Το γεγονός: Στις 20 Αυγούστου ολοκληρώνεται το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, δηλαδή τερματίζεται η χρηματοδότηση από τον επίσημο τομέα, και οι συν αυτό μηχανισμοί, όπως οι αξιολογήσεις (όπως τις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα), αλλά και οι εκταμιεύσεις δόσεων. Θα καθοριστεί νέο πλαίσιο εποπτείας για τη χώρα και διαφορετική σχέση με τους επίσημους δανειστές.

Μπαίνουμε σε μια κανονικότητα και η χώρα ανακτά σε σημαντικό βαθμό την αυτονομία της λέει η κυβέρνηση – τουλάχιστον οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.

Χυδαία ψεύδη και εμπαιγμό των πολιτών καταγγέλλει από την πλευρά της η Αντιπολίτευση, μιλώντας για τέταρτο μνημόνιο, με μόνη διαφορά ότι πλέον δεν θα μας δίνουν και λεφτά.

Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αναγνώσεις του ίδιου γεγονότος, κάτι που δυστυχώς έχουμε συνηθίσει όταν οι «αναγνώστες» ερμηνεύουν με πολιτικά μόνο κριτήρια.

Μόνη διέξοδος από την παγίδα αυτή η αντικειμενικότητα των επιστημονικών κριτηρίων και φυσικά τα πραγματικά χειροπιαστά στοιχεία, όπως είναι οι συμφωνίες που έχει υπογράψει η Ελλάδα και οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί.

Η ιδεατή καθαρή έξοδος

Τη βάση της συζήτησής μας δημιουργεί ο Γιώργος Αργείτης, τοποθετώντας, πολύ εύστοχα, μια κοινή παραδοχή: τον ορισμό της «ιδεατής καθαρής εξόδου».

«Αυτό που θα ονομάζαμε ως ιδεατή καθαρή έξοδο» εξηγεί, «είναι μια νέα πραγματικότητα, όπου η Ελλάδα θα μπορούσε αφενός να έχει αυτόνομη πρόσβαση στις αγορές, αφετέρου -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- να είναι η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη για τη λήψη αποφάσεων σε ό,τι αφορά την ασκούμενη πολιτική, σε επίπεδο δημοσιονομικό, αλλά ταυτόχρονα και σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων και κυρίως αυτών που αφορούν την αγορά εργασίας».

Κι αυτό, επισημαίνει, «γιατί οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας επηρεάζουν σε πρώτο επίπεδο τις αμοιβές και σε δεύτερο επίπεδο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, επομένως την επίδραση και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτό στην οικονομία, δηλαδή αγοραστική δύναμη, εγχώρια ζήτηση, μεγέθυνση κ.τ.λ.».

«Άρα, λοιπόν, μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να το πετύχει όλο αυτό το πακέτο, δηλαδή βγαίνουμε στις αγορές, δανειζόμαστε βάσει της δικής μας αξιοπιστίας και ταυτόχρονα αποφασίζουμε με απόλυτη ελευθερία τη δημοσιονομική πολιτική (δηλαδή δαπάνες και έσοδα) και ουσιαστικά και την εισοδηματική πολιτική, μέσω του κατώτατου μισθού αλλά και μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (γιατί αυτά τα δύο την επηρεάζουν), τότε ξεκάθαρα θα μπορούσε να μιλά για καθαρή έξοδο, χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους», λέει ο κ. Αργείτης, δίνοντας το «μέτρο σύγκρισης» για να αξιολογηθεί η κυβερνητική πρόταση, οι ισχυρισμοί της Αντιπολίτευσης, οι δηλώσεις και τα μηνύματα των Βρυξελλών και τελικά η όποια συμφωνία υπάρξει.

Επιστροφή στην πραγματικότητα: η κυβερνητική «καθαρή έξοδος»

«Με την καθαρή έξοδο που προτείνει η κυβέρνηση ανακτώνται πλήρως οι παραπάνω ελευθερίες; Ασφαλώς όχι», απαντά ο κ. Αργείτης.

Αντίθετα, θα πουν οι πιο απαισιόδοξοι, με τις δεσμεύεις που έχει αναλάβει η χώρα έναντι των δανειστών δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω ακούγεται αν όχι ουτοπική, τουλάχιστον ως σκηνή από το μακρινό μέλλον (το πόσο μακρινό θα είναι, θα αναλυθεί παρακάτω ποιοι παράγοντες θα το κρίνουν).

Όμως, στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η παρατήρηση του κ. Αργείτη ότι αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως ιδεατό ήταν αυτό που ίσχυε -και αναφερόμαστε αποκλειστικά στην ελευθερία άσκησης πολιτικών- πριν μπει η χώρα στον αστερισμό των μνημονίων.

Συνεχίζοντας τον συλλογισμό, μετά από οκτώ χρόνια μνημονίων που ως στόχο είχαν να «εξυγιάνουν» την Ελλάδα κάνοντας τη «κανονική» ευρωπαϊκή χώρα, ισάξια των εταίρων της στην ΕΕ, η χώρα φαίνεται να μην μπορεί να ανακτήσει ούτε τις ελευθερίες -οι οποίες σημειωτέον βασίζονται στο κοινοτικό κεκτημένο και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο- τις οποίες είχε ως «άσωτος υιός».

Και αυτός είναι ένας προβληματισμός που πρέπει να απασχολήσει και τους ευρωπαίους εταίρους και ως προς το μήνυμα που εκπέμπεται για την επιτυχία των προγραμμάτων τους, αλλά και για την «εθνική» ελευθερία που τελικά θέλει η Ευρώπη να έχει το κάθε μέλος της.

Η παρατήρηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή και την πρόσφατη σοβαρή πολιτική κρίση στην Ιταλία, ότι «η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βασίζεται στην έννοια της συναίνεσης των λαών της και αν αυτή αποσυρθεί, μπορεί να βρεθούμε απέναντι σε φαινόμενα επικίνδυνα, με αρνητικές συνέπειες για όλους», αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η Ευρώπη, προειδοποίησε, «πρέπει να κατανοήσει δυο σημαντικές αλήθειες: ότι η επιμονή στη λιτότητα για μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς ορίζοντα ελπίδας, διαβρώνει τη νομιμοποίηση των οικονομικών στόχων και προκαλεί διχασμό στο εσωτερικό των κοινωνιών».

Δεύτερον, «ότι η περιφρόνηση της Δημοκρατίας γεννά επικίνδυνες αλλά και δικαιολογημένες αντιδράσεις από τους λαούς».

Βέβαια, η αποτυχία και οι εγκληματικές αστοχίες των εταίρων-σωτήρων στα μνημονιακά χρόνια, δεν μειώνουν το τεράστιο μερίδιο ευθύνης των πολιτικών των (πολλών) προηγούμενων χρόνων, που μας οδήγησαν στα μνημόνια, στερώντας από τη χώρα και την κοινωνία δικαιώματα και ελευθερίες, που όπως φαίνεται για να επανακτήσει πρέπει να υποστεί νέες «δοκιμασίες».

Η διάρκεια και η σκληρότητα των «δοκιμασιών» αυτών θα μπορούσε να πει κανείς ότι εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα της κυβέρνησης να συνδυάσει την αναγκαία διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας με χειρουργικής ακρίβειας (σε ό,τι αφορά την ορθότητα των αποφάσεων και τον χρόνο εφαρμογής τους) παρεμβάσεις (π.χ. αύξηση κατώτατου μισθού, φοροελαφρύνσεις κ.τ.λ.), με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης, δεδομένων των στενών περιθωρίων κινήσεων που θα έχει.

Σε αυτό το τελευταίο πατούν οι επικριτές των επιλογών της κυβέρνησης, ισχυριζόμενοι ότι τα περιθώρια είναι τόσο στενά που το εγχείρημα είναι καταδικασμένο να αποτύχει, καλώντας την να επιλέξει άλλο δρόμο από αυτόν της «καθαρής εξόδου».

Μετά από τρία μνημόνια και χρέος άνω του 170% του ΑΕΠ τα δεδομένα βάσει των οποίων καλείται να κινηθεί η Ελλάδα θέτουν συγκεκριμένους περιορισμούς, οι οποίοι μάλιστα μπορεί και να αυξηθούν -όπως έχουν προειδοποιήσει οι δανειστές- εάν η τελική συμφωνία συμπεριλάβει και μέτρα για γενναία ελάφρυνση του χρέους.

Η χώρα έχει δεσμευτεί για συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους (μέχρι το 2060), με τα πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 να πρέπει να πιάνουν μάλιστα το υψηλό 3,5%, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που επίσης λειτουργούν περιοριστικά, ενώ έχει υπογράψει και τον κανονισμό της ΕΕ για τις χώρες που χρησιμοποίησαν προγράμματα, ο οποίος ορίζει μια «στενή σχέση» με τους δανειστές μέχρι την αποπληρωμή σημαντικού μέρους των δανείων.

Αναγνωρίζοντας τις δεσμεύσεις αυτές και διαβεβαιώνοντας ότι θα τις σεβαστεί, η κυβέρνηση -τα καθ’ ύλην αρμόδια στελέχη επαναλαμβάνεται -, δίνοντας τον ορισμό της «καθαρής εξόδου», στέκονται καταρχάς στη μη λήψη νέου δανείου -ούτε με τη μορφή «δυνητικού δανείου» όπως είναι η προληπτική πιστωτική γραμμή- με τους αυστηρούς όρους που το συνοδεύουν.

Υποστηρίζουν ότι αυτό εξασφαλίζει πιο γρήγορη επιστροφή της χώρας στην «κανονικότητα» και εκπέμπει θετικό σήμα στις αγορές, δείχνοντας αυτοπεποίθηση ότι η Ελλάδα μετά από 8 χρόνια σκληρής προσπάθειας, επώδυνων μέτρων και σημαντικών μεταρρυθμίσεων, είναι έτοιμη να σταθεί στα πόδια της και να τις αντιμετωπίσει χωρίς «δεκανίκια».

Επίσης, προσθέτουν, διασφαλίζει λιγότερο παρεμβατική εποπτεία και κατ’ επέκταση μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας κινήσεων (σ.σ. η απαλλαγμένη από κάθε πολιτικό κίνητρο διατύπωση, μιλά για διασφάλιση περισσότερων δυνατοτήτων για διεκδίκηση μεγαλύτερου βαθμού ελευθερίας).

Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν, ακόμη, στη μεγάλη σημασία της καθαρής εξόδου σε επίπεδο κοινωνικό και πολιτικό, μιλώντας για «αποκατάσταση της εθνικής αξιοπρέπειας» με άμεσες συνέπειες στη βελτίωση της ψυχολογίας των πολιτών και της αγοράς, παράγοντας κρίσιμος για την οικονομία.

Παύει το καθεστώς Επιτροπείας και έγκρισης -αν όχι λήψης ενίοτε- σημαντικών αποφάσεων για τη χώρα από ξένα κέντρα, τονίζουν.

Ο αντίλογος, βέβαια, για τα επιχειρήματα αυτά είναι ισχυρός, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον -λόγω και της ευαισθησίας του θέματος- να συγκεντρώνει αυτό για τη μεταμνημονιακή εποπτεία.

Ο πιο εύκολος στόχος είναι οι επικίνδυνα «αφαιρετικές» (για να το πούμε κομψά) ερμηνείες από κυβερνητικά στελέχη, που μιλούν για τέλος της εποπτείας από τους δανειστές και ελευθερία της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις πολιτικές της.

Η απόρριψη αυτής της λανθασμένης εκτίμησης και η «επίπληξη» όσων την εκφράζουν έρχεται ακόμη και από ανθρώπους που προέρχονται από το κυβερνητικό στρατόπεδο.

«Δεν νομίζω ότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς σοβαρά ότι θα υπάρξει καθαρή έξοδος με την έννοια ότι δεν θα υπάρχει κανενός είδους εποπτεία. Ξέρουμε ότι εποπτεία θα υπάρχει», λέει, υπό το νέο θεσμικό ρόλο του, ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης, συνδέοντας τον όρο «καθαρή» κυρίως με τη μη λήψη προληπτικής πιστωτικής γραμμής.

Κατ’ αρχάς, τονίζει, «να ξεκαθαρίσουμε ότι όλες οι χώρες-μέλη της ευρωζώνης εποπτεύονται από την Κομισιόν (στο πλαίσιο της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εξαμήνου). Επίσης, οι χώρες που ολοκλήρωσαν προγράμματα στήριξης έχουν ένα πλαίσιο μεταπρογραμματικής εποπτείας».

«Μια εκδοχή λοιπόν αυτής της εποπτείας», συνεχίζει, «θα έχει και η Ελλάδα», εκτιμώντας ότι στην περίπτωση της «καθαρής εξόδου» θα είναι σαφώς πιο ενισχυμένη από αυτήν του ευρωπαϊκού εξαμήνου, ίσως και από αυτήν που εφαρμόζεται στις άλλες μνημονιακές χώρες, αλλά λιγότερο παρεμβατική από αυτήν του μνημονίου.

Τα «κενά» στον κανονισμό για τη μεταμνημονιακή εποπτεία

Η ακριβής μορφή που θα έχει το μεταμνημονιακό πλαίσιο εποπτείας είναι μέρος της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, που στόχος είναι να έχει καταλήξει σε συμφωνία έως τις 21 Ιουνίου.

Και αυτό γιατί, αφενός θα εξαρτηθεί σε έναν βαθμό και από τη συμφωνία για το χρέος, αλλά και γιατί η σχετική διάταξη του ευρωπαϊκού κανονισμού που προβλέπει άσκηση εποπτείας μετά την έξοδο από το πρόγραμμα δεν το εξειδικεύει.

«Είναι μια πολύ γενική διατύπωση, που περιγράφει το γενικό πλαίσιο», σημειώνει ο κ. Κουτεντάκης, κάτι που κατέγραψε και στην πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους.

«Με δεδομένο ότι το επίσημο πλαίσιο για την ‘Άσκηση εποπτείας μετά το πρόγραμμα’ του κανονισμού 472/2013 δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερές, οι ακριβείς όροι θα καθοριστούν από την πολιτική διαπραγμάτευση που θα ολοκληρωθεί στους επόμενους μήνες», αναφέρεται στην έκθεση.

Ωστόσο, μία πρόβλεψη του παραπάνω κανονισμού -ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι δημιουργήθηκε το 2013, δηλαδή όταν η Ελλάδα είχε ήδη δανειστεί 186 δισ. ευρώ- χρησιμοποιείται συχνά ως όπλο για την αποδυνάμωση του κυβερνητικού αφηγήματος.

Όπως ορίζεται, μετά την έξοδο τους από το πρόγραμμα τα κράτη-μέλη παραμένουν σε αυξημένη επιτήρηση μέχρι την αποπληρωμή τουλάχιστον του 75% της χρηματοδοτικής βοήθειας. Μέχρι τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποιεί σε συνεννόηση με την ΕΚΤ τακτικές αποστολές ελέγχου για να εκτιμήσει την οικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση του κράτους-μέλους, και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με σύσταση της Επιτροπής έχει το δικαίωμα να του συστήσει να λάβει διορθωτικά μέτρα.

Στη σαφήνεια αυτής της πρόβλεψης εστιάζει ο Πάνος Τσακλόγλου, βλέποντας διάθεση αποπροσανατολισμού στη συζήτηση περί καθαρής εξόδου.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «πρώτα πρώτα δεν υπάρχει ο όρος ‘καθαρή έξοδος’ ή ‘βρώμικη έξοδος’. Το μόνο που υπάρχει είναι η ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, που γίνεται με τους όρους που έχει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), οι οποίοι προβλέπουν ότι μέχρι να αποπληρωθεί το 75% των δανείων της χώρας, παρακολουθούνται οι πολιτικές της ως προς την συμβατότητά τους με τα συμφωνηθέντα και τις γίνονται αυστηρές συστάσεις».

Δεδομένο αποτελεί, επίσης, για τον κ. Τσακλόγλου ότι οι δανειστές είναι αποφασισμένοι, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, να επιβάλλουν ενισχυμένη εποπτεία στην Ελλάδα. Και, όπως λέει, μια συμφωνία για τη διευθέτηση του χρέους τους εξασφαλίζει πολύ καλό εργαλείο για την επίτευξη του στόχου τους. Ενδεικτικό δε της πρόθεσης τους είναι και ότι ζήτησαν από την Ελλάδα να τους καταθέσει στρατηγικό σχέδιο για την μεταμνημονιακή εποχή. Το τρίτο δεδομένο είναι οι δεσμεύσεις που έχει ήδη αναλάβει απέναντί τους η Ελλάδα, με ήδη ψηφισμένα μέτρα για περικοπή συντάξεων και μείωση αφορολογήτου.

«Ουσιαστικά, η Ελλάδα για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έχει ένα πρόγραμμα χωρίς να έχει όμως χρηματοδότηση», καταλήγει τη σκέψη του ο κ. Τσακλόγλου και τονίζει ότι «με αυτήν την έννοια, ίσως να ήταν πάρα πολύ καλό για την Ελλάδα να έχει προληπτική γραμμή πίστωσης», ανοίγοντας τη συζήτηση για τους εναλλακτικούς δρόμους μετά το τέλος του προγράμματος και το επόμενο κεφάλαιο της παρούσας έρευνας.

Διαβάστε όλη την έρευνα: Αλήθειες και ψέματα για την καθαρή έξοδο και πώς θα επηρεάσει τη ζωή μας

Εισαγωγή

Πρώτη Ενότητα: Πόσο «καθαρή» μπορεί να είναι η έξοδος από το μνημόνιο;
Η ιδεατή καθαρή έξοδος, το κυβερνητικό αφήγημα και ο αντίλογος

Δεύτερη Ενότητα: Καθαρή έξοδος VS προληπτικής πιστωτικής γραμμής
Το κόστος χρηματοδότησης, η προστασία από ταραχές στις αγορές, τα οφέλη για τις τράπεζες, το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE), αλλά και οι προθέσεις των δανειστών

Τρίτη Ενότητα: Σπάνε οι χειροπέδες στην άσκηση πολιτικής μεταμνημονιακά;
Ο βαθμός ελευθερίας της ελληνικής κυβέρνησης για χάραξη πολιτικής σε κρίσιμους τομείς είναι το «καυτό» και το πιο ουσιαστικό θέμα για την επόμενη ημέρα. Πώς μπορεί να επηρεάσει η ρύθμιση του χρέους τη μεταμνημονική ελευθερία;

Τέταρτη ενότητα: Η ανάπτυξη το μόνο κλειδί για την έξοδο του πολίτη από τα μνημόνια
Τι περιθώρια για ώθηση της ανάπτυξης δημιουργούνται μεταπρογραμματικά; Μπορούν να ακυρωθούν τα συμφωνημένα μέτρα για συντάξεις και αφορολόγητο; Θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός; Θα επανέλθουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr