Δύο γεγονότα σημάδεψαν τις τελευταίες μέρες: η πολυδιαφημισμένη άσκηση της Τουρκίας «Γαλάζια Πατρίδα» και η ανακάλυψη του «Γλαύκου» στο τεμάχιο 10 της κυπριακής ΑΟΖ. Ως προς την πρώτη, ορισμένοι «τσίμπησαν» στην τουρκική προπαγάνδα, καλλιεργώντας τον μύθο της δήθεν απόλυτης στρατιωτικής υπεροπλίας της γείτονος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αγκυρα δεν αναπτύσσει τη στρατιωτική της βιομηχανία και δη την εγχώρια, με κάποια αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα. Ούτε ότι υποτιμώνται οι ένοπλες δυνάμεις της που βρίσκονται στο πεδίο της μάχης σε τρία μέτωπα (Νοτιοανατολική Τουρκία, Συρία και Ιράκ).

Παράλληλα, βέβαια, οι συνεχείς εκκαθαρίσεις έχουν πλήξει το αξιόμαχο, ιδίως της τουρκικής αεροπορίας, με πολλούς άπειρους χειριστές να βρίσκονται καθημερινά στο Αιγαίο. Για αυτό, άλλωστε, ο έλληνας υπουργός Αμυνας αξιοποίησε την ευκαιρία της παρουσίας τούρκων βουλευτών στο πλαίσιο της ενημέρωσης των υποεπιτροπών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ για να στείλει το μήνυμα ότι οι πιθανότητες ατυχήματος στο Αιγαίο πολλαπλασιάζονται εξαιτίας της συνεχούς τουρκικής παραβατικότητας, αλλά και των λιγότερο καταρτισμένων πιλότων που έχουν κληθεί να καλύψουν τις σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και ποιότητα.

Πηγή περαιτέρω προβληματισμού αποτελεί η διαπίστωση ότι η δυναμική του υπουργείου Εξωτερικών έχει υποχωρήσει υπέρ των ενόπλων δυνάμεων που έχουν πλέον το πάνω χέρι. Τα δύο ενθαρρυντικά στοιχεία είναι τόσο το επίπεδο κατανόησης μεταξύ Αποστολάκη – Ακάρ όσο και η ψύχραιμη και συνάμα αποφασιστική στάση του πρώτου στην αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων. Διότι, δεδομένου ότι η δράση φέρνει αντίδραση, ο τρόπος που είχε επιλέξει ο προκάτοχος του κ. Αποστολάκη να απαντά σε κάθε δήλωση συντηρούσε την ένταση σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ τώρα οι λεκτικοί βερμπαλισμοί των γειτόνων εκτονώνονται εφόσον δεν ανακυκλώνονται και απαντώνται όπου χρειάζεται.

Ομοίως και στην Ανατολική Μεσόγειο, η επιθετικότητα και ο μαξιμαλισμός των θέσεών της σε συνάρτηση με τις τεταμένες σχέσεις της με Αίγυπτο και Ισραήλ δεν αφήνουν περιθώρια για αναζήτηση φόρμουλας συμμετοχής της στις ενεργειακές διεργασίες (μόνο υπό πολύ συγκεκριμένους όρους και με σεβασμό του διεθνούς δικαίου/θάλασσας). Μέχρι τότε, θα αναζητά τον αδύναμο κρίκο που θα «σπάσει» πρώτος, δίνοντάς της την ευκαιρία να εισέλθει στην εξίσωση.

Ωστόσο, Ελλάδα και Κύπρος προσφέρουν την πλέον αξιόπιστη λύση και μάλιστα εκ των έσω στην ΕΕ, άρα πρέπει να υποστηριχτούν ανάλογα και μέχρι τέλους.

Αν, συνεπώς, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον δεν επιθυμούν τη διατάραξη ανακάλυψης νέων πεδίων και projects, που θα συμβάλλουν στην ασφάλεια τροφοδοσίας της ΕΕ έναντι της Ρωσίας, και ενώ το πλουτοπαραγωγικό Ιράν βρίσκεται εκτός νυμφώνος, οφείλουν να αποτρέψουν την έμπρακτη αμφισβήτηση έστω και μέρους της κυπριακής ΑΟΖ, ειδάλλως το μήνυμα στήριξης θα θολώσει.

Τέλος, η εγκαθίδρυση της Γαλλίας στην Κύπρο (ήδη από το 2005 είχε υπάρξει σχετική συμφωνία μεταξύ Παπαδόπουλου – Σιράκ) θωρακίζει περαιτέρω τη Λευκωσία. Εντούτοις, η στρατιωτικοποίηση στην περιοχή παρέχει μεν προστασία αλλά δημιουργεί και συνθήκες αντιπαράθεσης, προσφέροντας τη δυνατότητα στην Τουρκία να κάνει προβολή ισχύος, επικαλούμενη την έντονη παρουσία και άλλων δυνάμεων.

Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής ερευνών ΙΔΙΣ και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν»

Γράψτε το σχόλιο σας