Την ανάγκη να προχωρήσει ταχύτερα η εκκαθάριση των δανείων που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.

Συγκεκριμένα, μιλώντας σε συνέδριο ανέφερε ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, άνω των 200.000 δανειοληπτών ή μη εξυπηρετούμενα δάνεια ποσού άνω των 13 δισ. ευρώ, βρίσκονται στο εν λόγω καθεστώς. Με στοιχεία τέλους α’ εξαμήνου 2018, στο σύνολο των χαρτοφυλακίων, το 14,9% των μη εξυπηρετούμενων δανείων τελεί υπό καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία. Στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο το ποσοστό υπαγωγής σε νομική προστασία φτάνει το 31,5%. Δηλαδή, προσεγγιστικά 3 στα 10 στεγαστικά δάνεια είναι «υπόθεση» του νόμου Κατσέλη.

Υπό το πρίσμα αυτό, όπως ανέφερε σύμφωνα με το ΑΜΠΕ, αναδεικνύεται ως ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας η ενίσχυση και επίσπευση της εκκαθάρισης των υποθέσεων που τελούν υπό καθεστώς νομικής προστασίας με βάση τον ν. 3869/2010 ή, όπως πλέον έχει καθιερωθεί, τον «νόμο Κατσέλη».

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος σημείωσε ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο τραπεζικός κλάδος ενώ κατέληξε λέγοντας ότι κρίνεται υψίστης σημασίας η ανάληψη επιπλέον ενεργειών από την πλευρά τόσο της Πολιτείας και των εποπτικών αρχών όσο και των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να απαλλαγεί ο τραπεζικός τομέας ολοσχερώς μέχρι το τέλος του 2021 από το πρόβλημα αυτό.

Τόνισε ότι η συνολική στρατηγική που ακολουθήθηκε στον τομέα διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε συνεργασία με την Πολιτεία, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ και φυσικά τα πιστωτικά ιδρύματα, κινήθηκε μέχρι τώρα σε τρεις άξονες:

α) Την περαιτέρω οργάνωση και ενίσχυση του υφιστάμενου θεσμικού και εποπτικού πλαισίου, που διέπει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

β) Την άρση των εμποδίων για την ενεργή διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

γ) Την ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Πρόσθεσε, δε, ότι πλέον απαιτείται ένας τέταρτος άξονας ο οποίος αφορά νέες πρωτοβουλίες για συστημικές λύσεις και στο πλαίσιο αυτό η ΤτΕ επεξεργάστηκε και παρουσίασε στις 22 Νοεμβρίου ένα φιλόδοξο σχέδιο ταχείας αποκλιμάκωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τραπεζικό σύστημα. Το προτεινόμενο σχήμα προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση (τα μισά, περίπου 40 δισεκ. ευρώ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς τους, σε μία Εταιρία Ειδικού Σκοπού (Special Purpose Vehicle).

Επενδυτικό σοκ

Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη ενός επενδυτικού σοκ προκειμένου να περάσει σε ένα νέο εξωστρεφές, αναπτυξιακό πρότυπο υπογράμμισε εξάλλου ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Ο Γιάννης Στουρνάρας επισήμανε ότι παρατεταμένη και βαθιά κρίση που βίωσε η χώρα την τελευταία δεκαετία επέφερε τρεις σημαντικές αλλαγές, αναφορικά με το αναπτυξιακό της πρότυπο. Πρώτον, ο τραπεζικός δανεισμός, που ήταν η κύρια πηγή χρηματοδότησης της δραστηριότητας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, μειώθηκε δραματικά. Δεύτερον, οι ιδιωτικές επενδύσεις συρρικνώθηκαν. Τρίτον, η εξωστρέφεια της παραγωγικής δομής ενισχύθηκε, αλλά αυτό έγινε σε περιβάλλον εγχώριας ύφεσης.

«Ξεκινώντας από τις αλλαγές στην πραγματική οικονομία, η μετάβαση σε ένα νέο, πιο εξωστρεφές, αναπτυξιακό πρότυπο έχει ήδη ξεκινήσει και αναμένεται να συνεχιστεί. Οι εξελίξεις, όμως, όσον αφορά την ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων ως πηγής ανάπτυξης, είναι λιγότερο ενθαρρυντικές. Στον τομέα αυτό θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη πρόοδος.

Το 2017, οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων, δηλαδή οι ακαθάριστες επενδύσεις μείον τις αποσβέσεις, ανέρχονταν σε -2,8 δισεκ. ευρώ ή -1,6% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ η τάση αυτή ενισχύεται, καθώς το δεύτερο τρίμηνο του 2018 ανήλθαν σε -3,7 δισεκ. ευρώ ή 2,0% του ονομαστικού ΑΕΠ σε ετησιοποιημένη βάση.

Όμως, για να αυξηθεί το απόθεμα κεφαλαίου και, συνεπώς, το δυνητικό προϊόν της ελληνικής οικονομίας, βασική προϋπόθεση είναι οι θετικές καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα να αυξηθούν κατά 50% περίπου τα επόμενα χρόνια. Συνεπώς, η ελληνική οικονομία χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ, με έμφαση στις πιο παραγωγικές και εξωστρεφείς επιχειρηματικές επενδύσεις, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα υστέρησης του προϊόντος και να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στο μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες» , υποστήριξε ο κ. Στουρνάρας.

Γράψτε το σχόλιό σας