Μέσα σε ένα τοπίο προβλημάτων της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) φαντάζει ένα πετυχημένο παράδειγμα.

20 χρόνια μετά τη δημιουργία του μπορεί να περηφανεύεται ότι από τα προγράμματά του έχουν αποφοιτήσει 28049 φοιτητές, ενώ σήμερα είναι εγγεγραμμένοι 19.054 προπτυχιακοί φοιτητές και 18.509 μεταπτυχιακοί φοιτητές.

Και το κατάφερε αυτό συνδυάζοντας την εξ αποστάσεως με την ανοιχτή εκπαίδευση δίνοντας σε χιλιάδες ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία να αποκτήσουν υψηλού κύρους ακαδημαϊκούς τίτλους αλλά και να διευρύνουν τους μορφωτικούς τους ορίζοντες.

Μόνο που το τελευταίο διάστημα έχουν ξεσπάσει έντονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του με τους καθηγητές του ιδρύματος να κατηγορούν τον διορισμένο από το Υπουργείο πρόεδρο της διοικούσας επιτροπής καθηγητή Βασίλη Καρδάση ότι παίρνει επιλογές που δεν είναι προς το συμφέρον του ιδρύματος.

Τελευταία αφορμή η ανακοίνωση από τον κ. Καρδάση ότι ξεκίνησαν συζητήσεις για τη συγχώνευση του ΕΑΠ με σχολές του ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, στο πλαίσιο του κύματος συγχωνεύσεων ΤΕΙ και ΑΕΙ που είναι εξέλιξη.

Μάλιστα, τρεις κοσμήτορες Σχολών του ΕΑΠ – Α. Λιοναράκης, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών​ Α. Μιχιώτης, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών​ Ι. Καλαβρουζιώτης, Σχολή Θετικών Επιστημών & Τεχνολογίας​ – και ο Εκπρόσωπος των καθηγητών του ΕΑΠ στη διοικούσα Αυγουστίνος Δημητράς κατηγόρησαν ευθέως τον πρόεδρο της διοικούσας για αυτή την επιλογή και ζήτησαν από τον υπουργό Παιδείας να μην προχωρήσουν αυτά τα σχέδια.

 

Τα προβλήματα που συσσωρεύονταν

Η τελευταία αντιπαράθεση έρχεται να πατήσει πάνω στα υπαρκτά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΕΑΠ σε μια εποχή που είναι αρκετά διαφορετική από αυτή κατά την οποία διαμορφώθηκε.

Παρά την πετυχημένη πορεία του, το ΕΑΠ αντιμετώπιζε σοβαρό ανταγωνισμό από άλλα ιδρύματα. Ήδη είχε μπει πολύ αποφασιστικά στη σχετική αγορά, το σχετικό ίδρυμα της Κύπρου, ενώ μορφές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης προσφέρουν εδώ και χρόνια και αρκετά ελληνικά πανεπιστήμια. Αυτό σημαίνει ότι το ΕΑΠ δεν έχει πια το μονοπώλιο σε αυτό το είδος ανώτατης παιδείας.

Τα πράγματα έχουν γίνει ακόμη πιο δύσκολα, καθώς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει δώσει μεγάλα περιθώρια στα ιδρύματα να αναπτύξουν εξ αποστάσεως δομές εκπαίδευσης, ενώ πλέον μπορούν να προσφέρουν ένα μέρος των μεταπτυχιακών τους προγραμμάτων εξ αποστάσεως. Μάλιστα, στο πρόσφατο σχέδιο νόμου για τη μετεξέλιξη του Διεθνούς Πανεπιστημίου και τη Συγχώνευσή του με σχολές των ΤΕΙ, ουσιαστικά επιτρέπει στο νέο ίδρυμα να διαμορφώσει και προπτυχιακές σπουδές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Επιπλέον, αλλάζουν και οι προτιμήσεις των φοιτητών, με την ανώτατη εκπαίδευση να έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση στρέφεται λιγότερο προς τα εμβληματικά για χρόνια προγράμματα Ελληνικού Πολιτισμού και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και στρέφεται σε άλλα αντικείμενα και τα μεταπτυχιακά.

Την ίδια στιγμή οξύνθηκε ένα πρόβλημα που εξ αρχής χαρακτήρισε το ΕΑΠ. Το ίδρυμα δεν στηρίχτηκε ποτέ κυρίως σε μέλη ΔΕΠ του ΕΑΠ αλλά στη δυνατότητα να προσλαμβάνει συνεργαζόμενο εκπαιδευτικό προσωπικό (ΣΕΠ), είτε μέλη ΔΕΠ άλλων ΑΕΙ είτε άλλους επιστήμονες. Τα μέλη ΣΕΠ είχαν καθοριστική συμβολή στη συγγραφή των εγχειριδίων, στη διαμόρφωση των προγραμμάτων, στο συντονισμό των Ενοτήτων και στο διδακτικό έργο.

Όμως, εξαιτίας της παρουσίας των ΣΕΠ, η μισθοδοσία των οποίων καλυπτόταν από τα δίδακτρα των φοιτητών, οι κυβερνήσεις ήταν εξαιρετικά φειδωλές στο να δίνουν στο ΕΑΠ θέσεις ΔΕΠ, προτιμώντας να δίνουν τις αντίστοιχες θέσεις σε άλλα ιδρύματα.

Όμως, την ίδια στιγμή εξαιτίας του μικρού αριθμού μελών ΔΕΠ και της διαφορετικής οργάνωσης από τα συμβατικά ΑΕΙ, το ΕΑΠ δεν απέκτησε ποτέ χαρακτήρα αυτοδύναμου ιδρύματος, δηλαδή δεν έχει δική του σύγκλητο και πρυτανεία. Ως αποτέλεσμα, τη διοίκηση ασκούσαν διαδοχικές διοικούσες επιτροπές, διορισμένες από τους εκάστοτε υπουργούς. Αυτό, όμως, δημιουργούσε προβλήματα και στη λήψη αποφάσεων και στην εφαρμογή τους.

Οι αντιπαραθέσεις με την τωρινή διοίκηση

Ο κ. Καρδάσης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, με σημαντική διοικητική εμπειρία, διορίστηκε σε αυτή τη θέση το 2015, ακριβώς στην περίοδο που άρχισαν να φαίνονται οι προκλήσεις για το ΕΑΠ.

Ορισμένες πρωτοβουλίες στις οποίες συνέβαλε όπως η αλλαγή των κριτηρίων επιλογής μελών ΣΕΠ, ώστε να μπορέσει να υπάρξει μια ανανέωση του διδακτικού προσωπικού και να μην μονοπωλούνται οι σχετικές θέσεις από μέλη ΔΕΠ που εργάζονταν για πολλά χρόνια, αντιμετωπίστηκαν θετικά.

Άλλες, όμως, πρωτοβουλίες, όπως το σχέδια για μετατροπή όλων των μαθημάτων σε εξαμηνιαία, συνάντησαν την αντίρρηση ότι σε αρκετά αντικείμενα τα ετήσια μαθήματα με τις εργασίες εξυπηρετούσαν καλύτερα τη φιλοσοφία μιας ανοιχτής και εξ αποστάσεως πανεπιστημιακής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου.

Αντίστοιχα, υπήρξαν κριτικές ότι η διοίκηση δεν έδωσε όση έμφαση έπρεπε σε ζητήματα όπως η έγκαιρη διαφήμιση των προγραμμάτων και η προσπάθεια να αποκτήσουν ξανά ζήτηση τα προγράμματα ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού.

 

Επίσης, διατυπώθηκε η κριτική ότι η διοίκηση περιοριζόταν στο να διατυπώνει το γενικό κίνδυνο για το ίδρυμα, χωρίς ωστόσο να προτείνει και συγκεκριμένα σχέδια, ή να συζητάει τις προτάσεις που μπορεί κατά καιρούς να κατατίθενται.

Σε όλα αυτά προστέθηκαν μια σειρά προβλήματα, όπως ήταν π.χ. η φετινή καθυστέρηση στη διανομή των συγγραμμάτων, ενώ δεν επιταχύνθηκε και η αντιμετώπιση πάγιων αιτημάτων όπως η συμπερίληψη των πτυχίων του ΕΑΠ σε αυτά που αναγνωρίζονται ως τυπικά προσόντα στον κύριο όγκο των διορισμών και προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ. Ενδεικτική επ’ αυτών και σχετική ερώτηση 48 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στον υπουργό Παιδείας κ. Γαβρόγλου.

 

Η απόφαση για τη συγχώνευση με σχολές του ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας

Σε αυτό το πλαίσιο, ήρθε και η πρόταση για συγχώνευση του ΕΑΠ με σχολές του ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας. Σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο ένας αριθμός σχολών θα ενταχθεί στο ΕΑΠ που πλέον θα γίνει ένα ίδρυμα που θα προσφέρει δύο είδη σπουδών: εξ αποστάσεως εκπαίδευση, όπως και τώρα, και συμβατικές σπουδές όπου οι φοιτητές θα εισέρχονται με πανελλαδικές.

Σύμφωνα με τα όσα έχει υποστηρίξει ο κ. Καρδάσης, η κίνηση αυτή δεν ακυρώνει το χαρακτήρα των εξ αποστάσεως προγραμμάτων του ΕΑΠ, ενώ παράλληλα θα ενισχύσει και τη θέση του ΕΑΠ, μέσα στο πολύ πιο δύσκολο και ανταγωνιστικό περιβάλλον που έχει να αντιμετωπίσει.

Επιπλέον, με τη συνένωσή αυτή (στην οποία τα μέλη ΔΕΠ από το ΤΕΙ θα είναι αθροιστικά περισσότερα από αυτά που έχει το ΕΑΠ) το ΕΑΠ θα αποκτήσει πλέον χαρακτηριστικά ιδρύματος με δική του Σύγκλητο και εκλεγμένες Πρυτανικές Αρχές καθώς και μια κανονική διαδικασία απόφασης που θα ξεπεράσει τη σημερινή κατάσταση όπου η γενική κατεύθυνση της διοικούσας πρέπει να περάσει μετά και να εφαρμοστεί από όσους έχουν την ακαδημαϊκή ευθύνη.

Όμως, σε όλα αυτά έχουν διατυπωθεί και σοβαρές αντιρρήσεις. Καταρχάς έχουν ακουστεί σοβαρές επικρίσεις για την έλλειψη ενημέρωσης για αυτή την πρωτοβουλία όχι μόνο σε επίπεδο μελών ΔΕΠ αλλά ακόμη και σε επίπεδο διοικούσας επιτροπής.

Ενδεικτική από αυτή την άποψη η επιστολή που έστειλαν οι τρεις Κοσμήτορες του ΕΑΠ και ο εκπρόσωπος των μελών ΔΕΠ στη Διοικούσα:

«1.      Η πρωτοβουλία σας αυτή δεν υπέχει καμίας νομιμοποίησης, από τη στιγμή που δεν την εκφράσατε ή δεν τη θέσατε υπόψη οιουδήποτε ακαδημαϊκού  οργάνου.

2.      Η αναφορά εκ μέρους σας στα πλεονεκτήματα μίας τέτοιας συγχώνευσης, ακόμα και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρατε ότι θέσατε και εξασφαλίσατε από τον κ. Υπουργό, θεωρούμε ότι αποτελούν απλώς το “χρύσωμα του χαπιού”.

3.      Ο αντίκτυπος στους φοιτητές, τωρινούς και μελλοντικούς του ΕΑΠ, ενός τέτοιου εγχειρήματος συγχώνευσης ανοικτού και εξ αποστάσεως πανεπιστημίου με ένα συμβατικό πανεπιστήμιο (εγχείρημα το οποίο παγκοσμίως δεν έχει προηγούμενο), θα είναι μεγάλος, καθώς θα αλλοιωθεί ανεπιστρεπτί ο χαρακτήρας του ιδρύματος.

4.      Οι επιπτώσεις στην ήδη επιβαρυμένη διοικητική λειτουργία του ιδρύματος θα είναι απροσδιόριστες, καθώς η συγχώνευση μεγάλου αριθμού διοικητικού προσωπικού από το ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, θα δημιουργήσει περαιτέρω δυσλειτουργίες στο διοικητικό μηχανισμό του ΕΑΠ, θέτοντας σε κίνδυνο και τη μελλοντική προκήρυξη από το ΑΣΕΠ της ΚΥΑ, μερικώς ή στο σύνολό της.»

Επιπλέον, έχει επισημανθεί ότι θα φτιαχτεί ένα ίδρυμα που η πλειοψηφία των μελών ΔΕΠ του δεν θα έχει σχέση με την ανοιχτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση και άρα θα διακυβευτεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που μιλούν για αλλοίωση της φυσιογνωμίας του ΕΑΠ που θα πλήξει και το κύρος και την απήχησή του.

Άνθρωποι με γνώση του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης επισημαίνουν ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα και του τρόπου που έχει χειριστεί το θέμα των συγχωνεύσεων ο υπουργός Παιδείας Κ. Γαβρόγλου.

Πιο συγκεκριμένα, η κριτική που ασκείται στον κ. Γαβρόγλου είναι ότι επέλεξε πρακτικά στο όνομα των υποτιθέμενων κινδύνων για την επιβίωση των ιδρυμάτων να βάλει τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ σε έναν αγώνα δρόμου για συγχωνεύσεις, χωρίς σχέδιο, την ώρα που αντιμετώπισε την εξ αποστάσεως διδασκαλία ως ένα ακόμη πεδίο για προσπαθήσουν τα ΑΕΙ να καλύψουν τα κενά και τις δυσκολίες που συναντούν εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας.

Από τη μεριά τους, όμως, οι διδάσκοντες του ΕΑΠ κατέθεσαν και αυτοί την αγωνία τους για το μέλλον ενός ιδρύματος, που, όπως και να το δει κανείς, έχει γράψει την ιστορία του στο ελληνικό εκπαιδευτικό τοπίο. «Ως Σύλλογος Διδασκόντων ΕΑΠ θεωρούμε ότι η προτεινόμενη συγχώνευση θα είναι καταστροφική για το ΕΑΠ και για την ποιότητα της ανοικτής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης γενικότερα, και συμμεριζόμαστε το σκεπτικό που εκφράζεται τόσο από την πλευρά των μελών ΔΕΠ του ΕΑΠ όσο και από την πλευρά των κοσμητόρων στη δημόσια τοποθέτησή τους.»