Ο βαθμός ελευθερίας της ελληνικής κυβέρνησης για χάραξη πολιτικής σε κρίσιμους τομείς είναι το «καυτό» και το πιο ουσιαστικό θέμα για την επόμενη ημέρα.

Η εξασφάλιση της δυνατότητας η Ελλάδα να πάει σε αυτή τη διαπραγμάτευση για το μεταμνημονιακό εποπτικό πλαίσιο χωρίς επιπλέον βαρίδια από «νέα δάνεια» και «ημιπρογράμματα» είναι και ο κυριότερος λόγος που η κυβέρνηση απορρίπτει την προληπτική πιστωτική γραμμή και επιλέγει αυτή της καθαρής εξόδου με δημιουργία του δικού της -έστω και με μεγαλύτερο κόστος- «κουμπαρά» ασφαλείας. Μη ξεχνάμε ότι ήδη έχει δυο σιδερένιες μπάλες στα πόδια: τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και το υψηλό χρέος για το οποίο ζητά μέτρα ελάφρυνσης.

Στο πλαίσιο αυτό ο πρωθυπουργός δεν δίστασε σε πρόσφατη ομιλία του, εν μέσω της αναστάτωσης που προκάλεσε στις αγορές η ιταλική πολιτική κρίση, να αναγάγει σε εθνικό στόχο την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια στηριζόμενης στις δικές της δυνάμεις, τονίζοντας ότι διαβατήριο αποτελεί η ανάκτηση, μετά από πολλές θυσίες και βαθιές μεταρρυθμίσεις, της εμπιστοσύνης των αγορών και των εταίρων και διαβεβαιώνοντας για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων που εξασφαλίζουν την επάνοδο στις διεθνείς αγορές.

«Η Ελλάδα λοιπόν μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της τέταρτης και τελευταίας αξιολόγησης και την οριστική και ουσιαστική συμφωνία για το χρέος θα είναι μια χώρα που θα μπορεί να πατήσει ξανά στα πόδια της. Στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις. Χωρίς δεκανίκια. Χωρίς πιστοληπτικές γραμμές στήριξης. Χωρίς τη διαρκή τεχνική υποβοήθηση της αναπνοής της. Αυτός είναι ο εθνικός μας στόχος», τόνισε, ενώ σε συνέντευξή του χαρακτήρισε την προληπτική γραμμή «καμουφλαρισμένο μνημόνιο».

Το επιχείρημα ότι η προληπτική γραμμή εξόδου ισοδυναμεί με «ημιμνημονιακή» κατάσταση, που συνεπάγεται διαπραγματεύσεις, προαπαιτούμενα, δεσμεύσεις και εμπλοκή κοινοβουλίων των εταίρων, αφού απαιτεί την έγκρισή τους, έχει χρησιμοποιήσει πολλάκις και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας, Γ. Δραγασάκης για να υποστηρίξει την επιλογή της καθαρής εξόδου.

«Ουσιαστικά μεταθέτει το πρόβλημα της εξάρτησης», υποστηρίζει, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι η Ελλάδα «δεν χρειάζεται νέες θερμοκοιτίδες».

«Η Ελλάδα και μπορεί να βγει και πρέπει να βγει από τα προγράμματα», συμμερίζεται την παραπάνω άποψη ο κ. Κουτεντάκης. Τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής ήταν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που κρίθηκαν απαραίτητα στις συγκεκριμένες χρονικές συγκυρίες και οικονομικές συνθήκες, εξηγεί. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει, οι βασικές μακροοικονομικές ανισορροπίες που οδήγησαν την Ελλάδα στα μνημόνια έχουν διορθωθεί και τα προγράμματα πρέπει να τελειώσουν, επισημαίνει.

Αυτός είναι άλλωστε και ο τελικός στόχος τους, τονίζει, συμφωνώντας ότι η προληπτική γραμμή παρατείνει το καθεστώς των προγραμμάτων και καθυστερεί την επιστροφή στην κανονικότητα και την ομαλοποίηση της κατάστασης.

Κανονικότητα, εξηγεί ο κ. Κουτεντάκης, σημαίνει επιστροφή στις αγορές για την κάλυψη των δανειακών αναγκών, όπως κάνουν όλες οι χώρες. Σαφώς υπάρχουν κίνδυνοι, δεδομένου και ότι οι αγορές λειτουργούν με κυνικά αυτοματοποιημένο τρόπο, χωρίς πολιτικά κριτήρια και περιθώρια πολιτικής διαμεσολάβησης, παραδέχεται, «αλλά η μόνη εναλλακτική για να έχει μια χώρα το κεφάλι της ήσυχο είναι να βρίσκεται μόνιμα σε ένα πρόγραμμα, κάτι που δεν γίνεται», λέει χαρακτηριστικά.

Επίσης, συνηγορεί στο ότι η προληπτική γραμμή στήριξης συνεπάγεται αφενός δεσμεύσεις και αφετέρου ένα πλαίσιο πιο αυστηρής και παρεμβατικής εποπτείας από αυτήν που αναμένεται μετά το τέλος του προγράμματος με καθαρή έξοδο, τις οποίες μάλιστα αναλαμβάνεις και είσαι υποχρεωμένος να υποστείς απλώς για να έχεις τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσεις ακόμη και αν τελικά δεν τη χρειαστείς, εξηγεί ο κ. Κουτεντάκης, που είχε προκαλέσει αντιδράσεις με τη δήλωσή του ότι προτιμά μία πιο ακριβή έξοδο από τα μνημόνια με αντάλλαγμα την απελευθέρωση από πολιτικές δεσμεύσεις.

Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι αυτά που ορίζονται από τον σχετικό κανονισμό, όπου επιλέγεται πάλι μια γενική διατύπωση χωρίς εξειδικεύσεις, προβλέπουν ότι: σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του ESM για τη διασφάλιση της χρηματοικονομικής σταθερότητας στην ευρωζώνη, ο Μηχανισμός δύναται να παρέχει στήριξη σταθερότητας σε μέλος του κάτω από αυστηρούς όρους και εξίσου αυστηρά προαπαιτούμενα.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για μία κατάσταση πολύ κοντά σε όσα ισχύουν για το είδος της εποπτείας επί καθεστώς μνημονίου.

Αναγνωρίζοντας πλήρως την ανάγκη σταδιακής απαγκίστρωσης από τον «ιδεοληπτικό έλεγχο της τρόικας», όπως χαρακτηριστικά λέει, ο κ. Αργείτης συμφωνεί ότι αυτό είναι το μελανό σημείο της επιλογής της προληπτικής γραμμής πίστωσης.

Ωστόσο, εμφανίζεται προβληματισμένος ως προς το αν η κυβέρνηση με την απόρριψη της προληπτικής γραμμής όντως θα επιτύχει το στόχο αυτό κερδίζοντας βαθμούς ελευθερίας, δεδομένων πάντα των δεσμεύσεων που ήδη έχει αναλάβει, αλλά και των διαφαινόμενων διαθέσεων των Ευρωπαίων -με αρχηγό τη Γερμανία- για παροχή ελευθεριών.

Τους προβληματισμούς αυτούς ενίσχυσε η δήλωση του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι οι έλεγχοι και οι αξιολογήσεις της ελληνικής οικονομίας στη μεταπρογραμματική περίοδο θα είναι συχνότερες από αυτές που προβλέπονται για τις άλλες χώρες (Πορτογαλία, Κύπρο, Ιρλανδία, Ισπανία) που βγήκαν από τα μνημόνια.

«Οι αποστολές μεταμνημονιακής παρακολούθησης της ΕΕ θα είναι πιθανόν πιο συχνές από τις εξαμηνιαίες αξιολογήσεις που συνηθίζονται για τις χώρες που έχουν βγει από προγράμματα στήριξης. Πιθανόν να είναι τρεις ή τέσσερις επισκέψεις αντί για δύο», ανέφερε.

Για τριμηνιαίους έλεγχους και ενισχυμένη εποπτεία μίλησαν στις τελευταίες τους δηλώσεις και ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, αλλά και ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στην τρόικα, Ντέκλαν Κοστέλο, τονίζοντας μάλιστα ότι αυτή θα ανανεώνεται κάθε έξι μήνες με απόφαση της Κομισιόν και θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο ή τρία έτη.

«Η Ελλάδα θα υπόκεινται σε τακτικές επιθεωρήσεις στο πλαίσιο του λεγόμενου Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης», επισήμανε ο Κλ. Ρέγκλινγκ, σε μια από τις δηλώσεις του, που είναι πιο ασφαλές να αξιολογούνται ως πληροφορίες για τις προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι και όχι ως αποκάλυψη του μέλλοντος, αφού μέχρι σήμερα έχουμε γίνει πολλές φορές μάρτυρες διάψευσης δηλώσεων υψηλόβαθμων αξιωματούχων στο τέλος κρίσιμων Eurogroup.

Μα και με προληπτική γραμμή πίστωσης, που όντως είναι σαν πρόγραμμα, τόσες θα ήταν οι αξιολογήσεις, λέει χαρακτηριστικά ο κ. Τσακλόγλου, που εμφανίζεται βέβαιος ότι η επιλογής της δεν θα επηρέαζε σημαντικά τα όποια περιθώρια κινήσεων δημιουργούνται στις δεδομένες συνθήκες για την ελληνική κυβέρνηση.

Όπως τονίζει, γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι οι Ευρωπαίοι σκοπεύουν να επιβάλουν ενισχυμένη εποπτεία στην Ελλάδα, ακριβώς επειδή της έχουν δανείσει περισσότερα χρήματα από ό,τι σε όλες τις άλλες μνημονιακές χώρες μαζί και επειδή φοβούνται πισωγυρίσματα σε διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ακύρωση δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί και παρέκκλιση από τη δημοσιονομική πειθαρχία, φόβοι που ενισχύονται όσο ενδυναμώνεται το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών.

Με δεδομένη, λοιπόν, την πρόθεση αυτή, τα μέτρα και τις δεσμεύεις που έχει ήδη αναλάβει η χώρα, και επί της ουσίας συνιστούν συνέχιση του προγράμματος, όπως λέει ο κ. Τσακλόγλου «δεν νομίζω ότι αν μας έδιναν προληπτική γραμμή θα μας επέβαλαν πολλά περισσότερα από αυτά που ισχύουν τώρα».

Οπότε, συνεχίζει τη σκέψη του, τελικά αυτό που χάνεται είναι η ασφάλεια που προσφέρει η προληπτική πιστωτική γραμμή και ο μεγαλύτερος χρόνος που εξασφαλίζει για καλύτερη προετοιμασία της οικονομίας για αυτόνομη έξοδο στις αγορές.

Χωρίς να αμφισβητεί το όφελος της εξασφάλισης περισσότερου χρόνου για την καλύτερη «οχύρωση» της οικονομίας, ο κ. Αργείτης αμφιβάλλει κατά πόσο αυτό μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες Επιτροπείας, καταδεικνύοντας πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες και πόσα διλήμματα προκύπτουν σε κάθε βήμα.

«Η προληπτική γραμμή στήριξης θα δημιουργούσε θετικές βραχυπρόθεσμες προϋποθέσεις εφόσον δεν συνοδευόταν από ιδεοληπτικές υφεσιακές πολιτικές» επισημαίνει.

Όπως εξηγεί, «είμαι προβληματισμένος. Υπάρχουν ρίσκα και κίνδυνοι με το σενάριο της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα όμως, ζητώντας προληπτική πιστωτική γραμμή με ισχυρή εποπτεία, συνεπώς και με τους δανειστές πάνω από το κεφάλι της χώρας, με τις ιδεοληψίες τους, με τα συμφέροντα τους, με τις δικές τους εσωτερικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, τα περιθώρια που θα είχε τα επόμενα δύο χρόνια για να πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και να βελτιώσει την εικόνα, ώστε να βγει στις αγορές, και πάλι είναι υπό αμφισβήτηση».

Η ουσία, πάντως, λένε οι υποστηρικτές της καθαρής εξόδου, δεν έγκειται στο αν θα σου ζητούσαν περισσότερες ή λιγότερες παρεμβάσεις, μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό αξιολογήσεων – χωρίς να υποτιμάται η σημασία αυτών για τη ψυχολογία της κοινωνίας και της οικονομίας.

Έγκεινται στη δύναμη και στην «επίσημη αναγνώριση» του δικαιώματος των δανειστών μέσω π.χ. νέου δανείου για επιβολή της άποψής τους. Άλλο σύσταση και προειδοποίηση, έστω και αυστηρή που πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν επηρεάσει τη συμπεριφορά των αγορών, άλλο απαίτηση και συγκεκριμένες υποδείξεις, λένε χαρακτηριστικά.

Όπως έχει επανειλημμένως πει ο κ. Τσακαλώτος, με το τέλος του προγράμματος φεύγουμε από τη λογική των κυρώσεων της άρνησης καταβολής της δόσης, και «του κλείνει-δεν κλείνει η αξιολόγηση». Παύει να ισχύει αυτός ο μηχανισμός επιβολής.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό ο κ. Τσακλόγλου υπενθυμίζει ότι η τέταρτη αξιολόγηση δεν έχει κλείσει, τα προαπαιτούμενα είναι αρκετά, και «δεν θα εκπλαγώ αν μέρος τουλάχιστον της όποιας ελάφρυνσης χρέους δοθεί στην Ελλάδα συνδεθεί με την ολοκλήρωση συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων ή/και ιδιωτικοποιήσεων».

Επίσης, μέσο για την επιβολή μέτρων και πολιτικών που κρατούν ακόμη στα χέρια τους οι δανειστές σχετίζεται και με τα εναπομείναντα χρήματα από το τρίτο πρόγραμμα και το ποσό που θα διαθέσουν για το «κεφαλαιακό μαξιλάρι», προσθέτει ακόμη ο κ. Τσακλόγλου, δεδομένα που δεν πρέπει να υποτιμώνται.

Άσσος στο μανίκι η ρύθμιση του χρέους;

Το ισχυρότερο «όπλο» όμως που κρατούν οι δανειστές είναι η ρύθμιση για το χρέος. Εάν στο ζήτημα αυτό κυριαρχήσουν οι απόψεις των σκληρών από τους δανειστές, που απαιτούν σύνδεση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους με συγκεκριμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις, τότε πραγματικά μπορεί να αποδειχθεί ότι με την άρνηση της προληπτικής γραμμής απλώς έχεις κλείσει μια χαραμάδα για να μην μπει η παρεμβατική εποπτεία, ενώ η πόρτα είναι ορθάνοιχτη.

Φρένο, ωστόσο, στις διαθέσεις της Γερμανίας και των χωρών που έχουν δεθεί στο άρμα της, βάζει η Κομισιόν και το ΔΝΤ που επιμένουν για μια λύση που θα είναι εξ αρχής σαφής, απαλλαγμένη από όρους και προϋποθέσεις και θα δημιουργεί ασφάλεια στις αγορές, ενώ και η Γαλλία ζητά στήριξη της Ελλάδας επιμένοντας και στην σύνδεση της αποπληρωμής του χρέους με την ανάπτυξη.

Κοινή συνισταμένη στις τοποθετήσεις των συνομιλητών μας η παραδοχή ότι η όποια συμφωνία ελάφρυνσης του χρέους θα επηρεάσει σημαντικά τη συζήτηση για τη μεταμνημονιακή εποπτεία.

Κρίσιμο ρόλο, όμως, εξηγούν θα παίξει το μέγεθος της ελάφρυνσης, και ο αριθμός και η σημασία των παρεμβάσεων που θα τεθούν υπό αίρεση και θα συνδεθούν με όρους.

Όπως άλλωστε έχει ξεκαθαρίσει ο Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM, «γενναία ελάφρυνση του χρέους σημαίνει και πιο στενή και αυστηρότερη εποπτεία μεταπρογραμματικά».

Όπως εξηγεί ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, «από πλευράς των επίσημων δανειστών, το κρίσιμο ζητούμενο είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα κινήτρων που θα εξασφαλίζει την υπεύθυνη στάση των μελλοντικών κυβερνήσεων. Εδώ αναμένεται να χρησιμοποιηθεί η ρύθμιση του χρέους υπό συνθήκες που θα αξιολογούνται σε βάθος χρόνου».

Ωστόσο, τονίζει, «τα μέτρα ελάφρυνσης που θα αποφασιστούν θα πρέπει να συμβάλλουν στη μελλοντική σταθερότητα και να μην χαρακτηρίζονται από αιρεσιμότητα – καθώς κάτι τέτοιο καθιστά δύσκολη την εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας και θα καταστήσει δαπανηρότερη την αποκατάσταση της κανονικής χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου από τις ιδιωτικές αγορές, δηλαδή τον τελικό σκοπό του όλου εγχειρήματος».

«Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα μπορεί να γλιτώσει από το να τίθενται υπό αίρεση κάποια μέτρα για ένα μέρος του χρέους, αλλά τουλάχιστον ας αφορούν το ελάχιστο δυνατό», λέει ο κ. Κουτεντάκης. Για παράδειγμα θα μπορούσε να τελεί υπό αίρεση η επιστροφή των κερδών από ελληνικά ομόλογα που κατέχει το ευρωσύστημα, ποσό περίπου 5 δισ. ευρώ, εξηγεί.

«Εάν η λύση για το χρέος συνδεθεί με πολλούς όρους και προϋποθέσεις, πόσο μάλλον με πολιτικές διαδικασίες, υπονομεύεται η όλη προσπάθεια», λέει καταληκτικά ο κ. Κουτεντάκης, που βλέπει πηγές αβεβαιότητας και στον λεγόμενο γαλλικό μηχανισμό –τουλάχιστον όπως αυτός έχει μέχρι σήμερα παρουσιαστεί- για σύνδεση της αποπληρωμής του χρέους με βάση την ανάπτυξη.

«Ο επενδυτής που θα επενδύσει σε ελληνικό δεκαετές ομόλογο, για να αισθάνεται σίγουρος ότι θα πάρει τα χρήματά του στη λήξη του, θα πρέπει να υπολογίσει το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2028, ώστε να ξέρει εάν οι η χώρα θα πληρώσει πολλά ή λίγα για αποπληρωμή χρέους», λέει χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την ελπίδα να βρεθεί τρόπος να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά, ώστε η γαλλική πρόταση -που στη βάση της είναι σωστή- να είναι και λειτουργική.

Ξεκάθαρη λύση και μάλιστα για το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, χωρίς αιρεσιμότητες, ζητά και το ΔΝΤ, το οποίο, όπως ξεκαθάρισε η επικεφαλής Κρ. Λαγκάρντ, θα είναι παρόν μεταπρογραμματικά στην Ελλάδα. Αυτό μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τους ελέγχους στη μεταμνημονιακή εποχή, αλλά είναι θετικό σε ό,τι αφορά το χρέος, αφού αυτό που ζητά το ΔΝΤ είναι πολύ κοντά σε αυτό που επιθυμεί η Ελλάδα.

Το ΔΝΤ ζητά αυτόματους μηχανισμούς για να μπορούν οι αγορές να προβλέψουν τι ακριβώς θα συμβεί με το χρέος σε βάθος χρόνου, εξηγεί ο κ. Τσακλόγλου, εξηγώντας ότι η πρόταση της Γερμανίας να συνδεθεί η ελάφρυνση του χρέους για παράδειγμα με δομικές μεταρρυθμίσεις είναι προβληματική, καθώς αυτά είναι μεγέθη δύσκολα μετρήσιμα.

«Το σημαντικότερο ζήτημα είναι να διασφαλίσουμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό ότι η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει την πρόσβαση στις αγορές μετά την έξοδο από το πρόγραμμα. Αυτό δεν είναι μόνο σημαντικό για την Ελλάδα, αλλά και για τον ESM, ως τον μεγαλύτερο πιστωτή της χώρας», συμφωνεί ο Κλ. Ρέγκλινγκ, επιβεβαιώνοντας ότι οικονομικά και κυρίως πολιτικά η Ευρώπη έχει ισχυρό συμφέρον να εξέλθει επιτυχώς η Ελλάδα από το πρόγραμμα, γεγονός που δεν μπορεί να παραβλέψει η Γερμανία που προς το παρόν κρατά κλειστά τα χαρτιά της.

Μήπως όμως θα συνέφερε την Ελλάδα εάν κερδίσει γενναία ελάφρυνση του χρέους να υποκύψει στις διαθέσεις των σκληρών της ευρωζώνης και να δεχθεί συνέχεια του καθεστώτος της Επιτροπείας;

Στο τεράστιο πολιτικό κόστος που θα είχε αυτό, αλλά και στο γεγονός ότι όσο η Γερμανία καθορίζει τη λήψη αποφάσεων αποκλείεται να προσφερόταν στην Ελλάδα μια συμφωνία ελάφρυνσης του χρέους που να αξίζει τη θυσία, εστιάζει ο κ. Αργείτης.

«Αυτό θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Θεωρώ δε αδιανόητο να μπορούσε να κερδίσει τόσο μεγάλη ελάφρυνση του χρέους που να θεωρείται επιτυχής απόφαση. Με τον γερμανικό οικονομικό εθνικισμό να κυριαρχεί οριζόντια στους δανειστές, περιτυλιγμένος με ένα μανδύα νεοφιλελευθερισμού, δεν υπάρχει περίπτωση να δοθεί στην Ελλάδα συμφωνία για το χρέος που να δημιουργεί έστω και υπόνοια ότι κάποιες χώρες και κυρίως η Γερμανία μπορεί να έχουν ζημιά. Το μέγιστο που μπορεί να της προσφερθεί, και πάλι με αντάλλαγμα μια σκληρή εποπτεία, είναι να εξαντληθούν όλα τα τεχνικά μέσα μέχρι το σημείο που να μην φανεί ότι ο Γερμανός φορολογούμενος θα έχει κόστος», τονίζει.

Ωστόσο, μια εναλλακτική άποψη για το χρέος υποστηρίζει ότι το γεγονός πως η Ελλάδα έχει δεσμευτεί για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% (αυτό θα είναι το «περίσσευμα» των εσόδων) και μέχρι το 2022 οφείλει να πληρώσει τόκους στο ίδιο περίπου ποσοστό, σημαίνει ότι τουλάχιστον μέχρι τότε, μπορεί να αναχρηματοδοτεί το υπάρχον χρέος, χωρίς να χρειαστεί να το αυξήσει, και να πληρώνει και τους τόκους. Αν λοιπόν αξιοποιηθεί το διάστημα αυτό για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και το χρέος θα μπορεί στη συνέχεια να εξυπηρετείται πιο άνετα και θα μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ.

Επομένως, υποστηρίζουν όσοι την υιοθετούν, θα μπορούσε η κυβέρνηση αναλόγως και με το τι ανταλλάγματα θα της ζητήσουν, να μην επιμείνει αυτή τη στιγμή στο θέμα βιωσιμότητας, αλλά στη δημιουργία προϋποθέσεων (π.χ. με ακύρωση των νέων μέτρων λιτότητας σε συντάξεις και αφορολόγητο) και στους βαθμούς ελευθερίας για πολιτικές που θα την επιτρέψουν να πετύχει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Ζούμε μια τρέλα, σχολιάζει χαρακτηριστικά, ο κ. Αργείτης. «Στην πρώτη φάση της κρίσης το ΔΝΤ και οι υπόλοιποι μιλούσαν για βιώσιμο χρέος και τότε η Αριστερά και όλοι οι μη συμβατικοί οικονομολόγοι μιλούσαμε για μη βιώσιμο χρέος και αδήριτη ανάγκη μείωσής του. Τώρα, ίσως αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της χώρας είναι να το γυρίσει ανάποδα. Δηλαδή να πει ότι όντως το χρέος μου για μερικά χρόνια μπορώ να το διαχειριστώ, αλλά θέλω πολύ μεγάλους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικών για να ενισχύσω την ανάπτυξη. Να μην ζητήσει δηλαδή άμεση παρέμβαση, με δεδομένο ότι ούτως ή άλλως η όποια παρέμβαση αφορά την περίοδο από το 2030 και μετά. Σαφώς βεβαία και η πρόταση αυτή ενέχει κινδύνους και ρίσκα, κυρίως γιατί δεν μπορείς να διασφαλίσεις απολύτως ότι θα υπάρξουν υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης».

Επιπλέον λόγος που η πρόταση αυτή αποκλείεται να γίνει δεκτή από τους δανειστές, τονίζει ο κ. Τσακλόγου, είναι ότι τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις τις ζητούν ακριβώς για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να ενισχυθεί η ανάπτυξη.

Ωστόσο, ως προς τον εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης του χρέους ο κ. Τσακλόγλου θα πει ότι «είναι σωστός. Έτσι, θα έπρεπε να μετριέται το χρέος από την αρχή. Αν δύο άνθρωποι έχουν πάρει δάνειο για το σπίτι τους ύψους 100.000 ευρώ, και ο πρώτος το πήρε με διάρκεια 5 χρόνων και επιτόκιο 10% και ο δεύτερος με διάρκεια 50 χρόνων και επιτόκιο 0,5% και έχουν το ίδιο εισόδημα, το χρέος του δεύτερου είναι βιώσιμο, ενώ του πρώτου όχι. Λοιπόν, με αυτήν την έννοια, νομίζω πως πραγματικά το ελληνικό χρέος έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν τα έχει το χρέος άλλων χωρών. Είναι εξαιρετικά μακροχρόνιο, έχει πολύ χαμηλά επιτόκια με βάση το πόσο μακροχρόνιο είναι και επιπλέον δεν είναι προς τον ιδιωτικό τομέα. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά».

Στην επισήμανση δε του κ. Τσακλόγλου ότι αποκλείεται οι δανειστές να δεχθούν ακύρωση δεσμεύσεων, συνηγορούν και οι δηλώσεις του Κλ. Ρέγκλινγκ, που επαναλαμβάνει μονότονα τον τελευταίο τουλάχιστον χρόνο ότι το ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που έχει υλοποιήσει η Ελλάδα, σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει ήδη στο χρέος, έχουν βελτιώσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του τελευταίου, το οποίο για κάποια χρόνια μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο.

Για αυτό ακριβώς επιμένει και στην αναγκαιότητα συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και τήρησης των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ελλάδα. Χρησιμοποιώντας δηλαδή την παραπάνω προσέγγιση για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους, καταλήγει σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα για το τι πρέπει να γίνει στο εξής.

Χαρακτηριστική και η επωδός στις δηλώσεις αξιωματούχων των Βρυξελλών και στα ανακοινωθέντα του Eurogroup ότι θα ληφθούν αποφάσεις για το χρέος υπό την προϋπόθεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος και της υλοποίησης των δεσμεύσεων της Ελλάδας και εφόσον κριθεί ότι απαιτούνται επιπλέον μέτρα για την ελάφρυνσή του».

Αποκλείεται λοιπόν να υποχωρήσουν οι δανειστές και να επιτρέψουν ακύρωση κάποιων δεσμεύσεων ή να δώσουν την αναδιάρθρωση χρέους που είναι αναγκαία, χωρίς απαίτηση για μεταρρυθμίσεις, υπερθεματίζει ο κ. Τσακλόγλου.

Άλλωστε, όπως προσθέτει, «ήδη από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, σε ιδιωτικές συζητήσεις μου με αξιωματούχους των Βρυξελλών, μου έλεγαν ότι αν προσφέρουμε στην Ελλάδα ελάφρυνση χρέους χωρίς να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις, σε λίγα χρόνια η χώρα θα ξανααντιμετωπίζει πρόβλημα ζητώντας νέα βοήθεια και παραχωρήσεις. Επομένως, η μόνη λύση είναι να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και μετά να εφαρμόσουμε μέτρα για το χρέος».

Μάλιστα ο κ. Τσακλόγλου εκφράζει την άποψη ότι η συμπεριφορά της κυβέρνησης κάνει ακόμη πιο επιφυλακτικούς τους δανειστές. «Ας μην γελιόμαστε. Αν αυτή τη στιγμή είχαμε στην Ελλάδα μια ρωμαλέα μεταρρυθμιστική κυβέρνηση που είχε αναλάβει πλήρως την ιδιοκτησία του προγράμματος, θα σας έλεγα κι εγώ ότι δεν χρειάζεται ούτε cash buffer, ούτε προληπτική γραμμή, ούτε οι δανειστές θα προσπαθούσαν να ‘δέσουν’ τη χώρα. Αλλά βλέπουν τι κάνει η κυβέρνηση, και οι δανειστές και οι αγορές».

Διαβάστε όλη την έρευνα: Αλήθειες και ψέματα για την καθαρή έξοδο και πώς θα επηρεάσει τη ζωή μας

Εισαγωγή

Πρώτη Ενότητα: Πόσο «καθαρή» μπορεί να είναι η έξοδος από το μνημόνιο;
Η ιδεατή καθαρή έξοδος, το κυβερνητικό αφήγημα και ο αντίλογος

Δεύτερη Ενότητα: Καθαρή έξοδος VS προληπτικής πιστωτικής γραμμής
Το κόστος χρηματοδότησης, η προστασία από ταραχές στις αγορές, τα οφέλη για τις τράπεζες, το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE), αλλά και οι προθέσεις των δανειστών

Τρίτη Ενότητα: Σπάνε οι χειροπέδες στην άσκηση πολιτικής μεταμνημονιακά;
Ο βαθμός ελευθερίας της ελληνικής κυβέρνησης για χάραξη πολιτικής σε κρίσιμους τομείς είναι το «καυτό» και το πιο ουσιαστικό θέμα για την επόμενη ημέρα. Πώς μπορεί να επηρεάσει η ρύθμιση του χρέους τη μεταμνημονική ελευθερία;

Τέταρτη ενότητα: Η ανάπτυξη το μόνο κλειδί για την έξοδο του πολίτη από τα μνημόνια
Τι περιθώρια για ώθηση της ανάπτυξης δημιουργούνται μεταπρογραμματικά; Μπορούν να ακυρωθούν τα συμφωνημένα μέτρα για συντάξεις και αφορολόγητο; Θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός; Θα επανέλθουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr