Εντονα ερωτήματα προκλήθηκαν στα Γενικά Επιτελεία όταν ο υπουργός Εθνικής Αμυνας (και πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ) Αποστολάκης «εισέβαλε» στο ΥΕΘΑ. Ζητούσε ξαφνικά και επειγόντως μία έκθεση από το αρμόδιο τμήμα αναλύσεων του ΓΕΕΘΑ, κάνοντας χρήση περισσότερο του προηγούμενου παρά του νυν αξιώματός του.

Η γνωστοποίηση του θέματος, ημέρα Κυριακή και με τέτοια βιασύνη, μετέτρεψε τα ερωτήματα σε ανησυχία: η κατάσταση των ενεργειακών ζητημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Λίγο αργότερα, η πληροφορία ότι επίκειται και έκτακτο ΚΥΣΕΑ, υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα που μάλιστα επέστρεφε εκτάκτως στην Αθήνα γι’ αυτόν τον σκοπό, έκαναν πια την ανησυχία συναγερμό. Τέτοιες εξελίξεις σε τέτοια στιγμή δεν μπορεί παρά να σήμαιναν ένα και μόνο πράγμα: ότι η χώρα έβαινε άμεσα σε μείζονα κρίση με την Τουρκία.

Τελικά, όμως, όπως αποδείχθηκε, μπορεί να σήμαιναν και κάτι άλλο, που ουδείς μπορούσε να διανοηθεί. Οτι ήταν μια παράσταση για καθαρά μικροπολιτικούς λόγους. Ο Πρωθυπουργός εκμεταλλευόταν ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας για φτηνό εκλογικό όφελος.

Οι τουρκικές διατάξεις

Εκείνο το πρωί, λοιπόν, υπήρχε κάτι που μπέρδεψε ακόμα περισσότερο τους αρμόδιους αξιωματικούς: τι μπορεί να ήταν εκείνο που τα προκάλεσε όλα αυτά; Το ΕΘΚΕΠΙΧ, που έχει διαρκή άμεση ενημέρωση και εικόνα για όλες τις κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν συναγερμό, δεν είχε την παραμικρή πληροφορία ή ένδειξη ότι κάτι νέο συνέβαινε. Ούτε τουρκικές δυνάμεις κανενός είδους είχαν μετακινηθεί εκτάκτως προς οποιαδήποτε κατεύθυνση που να αφορά την Ελλάδα, ούτε διατάξεις μονάδων είχαν μεταβληθεί, ούτε η εικόνα περιοχής που λαμβάνεται από το ΝΑΤΟ έδειχνε κάτι, όπως δεν έδειχναν και οι διάφορες εθνικές πηγές πληροφόρησης. Επίσης ουδείς επιβεβαίωνε μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον ότι ο τουρκικός «Πορθητής» είχε τρυπήσει το υπέδαφος της κυπριακής ΑΟΖ.

Οπως πολύ γρήγορα αποδείχθηκε, το ΚΥΣΕΑ της προπερασμένης Κυριακής ήταν μία άγαρμπη, μικροπολιτική προσπάθεια της κυβέρνησης, χωρίς πραγματικό θέμα και περιεχόμενο. Αυτό φάνηκε πια ξεκάθαρα μέσα στην εβδομάδα, όταν τόσο ο Πρωθυπουργός, όσο και ο υπουργός Αμυνας ακύρωσαν εντελώς με δηλώσεις τους τα αίτια της σύγκλησης του ΚΥΣΕΑ. Και οι δύο είπαν εκ των υστέρων ότι δεν υφίσταται ιδιαίτερος κίνδυνος, ούτε επιπλέον ανησυχία, την οποία όμως ανεύθυνα είχαν προκαλέσει, απλώς και μόνον επειδή έχουν μπροστά τους εκλογές, αδιαφορώντας πλήρως για τη ζημιά και τις επιπτώσεις της.

Ορισμένες πλευρές μάλιστα φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι το μόνο εξαγόμενο αυτού του ΚΥΣΕΑ ήταν ότι ο Τσίπρας γνωστοποίησε πως ο Αποστολάκης δεν θα είναι πλέον υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Δήθεν για να χειριστεί μία εθνική κρίση που όμως… δεν είχε επέλθει. Αλλωστε, το επιχείρημα ήταν αστείο: οι υποψήφιοι στο Επικρατείας δεν χρειάζεται να «τρέξουν»: αυτός είναι ο ορισμός του Επικρατείας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Πρωθυπουργός άφησε εντελώς στο σκοτάδι τις πολιτικές ηγεσίες και τον ελληνικό λαό σε ανησυχία και προσπάθησε να αξιοποιήσει όλο αυτό το σκηνικό για να μιλήσει μικροκομματικά σε ένα κοινό που έχει έντονο ενδιαφέρον για τα εθνικά ζητήματα.

Ο διάλογος με την Τουρκία

Ομως, το πιο σημαντικό όλων ήταν αυτό που αρχικά εμφανίστηκε απλώς ως κερασάκι σε αυτή τη απίστευτη «τούρτα» εξελίξεων: η αναχώρηση, την επομένη το πρωί, της επιτροπής που συζητά με την Τουρκία για τα ΜΟΕ, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Εκεί κρύβεται ένα πολύ πιο σοβαρό ζήτημα που οδήγησε, όχι αναίτια, πριν από λίγες εβδομάδες στην παραίτηση του αρμόδιου διευθυντή της σχετικής Διεύθυνσης του ΥΕΘΑ αντιστρατήγου Ζαχαριάδη. Ο λόγος της παραίτησής του ήταν ότι διαφώνησε με την πρόθεση Αποστολάκη να επιμένει στη συνέχιση αυτών των συζητήσεων σε προεκλογική περίοδο και να θέλει να δεσμεύσει τη χώρα σε υπογραφές και αποφάσεις που δεν είχε δικαίωμα και νομιμοποίηση να το κάνει. Γιατί; Επειδή, ξαφνικά, άρχισαν να αφορούν πολύ περισσότερα από τα ΜΟΕ…

Με μακρότατη εμπειρία στο ΝΑΤΟ και άλλους οργανισμούς, ο αντιστράτηγος Ζαχαριάδης είναι σε θέση να γνωρίζει όσο ελάχιστοι τους κινδύνους που κρύβει η βιασύνη ενός υπουργού να κλείσει τέτοια ζητήματα. Ειδικά όταν το ιστορικό είναι το ακόλουθο: Σε πρόσφατη συνάντησή τους στις Βρυξέλλες, Ακάρ και Αποστολάκης συζήτησαν τα περί ΜΟΕ, με τον τούρκο υπουργό να θέτει ξαφνικά ζήτημα συνομιλιών εφ’ όλης της ύλης.

Υστερα από εκείνη τη συνάντηση, οι Τούρκοι επέσπευσαν τις συζητήσεις της μεικτής επιτροπής. Οταν αυτή συνήλθε για πρώτη φορά μετά το παραπάνω περιστατικό, επικαλέστηκαν τον διάλογο Ακάρ – Αποστολάκη και έθεσαν ευθέως τα σκληρά ζητήματα κυριαρχίας: 10 μίλια, ΑΟΖ κοκ. Τότε, ο αντιστράτηγος Ζαχαριάδης πάγωσε τις συνομιλίες απαντώντας ότι όλα αυτά δεν μπορούν να είναι αντικείμενα της επιτροπής που το θέμα της είναι τα ΜΟΕ. Ενημέρωσε τον ΥΕΘΑ για τις εξελίξεις, ο οποίος όμως επέμεινε όλα αυτά να συζητηθούν, με τον Πρωθυπουργό προφανώς να το γνωρίζει. Τότε ήταν που ο Ζαχαριάδης υπέβαλε την παραίτησή του.

Το πρόβλημα υφίσταται

Ομως, όλα τα παραπάνω που είναι μάλλον πρωτοφανή δεν αποκλείουν την ύπαρξη προβλήματος με την Τουρκία. Κάθε άλλο μάλιστα. Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν απέναντί τους μία πολύ επικίνδυνη και διαρκώς όλο και πιο επιθετική χώρα όπως αυτό επιβεβαιώνεται πλέον καθημερινά με τις παραβιάσεις, με τις πάγιες δηλώσεις κατά της Συνθήκης της Λωζάννης, με την κλιμάκωση, για πρώτη φορά στην Αμμόχωστο, με τις γεωτρήσεις, αλλά και με πλήθος άλλες κινήσεις.

Η Τουρκία κυριολεκτικά φωνάζει διαρκώς ότι θα προβεί σε σκληρές επιθετικές δραστηριότητες και ενεργεί και ανάλογα για την προετοιμασία τους. Αλλά γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους και η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη, το συντομότερο δυνατό, από ηγεσία που θα είναι εις θέση να αξιοποιήσει τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται από τη γενικευμένη τουρκική επιθετικότητα ως προς τα ενεργειακά ζητήματα και με την απόφαση του Ερντογάν να πάρει τους ρωσικούς S-400 και να τους τοποθετήσει στη νότια Τουρκία μία ανάσα από την Κύπρο και επίσης σε ακτίνα βολής προς την Ελλάδα αλλά και το Ισραήλ. Μια ηγεσία που θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί τη χώρα και να αξιοποιήσει μία διεθνή συγκυρία που προκύπτει σπάνια.

Γράψτε το σχόλιο σας