Το τέλος μιας προεκλογικής εκστρατείας είναι η ώρα των πραγματικών πολιτικών ερωτημάτων. Η αδρεναλίνη των συγκεντρώσεων και η πίεση να «περάσει το μήνυμα» υποχωρεί και αρχίζει η αναμέτρηση με τα μεγάλα ερωτήματα, αυτά που συνήθως έχουν τη μορφή «τι θα γίνει εάν…;».

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης επένδυσαν πολύ σε αυτές τις εκλογές. Εξαρχής και οι δύο αντιμετώπισαν τις ευρωεκλογές ως ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και την πολιτική της.

Αυτό αποτυπώνει η ρητή έκκληση του Κυριάκου Μητσοτάκη να υπάρξει αποτέλεσμα στην κάλπη που να υποχρεώσει τον πρωθυπουργό σε άμεση προσφυγή στις κάλπες. Αυτό δείχνει η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ με κάθε τρόπο να πετύχει ένα αποτέλεσμα που να μην μπορεί να θεωρηθεί «παράσταση ήττας» για το κυβερνών κόμμα.

Σε κάθε περίπτωση, διαφορετικά αποτελέσματα θα οδηγήσουν και σε διαφορετικές επιλογές και τους δύο.

Αλέξης Τσίπρας: η μεγάλη δοκιμασία

Για τον Αλέξη Τσίπρα οι εκλογές αυτές είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία. Είναι η πρώτη φορά που ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει μια εκλογική ήττα.

Γιατί μπορεί η αρχή της προεδρίας του να σημαδεύτηκε από την σχετική αποτυχία στις βουλευτικές του 2009 και στις αυτοδιοικητικές του 2010, όμως τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα μικρό κόμμα και ούτως ή άλλως ο πήχης έμπαινε χαμηλά.

Αντίθετα, από το 2012 και μετά όλες οι εκλογικές μάχες που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας ήταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο νικηφόρες.

Τώρα, όμως, η μάχη είναι αρκετά πιο δύσκολη. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε σε αυτή τη μάχη με αρκετά δυσμενείς όρους με τη ΝΔ να έχει ένα σταθερό δημοσκοπικό προβάδισμα εδώ και πολύ καιρό. Φαίνεται ότι μπόρεσε να καλύψει ένα μέρος της διαφοράς, μέσα και από τα ένα σχετικά εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής πακέτο κοινωνικών μέτρων, όμως υπάρχει αβεβαιότητα για το ποια θα είναι τελικά η διαφορά.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιλέξει να επιμείνει στη βεβαιότητα της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ και μόνο προς το τέλος της προεκλογικής εκστρατείας έμμεσα παραδέχτηκε και άλλα ενδεχόμενα, αλλά ακόμη και αυτό έγινε περισσότερο ως πίεση προς το εκλογικό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Τι θα κάνει ο Τσίπρας σε διαφορετικά ενδεχόμενα

Είναι σαφές ότι εάν η διαφορά είναι μικρή (με το μικρή να ορίζεται πιθανώς κάτω από το 4%), ο Αλέξης Τσίπρας θα το παρουσιάσει ως μια σημαντική επιτυχία, εφόσον η ΝΔ είχε προεξαγγείλει πολύ μεγαλύτερη διαφορά και εφόσον τέτοιες διαφορές στο παρελθόν έχουν ανατραπεί.

Σε αυτή την περίπτωση δύο θα είναι τα ενδεχόμενα. Στη μία περίπτωση, που είναι αρκετά κοντά σε αυτό που μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστηρίξει ότι θα γίνει, ο Αλέξης Τσίπρας θα χρησιμοποιήσει τους μήνες που απομένουν μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου για να μειώσει ακόμη περισσότερο την ψαλίδα και να διεκδικήσει τη νίκη, επενδύοντας και σε επιπλέον «φιλολαϊκά» μέτρα, ορισμένα εκ των οποίων τα έχει προαναγγείλει όπως π.χ. την ακύρωση της μείωσης του αφορολόγητου.

Στην άλλη περίπτωση, ο Αλέξης Τσίπρας θα εκτιμήσει ότι η μικρή διαφορά στις ευρωεκλογές αποτυπώνει ένα θετικό momentum και άρα θα προτιμήσει να πάει σε πρόωρες εκλογές στο τέλος του Ιουνίου επιδιώκοντας εκτός των άλλων και να μην αφήσει τη ΝΔ να κάνει το είδος της μακράς εκστρατείας φθοράς που μπορεί να επιθυμούσε.

 

 

Εάν η διαφορά είναι μεγαλύτερη ο Αλέξης Τσίπρας θα έχει πιο πιθανό το φάσμα της ήττας. Είναι προφανές ότι η αντιπολίτευση θα πιέσει για άμεσες εκλογές, όμως δεν είναι δεδομένο ότι θα δεχτεί να πάει σε πρόωρες εκλογές. Είναι πιθανό και σε αυτή την περίπτωση να πάει ως το φθινόπωρο επιδιώκοντας να μειώσει τη διαφορά και την έκταση της ήττας.

Σε κάθε περίπτωση ο Αλέξης Τσίπρας έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς τη διαχείριση της ήττας, ακριβώς γιατί παραμένει αδιαμφισβήτητος ηγέτης στον ΣΥΡΙΖΑ και η θέση του δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Προφανώς και σε περίπτωση μεγάλης διαφοράς, θα υπάρξουν επικριτικές φωνές για κομβικές επιλογές της ηγεσίας όπως π.χ. για την «Προοδευτική Συμμαχία», ιδίως από την πλευρά των αριστερών τάσεων εντός ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, δύσκολα θα κλονιστεί η θέση του Αλέξη Τσίπρα, η οποίος εκτός όλων των άλλων ακριβώς επειδή έχει ρίξει μεγάλο βάρος στην εκλογική μάχη θα πιστωθεί και τις όποιες θετικές επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Κυριάκος Μητσοτάκης: η ανάγκη εμπέδωσης «παράστασης νίκης»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε αυτή τη μάχη έχει σε μεγάλο βαθμό αντίπαλο τον εαυτό του. Ο ίδιος έχει θέσει ιδιαίτερα ψηλά τον πήχυ για τις ευρωεκλογές παρουσιάζοντάς τις ως τη στιγμή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παραίτηση της κυβέρνησης Τσίπρα και σε πρόωρες εκλογές.

Επιπλέον, ήταν η ΝΔ που για ένα μεγάλο διάστημα όρισε ως βασικό στόχο όχι απλώς τη νίκη αλλά τη μεγάλη διαφορά (που για μια πρόσκαιρη περίοδο την όρισε γύρω από το στόχο του «διψήφιου αριθμού»).

Όλα διαμόρφωσαν πολύ συγκεκριμένες προσδοκίες με τις οποίες τώρα αναμετράται και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Γι’ αυτό το λόγο και τις τελευταίες μέρες η ρητορική του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει αλλάξει και η επιμονή είναι στην ίδια την πρωτιά, θεωρώντας ότι καθαυτή αποτελεί συντριβή της κυβέρνησης.

Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταφέρει να έχει μια σημαντική διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή πάνω από 4 μονάδες ή ακόμη και πάνω από 5 και ταυτόχρονα έχει ένα ποσοστό που σε απόλυτο αριθμό θα θυμίζει βουλευτικές εκλογές (άρα ένα ποσοστό σαφώς πάνω από 30%), τότε είναι σαφές ότι θα έχει πετύχει το στόχο του.

Η ήττα του Αλέξη Τσίπρα θα είναι σαφής και ο πρόεδρος της ΝΔ θα μπορεί να δηλώνει ότι είναι πρωθυπουργός εν αναμονή με την ΝΔ να ετοιμάζεται για αυτοδύναμη διακυβέρνηση.

Αντίστοιχα ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα τον κάνει κυρίαρχο μέσα στη ΝΔ καθώς θα είναι αυτός που ορίζει τη δυναμική της νίκης και την προοπτική της επανόδου στην εξουσία. Δύσκολα θα μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί στην εσωκομματική αρένα και τα υπόλοιπα στελέχη της ΝΔ, ακόμη και εάν έχουν ηγετικές φιλοδοξίες, θα στραφούν περισσότερο προς τη διεκδίκηση μιας καλής υπουργικής θέσης.

Βέβαια, η ίδια η διακυβέρνηση θα έχει αρκετές δυσκολίες καθώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αυξημένη επιτήρηση σε συνδυασμό με ένα πιθανώς δυσμενέστερο διεθνές κλίμα, εάν έχουμε παραπέρα επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, όμως η «κληρονομιά» του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρκετά μέτρα υψηλού κόστους ήδη ψηφισμένα και η σχετική εξομάλυνσης των δημοσιονομικών.

Εάν όμως η διαφορά είναι μικρή, τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί υπό πίεση. Στο βαθμό που θα παραμένει ο νικητής των εκλογών (και ο ΣΥΡΙΖΑ το2014 με διαφορά κάτω του 4% κέρδισε στις ευρωεκλογές) δεν θα δεχτεί μια άμεση αμφισβήτηση. Όμως, θα υπάρξουν αντιδράσεις και η πίεση επάνω του θα είναι μεγάλη για να μπορέσει όντως να κερδίσει τις βουλευτικές.

Άλλωστε, μπορεί να μην δεχτεί ευθεία κριτική σε στελεχιακό επίπεδο, αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι ήδη έχουν υπάρξει γκρίνιες και το λάθος του να τεθεί τόσο ψηλά ο πήχης όσο και για το γεγονός ότι δεν υπήρξε προληπτική απάντηση στο ενδεχόμενο των κυβερνητικών παροχών όσο και τις δηλώσεις που παρερμηνεύτηκαν ως απειλητικές για τις κατακτήσεις των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

Τα πραγματικά ερωτήματα αναμένουν απαντήσεις

Η βασική πρόκληση είναι κοινή και για τους δύο μονομάχους. Η ιδιότυπη διαρκής προεκλογική περίοδος στην οποία βρισκόμαστε εδώ και αρκετούς σε μεγάλο βαθμό έχει χαρακτηριστεί από την απουσία ουσιαστικής συζήτησης για το ποια μπορεί όντως να είναι η επόμενη «μεταμνημονιακή» μέρα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Όμως, αυτά τα ερωτήματα για το κοινωνικό μοντέλο, το αναπτυξιακό υπόδειγμα, την ασφάλιση, την παιδεία είναι που θα επηρεάσουν τελικά τις ζωές των ψηφοφόρων.

Και τουλάχιστον ένας από τους δύο μονομάχους θα κληθεί να δει τις όποιες απαντήσεις του να δοκιμάζονται στην πράξη.