Και ξαφνικά όλοι έπαθαν έναν αναδρομικό έρωτα με τον Αντρέα Παπανδρέου. Δεν αναφερόμαστε στην παραδοσιακά μεγαλόθυμη αντιμετώπιση των παλαιών πολιτικών, όταν ακόμη και οι πολιτικοί τους αντίπαλοι μιλούν με καλά λόγια για αυτούς. Μιλάμε για ένα εντυπωσιακό και πάνδημο μίγμα νοσταλγίας και θαυμασμού για έναν ηγέτη που όσο ζούσε ενεπλάκη σε μερικές από τις μεγαλύτερες πολιτικές αντιπαραθέσεις της νεώτερης ιστορίας.

Καταρχάς έχουμε, όπως θα ήταν αναμενόμενο το φόρο τιμής που απέδωσαν οι παλιοί του σύντροφοι του ΠΑΣΟΚ. Τόσο η Φώφη Γεννήματά , ως πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ από τη Χίο, όσο και ο γιός του Γιώργος από την Πάτρα, συμμετείχαν σε εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.

 

Η νοσταλγία στο χώρο της κεντροαριστεράς για την εποχή του Αντρέα είναι προφανής. Χάρη σε αυτόν η κεντροαριστερά, αφού αναβαπτίστηκε στο ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, έγινε ένα μαζικό λαϊκό ρεύμα, κληρονομιά περισσότερο της κοινωνικής συμμαχίας του ΕΑΜ παρά της εκλογικής πελατείας των προπολεμικών Φιλελευθέρων και της Ένωσης Κέντρου μεταπολεμικά, που κατάφερε ταυτόχρονα να συμβάλει στην αναγνώριση των κατώτερων στρωμάτων αλλά και σε έναν ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας.

Μόνο που η σημερινή κεντροαριστερά, με τη μικρή κλίμακα, την ιδεολογία σε κάποιες περιπτώσεις «ακραίου κέντρου» και την προθυμία συνεργασίας με την κεντροδεξιά θα φάνταζε, σε μερικές τουλάχιστον εκφράσεις της, ανοίκεια για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ το ίδιο θα ίσχυε και για την εγκατάλειψη του ιστορικού ονόματος του ΠΑΣΟΚ. Για την ακρίβεια, το πιο πιθανό θα ήταν να του προκαλούσε θλίψη.

 

 

Όμως και ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε μετ’ επιτάσεως το χώρο του ΠΑΣΟΚ και την κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου. Ούτως ή άλλως σε επίπεδο πολιτικής αισθητικής και ρητορικής ο Αλέξης Τσίπρας και οι λογογράφοι του δείχνουν να έχουν περάσει πολλές ώρες μελετώντας παλαιές ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου, έστω και εάν δεν μπορούν να πετύχουν κάτι ανάλογο με το συνδυασμό έμπνευσης και ακριβολογίας που επιδείκνυε στα προεκλογικά μπαλκόνια ο ιστορικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ.

Ούτε είναι τυχαίος ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ χρόνια τώρα ενσωματώνει μια ρητορική εθνικής ανάτασης και πατριωτισμού που εμφανώς παραπέμπει στην ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ, την ώρα που το κάλεσμα για προοδευτικό μέτωπο γίνεται με όρους με τους οποίους ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ δεν είχε μεγάλο πρόβλημα να συμφωνήσει.

 

Βέβαια, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ της υλοποίησης με συνέπεια των μνημονιακών δεσμεύσεων σε επίπεδο πολιτικής μικρή σχέση έχει με το κύμα αλλαγών που έφερε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Αλλά ακόμη και ο χώρος της Κεντροδεξιάς τον αντιμετώπισε με αρκετό σεβασμό και σαφή διάθεση νοσταλγίας σε αρκετές περιπτώσεις, προσπερνώντας τις βαθιές διαχωριστικές που είχαν καταγραφεί στο παρελθόν και τις οποίες μόνο εκπρόσωποι της σκληρής δεξιάς γραμμής στο εσωτερικό της ΝΔ επιμένουν να θυμούνται.
Αντίστοιχα, παραδείγματα μπορεί να δει κανείς στα Μέσα Ενημέρωσης, ηλεκτρονικά και γραπτά, στα βιβλία μοιράστηκαν ή εκδόθηκαν.

Οι λόγοι της νοσταλγίας

Είναι σαφές ότι 100 χρόνια μετά τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου και 23 σχεδόν χρόνια μετά το θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου απολαμβάνει μια ξεχωριστής θέσης στη συλλογική μνήμη.

Οι λόγοι αυτής της μνήμης δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς και μόνο στη νοσταλγία που αισθάνονται οι εκάστοτε μεσήλικες σε πρόσωπα και πράγματα που σχετίζονται με τη νεότητά τους. Σε τελική ανάλυση άλλες περιόδους της πρόσφατης ιστορίας κανείς δεν τις θυμάται με νοσταλγία.

Η αιτία, επομένως, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο άνοδος του Ανδρέα στην πρωθυπουργία βιώθηκε ως μια τομή για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ως ιδιότυπη αναδρομική δικαίωση των στρωμάτων που υπέστησαν τις επιπτώσεις της μετεμφυλιακής περιόδου, ως πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου αλλά και ως πραγματικό βήμα εκδημοκρατισμού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι παρά τα όσα ακολούθησαν την πρώτη περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου και με τη λιτότητα της περιόδου 1985-1987 αλλά και τα σκάνδαλα που ακολούθησαν το ίχνος μνήμης που έχει μείνει παρέμεινε θετικό.

Αυτό, άλλωστε, ήταν κάτι που είχε φανεί ήδη από τότε, καθώς παρά την τεράστια επίθεση που δέχτηκε, το Ειδικό Δικαστήριο αλλά και τα προβλήματα υγείας, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα κάνει ένα εντυπωσιακό come-back το 1993, δίνοντας αποστομωτική απάντηση σε όσους τον θεώρησαν τελειωμένο λίγο χρόνια πριν.

Η σύγκριση με το σήμερα

Ωστόσο, ακόμη και αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να εξηγηθεί το γιατί έχει πλέον κατακτήσει μια τέτοια θέση στη συλλογική μνήμη, ώστε οι πολιτικοί χώροι να ερίζουν για την κληρονομιά του.

Το πρώτο στοιχείο έχει να κάνει με το πώς ύστερα από μια δεκαετία σχεδόν όπου η χώρα βρέθηκε αντικειμενικά μέσω των μνημονίων και της μεταμνημονιακής επιτήρησης σε μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου θυμίζει μια εποχή όπου η χώρα μπορούσε να διεκδικεί ότι έχει ανάστημα και ότι μπορεί να χαράσσει πολιτική με βάση τις δικές της προτεραιότητες. Αυτή η αίσθηση χαμένης υπερηφάνειας είναι λογικό να μετατρέπεται σε νοσταλγία για εκείνη την περίοδο, παραβλέποντας βέβαια ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου εν τέλει αποδέχτηκε το δεδομένο πλαίσιο σχέσεων και με το ΝΑΤΟ και με την ΕΟΚ, εκμεταλλευόμενος μάλιστα και τις χρηματοδοτικές δυνατότητες που η δεύτερη έδινε.

Η μεγάλη επιτυχία με τα αναγνωστικά του 20ού αιώνα συνεχίζεται!

Αυτή την εβδομάδα με ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, «Τα Παιδάκια», τo θρυλικό αλφαβητάρι με τα πιο αγαπημένα παιδικά τραγούδια και ποιήματα!

Μαζί, «Αναζητώντας τον Ανδρέα», 100 χρόνια από τη γέννησή του Ανδρέα Παπανδρέου, μία ιστορική έκδοση.

 

Το δεύτερο έχει να κάνει ακριβώς με το πώς στη συλλογική μνήμη έμεινε εκείνη η περίοδος ως η τελευταία ίσως στιγμή όπου η πολιτική αλλαγή μπορεί να σήμαινε και άμεση βελτίωση της θέσης μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Αντίθετα, οι περισσότερες κυβερνήσεις που ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό έμειναν στη μνήμη ως κυβερνήσεις που περισσότερο διέψευσαν προσδοκίες παρά τήρησαν υποσχέσεις.

Το τρίτο στοιχείο έχει να κάνει με την ίδια την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, Δεν ήταν απλώς το larger than life στοιχείο του, ιδίως εάν συγκριθεί με την πολύ πιο λιτή δημόσια παρουσία όσων ηγετών των ακολούθησαν. Ήταν ταυτόχρονα η ικανότητα που έδειχνε να μπορεί να συνδυάζει την αμεσότητα του μεγάλου γητευτή του πλήθους (παροιμιώδης η ικανότητά του να συνομιλεί με το πλήθος στις προεκλογικές συγκεντρώσεις), με τη βαθιά γνώση και τη στοχαστικότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου.

Σε μια εποχή που οι πολιτικοί δείχνουν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με την εικόνα τους και τα ζητήματα πολιτικής αισθητικής και όπου οι αντιπαραθέσεις μοιάζουν περισσότερο με κακογραμμένα σενάρια, είναι λογικό να υπάρχει ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια περίοδο όπου οι πολιτικοί έδειχναν να ξέρουν τι λένε και να ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάνε.

Αναζητώντας ξανά την πολιτική

Όλα αυτά μας δείχνουν ότι η νοσταλγία για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι απλώς ένα σύμπτωμα του γενικότερου προβλήματος που είναι η κρίση νομιμοποίησης και αξιοπιστίας που διαπερνά το σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Είναι μια βαθιά κρίση δεν είναι απλώς πολιτική αλλά στην πραγματικότητα πολιτισμική, που προκύπτει ακριβώς ως αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται σήμερα το πολιτικό προσωπικό.

Η συρρίκνωση των διαφορών ανάμεσα στα «συστημικά κόμματα», η διάβρωση της δημοκρατίας από τις δυνάμεις της αγοράς, η αδυναμία στοχασμού έξω από τα στενά όρια μιας οικονομικής ορθοδοξίας που ήδη έδειξε τα όριά της στην πιο πρόσφατη μεγάλη κρίση του 2008-2009, η υποκατάσταση της πολιτικής από την επικοινωνία, όλα αυτά διαμορφώνουν μια συνθήκη που δύσκολα μπορεί να γεννήσει μορφές όπως αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου, την ώρα που καθιστά την ανάγκη τους παραπάνω από επιτακτική.