Μία από τις βασικές παραμέτρους που συχνά παραβλέπουμε όταν συζητάμε την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, είναι ο όχι και τόσο ακήρυκτος πόλεμος ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ. Η αντιπαράθεση αυτή, που έχει πάρει διάφορες μορφές τα προηγούμενα χρόνια, ήρθε ξανά στο προσκήνιο με τις πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις εναντίον ιρανικών ή φιλοϊρανικών δυνάμεων.

Οι ρίζες της αντιπαράθεσης έχουν βάση.  Σε αντίθεση με άλλες χώρες της περιοχής, με τις οποίες είχε συγκρουστεί στο παρελθόν, όπως π.χ. η Αίγυπτος, το Ιράν αποτελεί κατεξοχήν δύναμη που το Ισραήλ θεωρεί απειλή, την ώρα που φιλοϊρανικές δυνάμεις αποδείχτηκαν και αρκετά ικανές στο να μπορούν να σταθούν απέναντί του. Έτσι, ενώ το Ισραήλ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μπόρεσε να προχωρήσει σε μια πολύ πιο επιθετική στάση στο Παλαιστινιακό, επιδιώκοντας ουσιαστικά να αποτρέψει κάθε ενδεχόμενο δημιουργίας τελικά παλαιστινιακού κράτους, ήταν η Χεζμπολάχ αυτή που θα υποστηρίζει ότι βγήκε νικήτρια απέναντι στην ισραηλινή εισβολή στο Λίβανο το 2006.

Επιπλέον, ενώ το Ισραήλ μπορούσε να βλέπει τη Συρία αποδυναμωμένη εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου, την Αίγυπτο και τις χώρες του Κόλπου προσανατολισμένες προς την αμερικανική εξωτερική πολιτική, η χώρα που παρέμενε εκτός ελέγχου ήταν το Ιράν, που με τη σειρά του διατηρούσε ιδιαίτερα υψηλούς ρητορικούς τόνους. Επιπλέον, το Ιράν, μετά τη σύναψη της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα και την άρση των κυρώσεων διεκδικούσε μια πιο αποφασιστική παρέμβαση στη διεθνή σκηνή, την ώρα που αναδεικνυόταν σε βασικό αντίπαλο πόλο έναντι των μοναρχιών του Κόλπου και πρωτίστως της Σαουδικής Αραβίας.

Ο ρόλος του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή

Δύο σημεία ήταν ιδιαίτερα σημαντικά για τη διαμόρφωση του συσχετισμού δύναμης στην περιοχή. Το πρώτο ήταν ότι σταδιακά το Ιράν απέκτησε μια αυξημένη έμμεση επιρροή στο Λίβανο. Το γεγονός ότι η Χεζμπολάζ κατοχυρώθηκε ως πολιτική δύναμη και ως κυβερνητικός εταίρος είχε από αυτή την άποψη ιδιαίτερα σημασία και για το Ισραήλ, που θεωρεί πάντα την κατάσταση στο Λίβανο καθοριστική για την ασφάλειά του, αποτελούσε πάντα μια ανοιχτή πρόκληση.

Το δεύτερο ήταν οι εξελίξεις στη Συρία. Εκεί το Ιράν όπως και η Χεζμπολάχ θα στηρίξουν ανοιχτά την κυβέρνηση Άσαντ. Αυτό δεν είναι άσχετο και από τον τρόπο που για το Ιράν αποτέλεσε απειλή η συγκεκριμένη εκδοχή σουνιτικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού που δραστηριοποιήθηκε στη Συρία. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την ιρανική παρέμβαση ενάντια στις διάφορες παραλλαγές ένοπλου τζιχαντισμού στη Συρία αλλά και την ιδιαίτερη στράτευση και της Χεζμπολάχ στη Συρία αλλά και επίλεκτων ιρανικών δυνάμεων στο Ιράκ στην πάλη κατά του Ισλαμικού Κράτους, κάτι που εξηγείται και από το γεγονός ότι ο Ιράν διατηρεί ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τις σιιτικές πολιτικές δυνάμεις στο Ιράκ.

Όλα αυτά εκ των πραγμάτων διαμόρφωναν δυνητικά σημεία τριβής ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν. Αυτό επιτάθηκε από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η τελική έκβαση του εμφυλίου πολέμου στη Συρία δεν θα οδηγούσε στην «αλλαγή καθεστώτος» αλλά κατά βάση σε μια λύση που θα περιλάμβανε και την κυβέρνηση Άσαντ. Όμως, αυτό για το Ισραήλ σήμαινε μια Συρία στην οποία το Ιράν και φιλοϊρανικές δυνάμεις θα έχουν σημαντικό ρόλο.

Αυτό παρέπεμπε στη διαμόρφωση ενός δυνητικού «άξονα της αντίστασης» που θα ξεκινούσε από το Ιράν, θα πέρναγε στο Ιράκ, στη Συρία και στον Λίβανο, διαμορφώνοντας ένα νέο συσχετισμό στην περιοχή.

Δεν είναι τυχαίο επομένως ότι σε διάφορες στιγμές το τελευταίο διάστημα το Ισραήλ, εκτός όλων των άλλων, θα απευθυνθεί και στην ίδια τη Ρωσία, διεκδικώντας από τη μεριά της εγγυήσεις ότι δεν θα διακυβευτεί η ασφάλειά του από τις εξελίξεις στη Συρία, κάτι που σε γενικές γραμμές η Ρωσία υποστηρίζει ότι είναι μέσα στους σχεδιασμούς της.

Η νέα αμερικανική επιθετικότητα κατά του Ιράν

Σύμμαχο σε όλα αυτά, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, δείχνει να έχει το Ισραήλ στον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, αποφάσισε τη μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, προχώρησε στο χαρακτηρισμό των Φρουρών της Επανάστασης, δηλαδή ενός τμήματος των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, ως τρομοκρατικής οργάνωσης και στη συνακόλουθη μονομερή επιβολή κυρώσεων και συνολικά δείχνει να διαλέγει μια πιο επιθετική πολιτική έναντι της Τεχεράνης, έστω και εάν αυτό κατά καιρούς συνδυάζεται με αναφορές στη δυνατότητα νέας συμφωνίας.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά την αυξημένη ρητορική επιθετικότητα των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν, η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι δεν είναι εφικτή μια στρατιωτική ανατροπή στο Ιράν, ιδίως από τη στιγμή που οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις είναι εμπειροπόλεμες και αξιόμαχες. Επιπλέον, τόσο το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης όσο και το ενδεχόμενο προσπάθειας να υπάρξει κάποιου είδους λαϊκή εξέγερση για την ανατροπή του καθεστώτος, προσκρούουν πάνω σε ένα ισχυρό πατριωτικό αίσθημα στο Ιράν όπως και στο γεγονός ότι σε αντίθεση π.χ. με τα κράτη του Κόλπου η πολιτική ζωή του Ιράν, εντός των ορίων της «ισλαμικής δημοκρατίας» έχει όντως και δημοκρατικά χαρακτηριστικά, κάτι που φαίνεται στις διάφορες εκλογικές διαδικασίες και αυτό διαμορφώνει αυξημένη νομιμοποίηση. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ΗΠΑ επιδιώκουν με κάθε τρόπο να επαναφέρουν ένα καθεστώς κυρώσεων, ελπίζοντας ότι αυτό θα έφθειρε αποτελεσματικότερα την ιρανική ηγεσία.

Την ίδια στιγμή, όπως φάνηκε και από όσα έγιναν στη συνάντηση των G7 στο Μπιαρίτς ο Ντόναλντ Τραμπ δεν εγκαταλείπει το ενδεχόμενο συνεννόησης τελικά με την Τεχεράνη.

Η κλιμάκωση των ισραηλινών χτυπημάτων

Το Ισραήλ ήδη από την αρχή του συριακού εμφυλίου δοκίμασε κατά περίπτωση κινήσεις κατά ιρανικών στόχων. Αρχικά, οι ισραηλινοί κυρίως στοχοποίησαν αυτοκινητοπομπές που μετέφεραν όπλα από το Ιράν μέσω Συρίας στη Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Όμως, από ένα σημείο και μετά προσπάθησαν να επικεντρώσουν στις προσπάθειες του Ιράν να εδραιωθεί στρατιωτικά και εντός του συριακού εδάφους. Έτσι, από τον Δεκέμβριο του 2017 και μετά ένα μέρος των ισραηλινών χτυπημάτων αφορούσε οπλικά συστήματα που είχαν εγκαταστήσει οι Ιρανοί και βάσεις σιιτικών πολιτοφυλακών. Πρόσφατα, το Ισραήλ προχώρησε σε μια παραπέρα κλιμάκωση καθώς άρχισε να χτυπάει ιρανικούς στόχους μέσα στο Ιράκ. Ειδικότερα, όπως αποκάλυψαν αμερικανικές πηγές, το Ισραήλ χτύπησε στις 19 Ιουλίου μια βάση των Φρουρών της Επανάστασης βόρεια της Βαγδάτης, που σύμφωνα με τους Ισραηλινούς χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά όπλων στη Συρία. Θα ακολουθήσουν και άλλες επιθέσεις κυρίως σε αποθήκες πυρομαχικών φιλοϊρανικών οργανώσεων.

Ωστόσο, τώρα οι επιθέσεις μεταφέρθηκαν στο έδαφος της Συρίας. Το Ισραήλ ανακοίνωσε το Σάββατο 24 Αυγούστου ότι λίγες μέρες πριν κατάφερε να αποτρέψει επίθεση με drones κατά του βορείου Ισραήλ την οποία οργάνωνε η επίλεκτη ταξιαρχία «Αλ Κουντς» που αποτελεί την ελίτ των Φρουρών της Επανάστασης και η οποία κατεξοχήν δραστηριοποιείται εκτός ιρανικών συνόρων. Το βράδυ του Σαββάτου 24 Αυγούστου το Ισραήλ χτύπησε ένα κτίριο στην Άκραμπα, νοτιοανατολικά της Δαμασκού, υποστηρίζοντας ότι από εκεί θα ξεκινούσε η επίθεση. Ο επικεφαλής των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων Αβίβ Κοτσάβι κατηγόρησε τον επικεφαλής της «Αλ Κουντς» Κάσεμ Σολεϊμανί ότι ήταν πίσω από το σχέδιο της επίθεσης. Συριακές πηγές ανέφεραν ότι δύο μέλη της Χεζμπολάχ σκοτώθηκαν στην επίθεση. Πάντως ανακοινώνοντας την επίθεση το Ισραήλ εγκατέλειψε την πολιτική της σχετικής αμφισημίας σε σχέση με τη δράση του στη Συρία.

Λίγες ώρες αργότερα υπήρξε ένα περιστατικό στη σιιτική συνοικία της Βηρυτού με τον ηγέτη της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλλα να δηλώνει ότι υπήρξε προσπάθεια ισραηλινών drone να χτυπήσουν κτίριο της οργάνωσης.

Το τρίτο σοβαρό περιστατικό έγινε το απόγευμα της Κυριακής 25 Αυγούστου κοντά στο πέρασμα Αμπού Καμάλ ανάμεσα στο Ιράκ και τη Συρία. Ένα ισραηλινό droneχτύπησε μια αυτοκινητοπομπή στην ιρακινή πλευρά των συνόρων που περιλάμβανε και ηγέτες σιιτικών πολιτοφυλακών. Ιρακινές πηγές ανέφεραν εννέα νεκρούς.

Η απάντηση ήρθε από τη μεριά της Χεζμπολάχ δια στόματος Χασάν Νασράλλα που υποστήριξε ότι η επίθεση στη Συρία δεν είχε ως στόχο τους Φρουρούς της Επανάστασης αλλά τη Χεζμπολάχ, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι δεν τηρεί τους κανόνες του παιχνιδιού και απείλησε με αντίποινα. «Λέω στους ισραηλινούς στρατιώτες στα σύνορα, ότι θα πρέπει να φοβάστε την απάντησή μας, ήδη από απόψε».

Οι απειλές αυτές δεν θεωρήθηκαν απλή ρητορική από τις ισραηλινές αρχές, που έχουν δει και στο παρελθόν την σιιτική οργάνωση να υλοποιεί τις απειλές της για αντίποινα, όπως έκανε το 2015 όταν έριξε έναν αντιαρματικό πύραυλο που σκότωσε ένα αξιωματικό και έναν οπλίτη στο σε απάντηση σε μια ισραηλινή επίθεση που σκότωσε ένα στέλεχος της Χεζμπολάχ και έναν ιρανό στρατηγό. Ως προς τις δυνατότητες της Χεζμπολάχ, ας σημειώσουμε ότι τον περασμένο Δεκέμβριο οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εντόπισαν και κατέστρεψαν έξι τούνελ που η οργάνωση είχε φτιάξει στα σύνορα Λιβάνου και Ισραήλ και από τα οποία μαχητές θα μπορούσαν να περάσουν σε ισραηλινό έδαφος.

Πάντως η τρέχουσα κλιμάκωση των ισραηλινών επιθετικών κινήσεων δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μόνο αποτέλεσμα προσπάθειας της ισραηλινής ηγεσίας να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν, αλλά της πολιτικής κατάστασης στο Ισραήλ. Η χώρα οδεύει προς τις εκλογές της 17ης Σεπτέμβρης, μετά την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης ύστερα από τις εκλογές του Απριλίου και ο Νετανιάχου αναζητά τον τρόπο να έχει μια πλειοψηφία 61 βουλευτών χωρίς τον Λίμπερμαν και το κόμμα του, έτσι ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση και πέραν όλων των άλλων να σταματήσει και τις δικαστικές ενέργειες εναντίον του. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει την πιο επιθετική στάση του τώρα, που έρχεται σε αντίθεση τη στάση που κράτησε σε άλλες περιπτώσεις όταν επέλεξε να μην οδηγήσει τα πράγματα σε πολεμική σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ και το Ιράν.

Γράψτε το σχόλιο σας