«Η κλιματική αλλαγή συντελείται ήδη και γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητική», προειδοποιεί ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός, με τα ρεκόρ υψηλών θερμοκρασιών να καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Ήδη, από τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, η χώρα μας ήρθε αντιμέτωπη με τους πρώτους «μίνι» καύσωνες, με τη θερμοκρασία να ξεπερνάει τους 36 βαθμούς Κελσίου.

Τα τελευταία χρόνια οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλών θερμοκρασιών εγείρουν ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Οι υπεύθυνοι Υγιεινής και Ασφάλειας της εργασίας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με τις αυξημένες θερμοκρασίες που παρατηρούνται στους χώρους εργασίας και τις δραματικές συνέπειες στην υγεία και την απόδοση των εργαζομένων.

Συγκεκριμένα οι επιβαρυμένοι θερμικά εργασιακοί χώροι επηρεάζουν τη φυσιολογική λειτουργία των μηχανισμών θερμορύθμισης που διαθέτει ο ανθρώπινος οργανισμός. Το γεγονός αυτό δεν συμβάλλει μόνο στην επιβάρυνση της υγείας του εργαζομένου και την εκδήλωση διαφόρων νοσημάτων, αλλά περιορίζει επίσης σημαντικά την σωματική και διανοητική ικανότητα του. Πρόωρη κόπωση, αδυναμία, ζάλη καθώς και μειωμένη ικανότητα του εργαζομένου να αντιδράσει σωστά στα εξωτερικά ερεθίσματα ή να παρακολουθήσει και να κατανοήσει σύνθετες διαδικασίες έχουν ως συνέπεια τη μείωση της παραγωγικότητας και σε κάποιες περιπτώσεις την αύξηση του κινδύνου εργατικών ατυχημάτων. Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι η θερμική επιβάρυνση των εργαζομένων συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα μίας επιχείρησης και την οικονομική ανάπτυξη των κρατών.

«Για τη μελέτη και κατανόηση της θερμικής καταπόνησης των εργαζομένων είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός μιας σειράς φυσικών μεγεθών όπως είναι η θερμοκρασία, η σχετική υγρασία, η ακτινοβολία αλλά και παραμέτρων που σχετίζονται με τον εργαζόμενο, όπως η ηλικία και η κατάσταση της υγείας του καθώς και το είδος και η βαρύτητα της εργασίας ή αλλιώς ρυθμός εργασίας. Στην προσπάθεια καθορισμού της βέλτιστης συνθήκης θερμικής άνεσης κατά τη διάρκεια της εργασίας, όλες αυτές οι παράμετροι συνυπολογίζονται με αποτέλεσμα τη δημιουργία και την καθιέρωση σχετικών μικροκλιματικών δεικτών. Ο ρυθμός εργασίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη καθώς καθορίζει πόση θερμότητα μπορεί να παραχθεί από τον εργαζόμενο. Κατά την διάρκεια της εκτέλεσης μιας εργασίας, το 20% της ενέργειας που καταναλώνεται μετατρέπεται σε μηχανικό έργο, ενώ το υπόλοιπο 80% αποδίδεται στο ανθρώπινο σώμα ως θερμότητα (μεταβολική θερμότητα)», εξηγεί Κωνσταντίνα Πουλιανίτη, ερευνήτρια στο  FAME Laboratory (Εργαστήριο Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας Σχολή Επιστήμης Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας).

Όσο πιο υψηλός είναι ο ρυθμός εργασίας τόσο πιο μεγάλο είναι το ποσοστό θερμότητας που παράγεται με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη θερμική καταπόνηση του εργαζομένου.

«Ο πιο γρήγορος τρόπος να μειωθεί ο ρυθμός παραγωγής θερμότητας είναι η μείωση του ρυθμού εργασίας ή η ανάπαυση του εργαζομένου», συμπληρώνει η ερευνήτρια.

Και προσθέτει ότι, «η βέλτιστη ρύθμιση του ποσοστού εργασίας – ανάπαυσης είναι μια σημαντική στρατηγική για τον έλεγχο και την αποφυγή της θερμικής καταπόνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, κορυφαίοι παγκόσμιοι οργανισμοί σχεδιασμού προτύπων αλλά και εθνικοί φορείς διαφόρων κρατών έχουν ποσοτικοποιήσει διαφορετικά επίπεδα θερμικής καταπόνησης και έχουν καθορίσει το αντίστοιχο ποσοστό εργασίας-ανάπαυσης μίας τυπικής ώρας σύμφωνα με το οποίο ένα άτομο μπορεί να εργαστεί με ασφάλεια, χωρίς τον κίνδυνο της θερμικής επιβάρυνσης».

Σημειώνεται ότι η μέθοδος εκτίμησης της θερμικής καταπόνησης που βασίζεται στον δείκτη θερμοκρασίας υγρού βολβού WBGT (Wet Bulb Globe Temperature) και ακολουθεί το Διεθνές Πρότυπο ISO 7243:1989, έχει πιστοποιηθεί και διατίθεται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τυποποίησης ως Πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 27243:1993.

Σε γενικές γραμμές, ο ορθός προσδιορισμός και η όσο το δυνατόν πληρέστερη συνεκτίμηση των επί μέρους παραμέτρων της θερμικής καταπόνησης που σχετίζονται με το περιβάλλον και τον ανθρώπινο παράγοντα είναι αναγκαία για να καθοριστούν σωστά η μορφή και το είδος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν ώστε να διαμορφωθεί ένα ανεκτό θερμικά εργασιακό περιβάλλον.

Το Εργαστήριο Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα HEAT-SHIELD: Integrated inter-sector framework to increase the thermal resilience of European workers in the context of global warming. Σκοπός του προγράμματος είναι η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της θερμικής καταπόνησης στο χώρο εργασίας στην υγεία και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σε πέντε στρατηγικές βιομηχανίες της Ευρωπαϊκής Οικονομίας (Γεωργία, Κατασκευές, Μεταποίηση, Μεταφορές,  Τουρισμός), λαμβάνοντας υπόψη τη δυνητική αύξηση αυτών των επιπτώσεων εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Στο πλαίσιο του Προγράμματος και σε μία προσπάθεια χαρακτηρισμού του ρυθμού εργασίας των εργαζομένων στις πέντε προαναφερθείσες βιομηχανίες, πραγματοποιήθηκε μια εκτεταμένη βιβλιογραφική ανασκόπηση για την συλλογή όλων εκείνων των μελετών που αξιολόγησαν το μεταβολικό ρυθμό των εργαζομένων εν ώρα εργασίας. Η μελέτη βρίσκεται στο στάδιο δημοσίευσης σε επιστημονικό περιοδικό διεθνούς κύρους.

«Σκοπός της μελέτης ήταν να δημιουργηθεί μία λεπτομερής λίστα των εκτιμώμενων ρυθμών εργασίας όλων εκείνων των επαγγελμάτων και εργασιών που εντάσσονται στις πέντε βιομηχανίες που βρίσκονται στο στόχαστρο του Προγράμματος. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο κλάδος της Γεωργίας συγκεντρώνει τις εργασίες εκείνες που απαιτούν τον υψηλότερο βαθμό σωματικής δραστηριότητας ενώ ο Κατασκευαστικός κλάδος ακολουθεί με πολύ μικρή διαφορά στον απαιτούμενο ρυθμό εργασίας. Σχετικά υψηλό επίπεδο ρυθμού εργασίας παρουσίασε και ο κλάδος της Μεταποίησης ενώ οι Μεταφορές και ο Τουρισμός θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εκείνοι οι τομείς που περιέχουν επαγγέλματα που απαιτούν τους χαμηλότερους ρυθμούς εργασίας. Επίσης από τα αποτελέσματα της μελέτης φάνηκε ότι είναι αναγκαία μία εκ νέου στροφή της επιστημονικής κοινότητας στην εκτίμηση του ρυθμού εργασίας των εργαζομένων με στόχο την αντιμετώπιση του φαινομένου της θερμικής καταπόνησης στους χώρους εργασίας», λέει η Κωνσταντίνα Πουλιανίτη.

Η κλιματική αλλαγή που συντελείται σε συνδυασμό με την αλλαγή των εργασιακών συνθηκών εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης κάνουν επιτακτική την ανάγκη για νέες μελέτες εκτίμησης του εργασιακού φορτίου σε πραγματικό χρόνο σε διάφορους χώρους εργασίας.

Ο ορθός προσδιορισμός όλων των φυσικών και φυσιολογικών παραμέτρων που συντελούν στους μηχανισμούς της θερμορύθμισης στοχευμένος κάθε φορά στην ιδιαιτερότητα κάθε επαγγέλματος, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιβαλοντικές συνθήκες, θα καθορίσει τη μορφή και το είδος των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη διαμόρφωση ενός θερμικά ανεκτού εργασιακού περιβάλλοντος.