέτρεπε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και θα αποτελούσε ανάχωμα στη μετανάστευση.

Η επιμονή της μερίδας αυτής οδήγησε τελικά στο δημοψήφισμα. Το ίδιο το δημοψήφισμα ήταν μια οριακή και πολύ διαιρετική στιγμή αφού ένα σημαντικό μέρος των πιο δυναμικών και νέων στρωμάτων σε πόλεις όπως το Λονδίνο ψήφισε κατά της εξόδου από την ΕΕ, όμως την κρίσιμη διαφορά την έκαναν κυρίως λαϊκά στρώματα που είδαν την ΕΕ ως αιτία της εργασιακής και κοινωνικής επισφάλειας και ως παράγοντα που φαλκίδευε τη λαϊκή κυριαρχία.

Η ίδια η απόφαση του δημοψηφίσματος δημιούργησε και ένα πολιτικό πρόβλημα. Αυτό έπρεπε κάπως να γίνει πράξη, χωρίς όμως να είναι καθόλου εύκολο. Αυτό ήταν το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης μιας συμφωνίας με την ΕΕ. Η διαπραγμάτευση δεν ήταν εύκολη καθώς η βρετανική πλευρά ήθελε να κρατήσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς, όμως η ευρωπαϊκή έκανε σαφές ότι αυτό απαιτούσε και σημαντικές παραχωρήσεις κυρίως σε ό,τι αφορούσε την ελεύθερη εγκατάσταση ευρωπαίων πολιτών. Ταυτόχρονα, η διαπραγμάτευση είχε πλευρές που αφορούσαν και τη διαδικασία ειρήνευσης στη Βόρεια Ιρλανδία εφόσον η διατήρηση ενός ανοιχτού συνόρου εκεί και αυξημένων διασυνοριακών συναλλαγών είχε θεωρηθεί κομβική πλευρά. Όμως, η διατήρηση «ειδικού καθεστώτος» για τη Βόρεια Ιρλανδία κινδύνευε να κάνει την Ιρλανδική Θάλασσα ένα ιδιότυπο εσωτερικό σύνορο της Μεγάλης Βρετανίας.

Ως αποτέλεσμα ο κύριος κορμός των υποστηρικτών του  Brexit, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Μπόρις Τζόνσον, κυρίως επεδίωξε επί μακρόν να υπονομεύσει αυτή τη συμφωνία, ακόμη και εάν αυτό σήμαινε μια ιδιότυπη συμπόρευση με αυτούς που ήταν κατά της ίδιας της συμφωνίας. Αυτό οδήγησε την τότε πρωθυπουργό Τερέζα Μέι σε μια αλυσίδα από ταπεινωτικές κοινοβουλευτικές ήττες που ταυτόχρονα έδιναν και την όχι και τόσο καθησυχαστική εικόνα ότι μια τόσο μεγάλη χώρα δεν μπορούσε να συμφωνήσει στο πώς θα χειριστεί αυτό που είχε αποφασίσει.

Η τακτική του Τζόνσον

Ωστόσο με καθαρά κοινοβουλευτικούς όρους η τακτική απέδωσε και η Τερέζα Μέι ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί ενεργοποιώντας ουσιαστικά της διαδικασία διαδοχής της, την οποία και κέρδισε ο Μπόρις Τζόνσον. Ο Τζόνσον, που ήταν από τους βασικούς υποστηρικτές εξαρχής του Brexit υποστήριξε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει ταυτόχρονα μια καλύτερη συμφωνία αλλά και ότι η Βρετανία θα μπορούσε να αντέξει ένα Brexit χωρίς συμφωνία και ότι για αυτό το λόγο δεν είχε νόημα να υπάρξει παράταση πέραν της 31ης Οκτωβρίου.

Η άποψή του αυτή από ορισμένες απόψεις απηχεί και μια συγκεκριμένη μερίδα υποστηρικτών του Brexit που έχει τη γνώμη ότι ένα Brexit χωρίς συμφωνία θα μπορούσε να είναι και ευκταίο αφού θα πετύχαινε ακριβώς την καθαρή ρήξη που κατά τη γνώμη τους θα είχε απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη βρετανική οικονομία και κοινωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο ο βασικός θεσμικός κίνδυνος που αντιμετώπιζε ο Τζόνσον ήταν να διαμορφωθεί μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο εναντίον ενός Brexitχωρίς συμφωνία και αυτό θα διαμορφώσει μια πρωτόγνωρη θεσμική εμπλοκή, που θα μπορούσε ακόμη και να καθυστερήσει την ίδια την έξοδο.

Σε αυτό το φόντο αποφάσισε να προχωρήσει στην κίνηση της αναστολής λειτουργίας του κοινοβουλίου για την κρίσιμη περίοδο όπου θα ολοκληρώνονται οι διαδικασίες για την έξοδο, με ή χωρίς συμφωνία.

Οι κίνδυνοι από την κίνηση Τζόνσον

Παρότι ο ίδιος ο Τζόνσον παρουσίασε την κίνηση αυτή, που είναι εντός του τυπικού πλαισίου της βρετανικής κοινοβουλευτικής παράδοσης και την οποία η Βασίλισσα Ελισάβετ δεν μπορούσε παρά να επικυρώσει, ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό και ως μια απλή παράταση της κανονική διακοπής πριν την έναρξη νέας συνόδου, στην πραγματικότητα είναι μια κίνηση πρωτόγνωρη ακόμη και για τα βρετανική κοινοβουλευτικά δεδομένα.

Επιπλέον, δεν είναι χωρίς σημασία ότι ο Τζόνσον δεν είναι ένας εκλεγμένος πρωθυπουργός, αλλά απλός ο εκλεκτός του κυβερνώντος κόμματος ύστερα από μια εσωκομματική διαδικασία και άρα δεν έχει τη νομιμοποίηση που θα είχε ένας εκλεγμένος πρωθυπουργός.

Πάνω από όλα η ενέργειά του ερμηνεύτηκε από σημαντικό μέρος της βρετανικής κοινωνίας ως μια αντιδημοκρατική και ιδιαίτερα αυταρχική κίνηση. Και μπορεί ορισμένοι υποστηρικτές της επιλογής του όπως ο γνωστός αρθρογράφος του Telegraph  Άμπροουζ Έβανς-Πρίτσαρντ να επιμένουν ότι το Brexitαποτελεί την έκφραση μιας σφύζουσας δημοκρατίας απέναντι στην αντιδημοκρατική ΕΕ, όμως υπάρχουν και αυτοί που υπενθυμίζουν ότι σε γενικές γραμμές η αναστολή λειτουργίας του κοινοβουλίου δεν είναι ακριβώς η πιο δημοκρατική επιλογή.

Ούτε ήταν τυχαίες οι αναλογίες που έγιναν στα βρετανικά ΜΜΕ με το βασιλιά Κάρολο Ι που είχε συγκρουστεί με το Κοινοβούλιο κατά τον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο στον 17ο αιώνα και θα καταλήξει να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και θα αποκεφαλιστεί. Αυτό εξηγεί και το εντυπωσιακό μέγεθος των αντιδράσεων και των διαδηλώσεων που υπήρξαν στην απόφασή του. Αυτό αποτυπώνει την έκταση των αντιδράσεων και από τμήματα των βρετανικών ελίτ. Ενδεικτική η καταδίκη της κίνησης Τζόνσον από το editorial  των Financial Times που τον κατηγόρησε ότι σπρώχνει τα πράγματα για ένα Brexit χωρίς συμφωνία.

Είναι σαφές ότι ο Τζόνσον πιστεύει ότι χωρίς την πίεση από το κοινοβούλιο θα μπορέσει να κάνει μια διαπραγμάτευση της τελευταίας στιγμής πιέζοντας τους Ευρωπαίους να του κάνουν μεγαλύτερες παραχωρήσεις, όσο και εάν φαντάζει σχετικά δύσκολο. Ταυτόχρονα προφανώς θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει και έξοδος χωρίς συμφωνία και δεν θέλει να ακυρωθεί και αυτό το ενδεχόμενο. Λογικά εκτιμά ότι εάν προχωρήσει και τυπικά διαδικασία, τότε αυτή θα γίνει μη αντιστρέψιμη και άρα μετά θα κοπάσουν και οι όποιες αντιδράσεις και άρα θα κερδίσει το πολιτικό στοίχημα.

Όμως, κινδυνεύει να πάει σε αυτή τη διαδικασία με τη μικρότερη δυνατή νομιμοποίηση, την ώρα που είναι βέβαιο ότι παρά την προετοιμασία που έχει γίνει κάποια προβλήματα θα υπάρξουν, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Κυρίως, όμως, διαμορφώνει το πεδίο για ένα είδος πολιτικής κρίσης που η Βρετανία έχει όντως πολύ καιρό να δει.

Γράψτε το σχόλιο σας