Παίρνοντας κανείς στα χέρια του να διαβάσει ένα βιβλίο νέου συγγραφέα σκέφτεται ότι δεν έχει και πολλά να αναζητήσει. Εκτιμώντας ίσως, λανθασμένα, ότι ένας συγγραφέας θέλει χρόνο για να ωριμάσει και να γράψει με τρόπο που θα μείνει ανεξίτηλος στο αναγνωστικό κοινό.

Όμως, διαβάζοντας κανείς το Σοχούμ, της ηθοποιού και συγγραφέως Γιώτας Ιωαννίδου, θα διαπιστώσει μια ωριμότητα σπάνια. Και ταυτόχρονα θα καταλάβει ότι το αυτοβιογραφικό αυτό μυθιστόρημα κρύβει μέσα του μια μοναδική δύναμη, ένα συγκινησιακό στοιχείο και μια διαρκή αγωνία για την οικογένεια που πρωταγωνιστή αλλά και για την Ελλάδα.

Όπως λέει το εισαγωγικό του βιβλίου, είναι η ιστορία δυο ανθρώπων, μιας οικογένειας, μιας φυλής.
«Μια πορεία από το Σοχούμ, τη γενέθλια γη, προς την Ελλάδα, μια πατρίδα ξένη.
Σοχούμ. Καύκασος. Αρχές του 20ού αιώνα. Ένας άντρας, μια γυναίκα. Αυτός την ερωτεύεται με την πρώτη ματιά, όταν την βλέπει καλάμια να μαζεύει κάτω από έναν ήλιο που καίει. Αυτή τον έρωτά του αποδέχεται. Παναΐλα και Λεόντης. Έρωτας ανείπωτος τους δένει, έρωτας που με έρωτα δεν μοιάζει. Σχεδόν κυνηγημένοι, με δυο μικρά παιδιά, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη γενέτειρα πατρίδα και τους αγαπημένους τους, αναζητώντας καταφύγιο στον τόπο που πατρίδα αποκαλούσαν.

Πόνος, απελπισία, περιπλανήσεις και παραπλανήσεις παραμονεύουν στου πρόσφυγα το βήμα. Παλεύουν λυσσαλέα να υπάρξουν. Και τα καταφέρνουν. Μέσα από πίκρες και χαρές. Αποχωρίζονται και ανταμώνουν, συγκρούονται και φιλιώνουν. Ανυπότακτοι ενσωματώνονται. Βιώνουν τη ζωή με ένταση και πάθος. Μες στην ξενιτιά ψάχνουν να βρουν την πατρίδα τους. Και τη βρίσκουν».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος γραφής της συγγραφέως. Οι μικρές, κοφτές φράσεις που δημιουργούν την αίσθηση του «αγκομαχητού», της αγωνίας που έχει η ίδια αλλά και οι αναγνώστες για την κατάληξη που θα έχει η ιστορία του Λεόντη και της Παναϊλας.

Η ανάγκη που γέννησε το βιβλίο

Όπως λέει η ίδια η Γιώτα Ιωαννίδου:

«Η ανάγκη οδηγεί τον άνθρωπο, το βήμα του κατευθύνει. Kαι η δική μου ανάγκη ήταν μεγάλη. Με ξεπερνούσε. Η ανάγκη να μιλήσω για τους ανθρώπους της οικογένειάς μου. Να πω την ιστορία της γιαγιάς μου Παναίλας και του παππού μου Λεόντη και για το πώς ξεριζώθηκαν από την πατρίδα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, το Σοχούμ (Σοχούμ της Γεωργίας). Όπως την άκουγα από τους ίδιους κι όπως την έφτιαχνα στη φαντασία μου χρόνια ολόκληρα. Όπως αποσπασματικά μας τη μετέφερε η μαμά μου στην καθημερινή μας ζωή κι όπως στο αίμα μου την ένιωθα να κυλάει, πόνος ανεξήγητος άλλων. Και δικός μου. Πόνος και αντάρα, πίκρα και χαράς αλάφιασμα στις στιγμές. Κι ήρθε μια στιγμή που άρχισα να τη γράφω. Η ανάγκη με οδήγησε να την ακουμπήσω στις λέξεις….

Παιδί πράμα. Παιδί μεταναστών που ήταν παιδιά προσφύγων. Η λέξη ξενιτιά σημάδεψε την ύπαρξή μου. Και η προσφυγιά. Λες κι ένιωθα την πίκρα τους μια ζωή σε βλέμματα περιφρόνησης και τον πόνο τους στα εμπόδια που όλο μπροστά τους είχαν. Ποτέ δεν ήταν ίδια τα μέτρα και τα σταθμά γι’ αυτούς, όπως για τους άλλους όλους. Και δεν το άντεχα το άδικο. Δεν το άντεχα όλο αυτό. Δεν υπήρχε άλλο χώρος να σταθεί μέσα μου. Και τότε, το 2014, από τον Γενάρη μέχρι τον Απρίλη, από τις 12 ως τις 3 μετά τα μεσάνυχτα κάθε βράδυ, όταν κοιμόνταν τα δικά μου τα παιδιά ―εποίκε μωρά και η μικρέσα η Παναίλα― τα έγραψα όλα σαν νερό. Όλα τα είπα όσα μέσα μου κρατούσα τόσα χρόνια. Και το Σοχούμ γεννήθηκε έτσι. Κι ύστερα ήρθε το κύμα των προσφύγων στην Ελλάδα κι ένιωσα πόσο ένα είμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι και πόσο κοινή μοίρα μας ενώνει. Κι έβλεπα να ’ρχονται με τα καράβια κι ήταν λες κι έβλεπα τους δικούς μου. Άνοιγε πάλι η πληγή.

Το Σοχούμ κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αιώρα.