Αν υπάρχει ένα στοιχείο συνέχειας με την προηγούμενη κατάσταση, είναι σίγουρα η διατήρηση των ανοιχτών μετώπων στα ελληνοτουρκικά. Άλλωστε, ήταν από τα θέμα όπου ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα δεν διασταύρωσαν τα ξίφη τους, ούτε είχα πολύ διαφορετική πολιτική.

Η ΝΔ δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ανοιχτά φιλοαμερικανική στροφή της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και την προσπάθεια διαμόρφωσης συμμαχιών στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, την ίδια ώρα που η κρίσιμη παράμετρος παραμένει ο τρόπος που η Τουρκία διεκδικεί να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα τόσο της Ελλάδας όσο και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Μετά τα συγχαρητήρια η επιμονή στις δοκιμαστικές γεωτρήσεις

Έτσι, λοιπόν λίγο μετά τα συγχαρητήρια που έσπευσε να δώσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όντας μάλιστα ο πρώτος ξένος ηγέτης που συνεχάρη τηλεφωνικά τον έλληνα πρωθυπουργό, ήρθε η ανακοίνωση για το πλοίο-γεωτρύπανο Γιαβούζ να υπενθυμίσει ότι παραμένει σε εξέλιξη μια ανοιχτή κρίση. Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι το Γιαβούζ θα πραγματοποιήσει έρευνα στη θαλάσσια περιοχή της χερσονήσου της Καρπασίας, σε περιοχές που δεν ανήκουν απλώς στην ΑΟΖ αλλά και εντός της χωρικής θάλασσας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ειδικότερα το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι το Γιαβούζ «μετέβη, επίσης, πρόσφατα στα νότια της χερσονήσου της Καρπασίας και θα προχωρήσει σε εργασίες γεώτρησης εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων εντός των οικοπέδων, για τα οποία παραχώρησε άδεια η “ΤΔΒΚ” στα Τουρκικά Πετρέλαια (TP) το 2011».

Ο ίδιος μάλιστα ο Ταγίπ Ερντογάν επέμεινε ότι «Κάνουμε εκεί τα βήματά μας για να υπερασπίσουμε ειδικότερα τα όποια δικαιώματα των Τούρκων αδελφών μας στη Βόρεια Κύπρο. Οι άνθρωποι που ζουν στην Κύπρο, έχουν δικαιώματα σε όλες τις εκεί περιοχές. Ποιά είναι αυτά; Αποτελούνται απ’ ό,τι προκύπτει από εκεί. Είτε θαλάσσια προϊόντα, είτε πετρέλαιο, έχουν ίσα δικαιώματα επί αυτών και προσπαθούμε να υπερασπιστούμε αυτά τα δικαιώματα τους».

Υπενθυμίζουμε ότι η Τουρκία ως προς τα θέματα της Κυπριακής ΑΟΖ έχει δύο παράλληλες και συμπληρωματικές θέσεις, που και οι δύο αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο για τη θάλασσα (τη βασική Σύμβαση του οποίου η Τουρκία δεν έχει υπογράψει): σύμφωνα με την πρώτη θέση ένα μέρος της ΑΟΖ της Κύπρου είναι τμήμα στην πραγματικότητα της ΑΟΖ της Κύπρου, εφόσον τα νησιά με βάση τους τουρκικούς ισχυρισμούς, δεν έχουν αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη θέση υπάρχει διακριτή ΑΟΖ της «ΤΔΒΚ», η οποία έχει κάνει συμφωνίες παραχώρηση με τα Τουρκικά Πετρέλαια».

Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν άμεση. «Καταδικάζουμε την επιχειρούμενη από την Τουρκία παράνομη γεώτρηση εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας», αναφέρει το ΥΠΕΞ και σημειώνει: «Η παράνομη αυτή ενέργεια αψηφά προκλητικά το Διεθνές Δίκαιο, το Δίκαιο της Θάλασσας αλλά και την καταδίκη της διεθνούς κοινότητας, ενώ αποτελεί μια περαιτέρω κλιμάκωση που υπονομεύει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους-μέλους της ΕΕ πόρρω απέχει από τη συμπεριφορά που όφειλε να έχει ένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος και επιβεβαιώνει την ορθότητα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου, σχετικά με τη λήψη κατάλληλων μέτρων κατά της Τουρκίας. Εκφράζουμε την πλήρη αλληλεγγύη μας στην Κυπριακή Δημοκρατία και καλούμε, για ακόμη μία φορά, την Τουρκία να διακόψει άμεσα τις παράνομες δραστηριότητές της και να σεβαστεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου».

Οι απειλές

Από τη μεριά του ο Τούρκος ΥΠΕΞ Μεχμέτ Τσαβούσογλου επέμεινε ότι «Μόνο η Τουρκία μπορεί να αποφασίζει τι θέλει να κάνει στην υφαλοκρηπίδα της»,  υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία πάντοτε κάνει βήματα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Όπως είπε, άρχισαν να επικεντρώνουν τις δραστηριότητές τους στις περιοχές που το ψευδοκράτος έχει αδειοδοτήσει την τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου και ότι μετά το γεωτρύπανο Φατίχ έστειλαν και το Γιαβούζ στην περιοχή.

Ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανέφερε πως «όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά ξεκίνησε μονομερώς τις εργασίες γεώτρησης το είπαμε και στους ίδιους, και στις εγγυήτριες χώρες και στην ΕΕ και τα Ηνωμένα Έθνη ότι δεν βρίσκουμε σωστό να γίνονται μονομερείς εργασίες». Το ψευδοκράτος το 2011 υπέβαλε μια πρόταση, είπε. «Πρότεινε όπως υπό την σκεπή του ΟΗΕ ιδρυθεί μια επιτροπή και να γίνει σχέδιο διαμοιρασμού. Η πρόταση της “ΤΔΒΚ” είναι στο τραπέζι. Μέχρι να ξεκινήσουμε τις εργασίες γεώτρησης κανένας δεν έκανε βήμα σχετικά με αυτό. Μόλις εμείς ξεκινήσαμε αυτές τις εργασίες, βλέπουμε άτοπες δηλώσεις. Άλλωστε δεν δίνουμε σημασία στις δηλώσεις των χωρών που δεν είναι εγγυήτριες χώρες», ανέφερε ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Πρόσθεσε ότι «εμείς πάντοτε βλέπαμε την ΕΕ ως παρατηρητή στο θέμα της επίλυσης του Κυπριακού, αλλά σε αυτή τη διαδικασία επιδεικνύουν καθαρά στάση υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς». «Δυστυχώς σήμερα η ΕΕ και ειδικά τα μέλη της τηρούν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Εμείς αυτού του είδους την αλληλεγγύη δεν την βρίσκουμε σωστή», είπε. Υποστήριξε περαιτέρω πως «αν θα είναι δίπλα στην ελληνοκυπριακή πλευρά παίρνοντας θέση χάριν της αλληλεγγύης κάνουν λάθος». Η Τουρκία, συνέχισε, «είναι αποφασισμένη να προστατεύσει μέχρι τέλους τα δικαιώματα της “ΤΔΒΚ” και του “τουρκοκυπριακού λαού”. Ή αυτός ο πλούτος θα διαμοιραστεί δίκαια ή εμείς θα προστατεύσουμε τα δικαιώματα της “ΤΔΒΚ”. Τα βήματα της ΕΕ εναντίον μας δεν ωφελούν, είναι αντιπαραγωγικά», ανέφερε.

Πάντως είχε και καλά λόγια να πει για τον έλληνα πρωθυπουργό: «τον γνωρίζουμε πολύ καλά και προσωπικά από τότε που ήταν ακόμη βουλευτής. Παίζαμε και ποδόσφαιρο μαζί. Και πιστεύουμε ότι θα υπάρχουν πολύ καλές σχέσεις με την Ελλάδα. Και ο πρόεδρός μας ήταν ο πρώτος ηγέτης που τον συνεχάρη μετά τις εκλογές. Πιστεύουμε ότι θα κάνει καλές δουλειές για την Ελλάδα. Και ο Υπουργός Εξωτερικών Δένδιας είναι καλός μου φίλος από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Θέλουμε αντί να αυξηθεί η ένταση στο Αιγαίο, να βρούμε λύσεις συνομιλώντας ειλικρινά. Ελπίζω η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας να είναι αφορμή να συνεχίσουμε τις σχέσεις μας με πιο εποικοδομητικό τρόπο»

Βέβαια, οι όποιες φιλοφρονήσεις μέχρις στιγμής δεν συνοδεύονται από κάποια αλλαγή πολιτικής

 

Πίεση για να υπάρξουν μέτρα από την ΕΕ

Την ίδια στιγμή τόσο η κυπριακή όσο και η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούν να πετύχουν την ενεργοποίηση κάποιων από τα μέτρα που θα μπορούσε να πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να ασκήσει πίεση στην Τουρκία να σταματήσει τις ενέργειές της εντός της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ειδικότερα στα μέτρα που συζητιούνται περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: Πάγωμα των υψηλών διαλόγων και συναντήσεων στους τομείς της «πολιτικής, οικονομίας, ενέργειας, μεταφορών, γεωργίας και του Συμβουλίου Σύνδεσης». Αναστολή της καθορισμένης για τον προσεχή Νοέμβριο Επιτροπής Σύνδεσης Ε.Ε.-Τουρκίας.  Μείωση της προενταξιακής βοήθειας προς την Τουρκία κατά 145,8 εκατομμυρίων ευρώ, για το έτος 2020 (λόγω κατάλυσης κράτους δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία), κάτι που επικαιροποιεί ουσιαστικά προηγούμενη απόφαση. Κάλεσμα προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων «να εξετάσει τις υφιστάμενες ενέργειες δανειοδότησης προς την Τουρκία».  Πρόταση για «αναστολή της Αεροπορικής Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας», κάτι που εκτιμάται ότι θα προκαλέσει σημαντικό οικονομικό κόστος στην Άγκυρα.

Τα μέτρα αυτά συζητήθηκαν στις 10 Ιουλίου σε επίπεδο Μονίμων Αντιπροσώπων (COREPER), όμως δεν υπήρξε ομοφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων, κάτι που είναι προϋπόθεση για να υπάρξει εισήγηση. Δεν είναι η πρώτη φορά που δεν επιτεύχθηκε ομοφωνία πάνω σε αυτό το θέμα. Και σε προηγούμενες περιπτώσεις υπήρξαν αντιρρήσεις από διάφορες χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία, που σταθμίζουν το εάν και κατά πόσο είναι η ώρα για αποφασιστικές κυρώσεις. Πάντως πέραν των χωρών που πιο ανοιχτά έχουν διατυπώσει αντιρρήσεις σε κυρώσεις κατά της Τουρκίας, ο προβληματισμός είναι γενικότερος, ιδίως σε σχέση με τη λεπτή ισορροπία στην οποία βρίσκονται οι ευρωτουρκικές σχέσεις.

Ο Ντόναλντ Τουσκ δήλωσε με tweet του ότι «παρά τις προσπάθειές μας να διατηρήσουμε καλές σχέσεις γειτονίας με την Τουρκία, η συνεχιζόμενη κλιμάκωση και αμφισβήτηση της κυριαρχία του κράτους-μέλους μας, της Κύπρου αναπόφευκτα θα οδηγήσει την ΕΕ να απαντήσει με πλήρη αλληλεγγύη όπως συμφωνήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο».

Η συζήτηση συνεχίστηκε την Πέμπτη 11 Ιουλίου. Αρχικά η Κύπρος επέμενε σε πιο αυστηρή διατύπωση στην τελευταία παράγραφο που αφορά στον τρόπο παρακολούθησης της κατάστασης στο μέλλον και για το κατά πόσο θα συνεχιζόταν η μελέτη των στοχευμένων μέτρων ή όχι και γι’ αυτό δεν υπήρξε ομοφωνία.  Ωστόσο, η Φιλανδική προεδρία έθεσε το κείμενο σε σιωπηρή διαδικασία έγκρισης μέχρι τις 12 Ιουλίου. Τελικά, η Κυπριακή κυβέρνηση μέσω δηλώσεων του Υπουργού Εξωτερικών Νίκου Χριστοδουλίδη δήλωσε ικανοποιημένη με το κείμενο και δεν έσπασε τη σιωπηρή διαδικασία

Η Τουρκική αντίδραση ήρθε μέσω δήλωση του Τούρκου ΥΠΕΞ Μεχμέτ Τσαβούσογλου: «Η προσδοκία μας είναι ξεκάθαρη. Να εγγυηθούν τα δικαιώματα των Τ/Κ. Τυχόν βήματα εναντίον μας θα είναι αντιπαραγωγικά. Αν γίνει βήμα εναντίον μας θα απαντήσουμε, θα αυξήσουμε τις δραστηριότητές μας στην Κύπρο», ανέφερε.

Πάντως στο σχέδιο προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2020, το οποίο συμφωνήθηκε σε επίπεδο μονίμων αντιπροσώπων, η προενταξιακή βοήθεια (IPA II) έχει μειωθεί στα επίπεδα του 2019, ακολουθώντας τη μείωση που είχε αποφασιστεί από πέρσι.

Ένα σύνθετο πλέγμα διαπραγμάτευσης

Ούτως ή άλλως η Άγκυρα δεν θα άλλαζε πολιτική επειδή άλλαξε η κυβέρνηση της Αθήνας. Άλλωστε, οι «αναθεωρητικές» πρακτικές της αποτελούν πάγια στοιχεία διεκδικήσεων και όχι αντανακλαστικές αντιδράσεις απέναντι στις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις, την ίδια ώρα που γνωρίζει ότι ο ευρωατλαντικός προσανατολισμός αποτελεί στοιχείο συνέχειας ανάμεσα στις ελληνικές κυβερνήσεις.

Με αυτή την έννοια δεν είναι πιθανό να σταματήσει αυτές τις κινήσεις, ειδικά σε σχέση με την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και τη διαρκή υπενθύμιση των θέσεών της για τα ελληνοτουρκικά, ιδίως από τη στιγμή όλα αυτά αποτελούν παράλληλα «προβολές ισχύος» εντός μιας αλυσίδας διαπραγματεύσεων που κάνει η Τουρκία σε διάφορα επίπεδα: με τις ΗΠΑ καθώς και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι δύσκολα μπορούν να πάνε σε πλήρη ρήξη, με τη Ρωσία και σε σχέση με την κατάσταση στην Ιντλίμπ αλλά και συνολικά για το μεταπολεμικό τοπίο στη Συρία, με την ΕΕ για το μέλλον των διμερών σχέσεων, πέραν της ενταξιακής προοπτικής.

Ούτε πρέπει να υποτιμάμε ότι όλα αυτά συνδέονται και με μια άτυπη διαπραγμάτευση για το Κυπριακό όπου φαίνεται να κερδίζουν έδαφος σκέψεις για λύσεις πιο κοντά σε ένα μοτίβο «διχοτόμηση – συνεκμετάλλευση».

Με αυτό το τοπίο καλείται να αναμετρηθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση και ειδικά η νέα ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών.