Το πρόβλημα με μερικές ειδήσεις είναι ότι σε βάζουν να αναρωτιέσαι αν είναι χειρότερη η ίδια η είδηση ή το γεγονός ότι δεν σε εκπλήσσει.

Σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσαμε να εντάξουμε το ρεπορτάζ της Καθημερινής στο οποίο δημοσιεύονται τα στοιχεία του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης για τους πλαστά πτυχία, απολυτήρια και πιστοποιητικά στο δημόσιο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΕΔ από το 2014 ως τον Οκτώβριο του 2018 έχουν εντοπιστεί και διασταυρωθεί 1.737 πλαστοί τίτλοι ενώ υπό διερεύνηση βρίσκονται ακόμη 2.002 υποθέσεις. Η συντριπτική πλειονότητα εντοπίζεται σε υπουργεία, ΔΕΚΟ και δήμους και φορείς τους. Από τις ήδη ελεγμένες, 849 περιπτώσεις αφορούν πτυχία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, 461 πτυχία πανεπιστημίου ΑΕΙ, 158 πτυχία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (ναι, του δημοτικού), 60 πτυχία ΤΕΙ, 71 πτυχία ξένων γλωσσών και 31 πιστοποιητικά γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιστορία του ξεγυμνώματος που έγινε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, από τους «τυφλούς» οδηγούς ταξί και τα πλαστά πιστοποιητικά αναπηρίας, τους αργόμισθους συμβασιούχους στο ευρύτερο δημόσιο, τη στελέχωση υπηρεσιών και φορέων με εργαζόμενους που μοιράζονται – μα τι σύμπτωση – τον ίδιο τόπο καταγωγής με τον πολιτικό προϊστάμενό τους και άλλα πολλά.

Ηθικολόγοι και παπατζήδες

Είναι ενδιαφέρον πως ενώ όλοι αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολιτικές ευθύνες για όλα τα δεινά μας (διαφωνώντας βεβαίως στο που τις αποδίδει ο καθένας μας) και οι ειδήσεις για μίζες και πολιτική διαφθορά καταναλώνονται βουλιμικά, η έννοια της μικρομεσαίας διαφθοράς έχει συζητηθεί ελάχιστα. Όταν αναφέρεται, μάλιστα, στον δημόσιο διάλογο συνήθως συνοδεύεται από άκρατη ηθικολογία και αντιπαραβάλλεται με τον λαϊκισμό που την παρουσιάζει ως επίθεση στον επιούσιο λαό και πρακτικές «των άλλων» ενώ είναι δεδομένο πως η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε υπό την αγαστή συνεργασία και την πολύ βολική αδιαφορία όλων.

Στην πραγματικότητα το να πλασάρεσαι ως φίλος του λαού υποβαθμίζοντας το πρόβλημα είναι σαν να τον ταυτίζεις με αυτό, να υποτιμάς το κριτήριο του ή/και να θεωρείς την εξαχρείωση αυτή μια φυσική κατάσταση. Είναι ένας ελιτισμός του χειρίστου είδους που τελικά ταυτίζεται με αυτούς που υποτίθεται πως απεχθάνεται, αυτούς που γενικεύουν εναντίον κάθε εργαζόμενου του δημόσιου τομέα. Υπονοεί δε ότι είμαστε περίπου καταδικασμένοι να ζούμε έτσι, όχι μια χώρα με θεσμικό πρόβλημα αλλά μια κοινωνία αποτελούμενη από καρικατούρες μικροαπατεώνων, όπως μας παρουσίαζαν κάτι λαικίστικες φυλλάδες του εξωτερικού.

Όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να μας πείσουν για το αντίθετο, η διαφθορά στην Ελλάδα δεν είναι περιστασιακή και, όχι, τη χρεοκοπία δεν την προκάλεσαν τα σκάνδαλα και οι μίζες («πολιτική οικονομία ούτε του δημοτικού», όπως το είχε σχολιάσει η Αλέκα Παπαρήγα). Το πρόβλημα είναι ότι η διαφθορά είναι ένα διαρκές αποτύπωμα στο ελληνικό κράτος. Και ακόμη πιο αποκαρδιωτικό, ότι για τόσα χρόνια εργάζονταν ακόμη και γιατροί με πλαστά πτυχία κι εμείς διαβάζουμε την είδηση χωρίς να μας σηκώνεται καν το φρύδι.