Λέγεται ότι ήταν εφάμιλλη της Φεϊρούζ και ικανή να εκθρονίσει την Ουμ Καλσούμ. Η φωνή της, δυνατή μα και ευέλικτη, εκτεινόταν από κοντράλτο μέχρι μέτζο-σοπράνο, αγγίζοντας υψηλές νότες με άνεση και μπρίο, χώρια που η ερμηνεία της ενσωμάτωνε και δυτικές τεχνικές. Όμως η ζωή της Ασμαχάν, σαν μια ταινία γυρισμένη μεταξύ Συρίας, Αιγύπτου και Ευρώπης του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, σαν μια διελκυστίνδα οικογενειακών και προσωπικών επιθυμιών, μια ιστορία με γάμους και διαζύγια, απόπειρες αυτοκτονίας, καταχρήσεις και ένα αιφνίδιο τέλος με άρωμα κατασκοπείας και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι από εκείνες που, λιγότερα όνειρα εκπληρώνουν και περισσότερες θεωρίες και απογοητεύσεις γεννούν.

Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1912 σε ένα πλοίο με κατεύθυνση προς τη Βηρυτό. Ήταν η μέρα που ο πατέρας της, ένας Δρούζος της Συρίας, μέλος της φατρίας των αλ-Ατράς, γνωστής για τους αγώνες της κατά της γαλλικής κατοχής, ταξίδευε μαζί με την Λιβανέζα μητέρα της, από την Σμύρνη όπου εκείνος εργαζόταν, προς μια νέα ζωή, όσο μακρύτερα γινόταν από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Πήρε το όνομα «Αμάλ» («Ελπίδα») κι έκανε τα πρώτα της βήματα στο εύπορο οικογενειακό σπίτι στην αλ Κουρίγια της νοτιοανατολικής Συρίας. Τουλάχιστον μέχρι το 1922, όταν οι γαλλικές δυνάμεις, αφού αθέτησαν μια συμφωνία ανταλλαγής αιχμαλώτων με τον Δρούζο ηγέτη και θείο της, Σουλτάν αλ-Ατράς, επιτέθηκαν στην περιοχή. Κυνηγημένη από τους Γάλλους, η μητέρα της Αμάλ πήρε την μικρή και τα δύο αδέλφια της και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου τα μεγάλωσε χωρίς τις παλιές ανέσεις. Οι μουσικές της γνώσεις πάντως πέρασαν και στα παιδιά. Σύντομα, ο γιος της Φαρίντ, έπαιζε εξαιρετικό ούτι.

Μια μέρα, στο σπίτι τους βρέθηκε ο αιγύπτιος συνθέτης Νταγούντ Χόσνι. Άκουσε την Αμάλ να τραγουδάει κι εντυπωσιασμένος, της σύστησε να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα. Της έδωσε το ψευδώνυμο «Ασμαχάν» και η μικρή δεν ήταν ούτε δεκατεσσάρων όταν εμφανίστηκε στην όπερα του Καΐρου. Δάσκαλοι ανέλαβαν την εκπαίδευσή της και δισκογραφικές της πρότειναν συνεργασίες. Στις κατοπινές επιτυχίες της, συνήθως τραγούδια για τις χαρές και τις λύπες της αγάπης, θα περιλαμβάνονταν τα «Ya Habibi Ta’ala», «Sahirtou toul el leil» ή ντουέτα με τον Φαρίντ. Όμως οι συγγενείς ήθελαν να επιστρέψει στη Συρία και να νοικοκυρευτεί. Ένας ξάδερφός της, ο Χασάν αλ-Ατράς, την έπεισε να παντρευτούν.

Η Ασμαχάν δέχτηκε υπό τον όρο να μη φοράει χιτζάμπ και να ζήσουν στη Δαμασκό. Απόκτησε και μια κόρη, την Καμέλια, ώσπου νοστάλγησε τον πρότερο καλλιτεχνικό βίο και έφυγε για την Αίγυπτο. Όχι για πολύ: επέστρεψε, επανασυνδέθηκε με τον σύζυγο κι έκτοτε, οι φήμες την ήθελαν να ζει έκλυτα, να αποπειράται δύο φορές να αυτοκτονήσει ή να βασανίζεται από εθισμούς στο ποτό και τον τζόγο.

Το 1941, μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι την προσέγγισαν ζητώντας της να ενημερώσει τους Δρούζους ότι οι συμμαχικές δυνάμεις θα εισέβαλλαν στη Συρία με καλό σκοπό: την απελευθέρωσή της από την Κυβέρνηση του Βισύ. Η υπόσχεση αθετήθηκε και η Ασμαχάν φέρεται να απευθύνθηκε για τον ίδιο λόγο στους Ναζί. Δεν είναι βέβαιο και τα πράγματα περιπλέχθηκαν περαιτέρω, όταν στις 14 Ιουλίου του 1944, η τραγουδίστρια, ενώ κατευθυνόταν οδικώς προς τη Μανσούρα της Αιγύπτου, είδε τον οδηγό να χάνει τον έλεγχο και να ρίχνει το αυτοκίνητο σε ένα αρδευτικό κανάλι. Με χαμένες τις αισθήσεις της, πνίγηκε. Ήταν μόλις τριάντα ενός.

Οι θεωρίες συνομωσίας έκαναν λόγο για μια κατάσκοπο των Βρετανών, των Γερμανών ή και των δύο. Ίσως επρόκειτο για δυστύχημα, ίσως και για δολοφονία μιας τραγουδίστριας που ήξερε πολλά. Τα χρόνια πέρασαν και οι όποιες έρευνες δεν έφτασαν σε ασφαλή συμπεράσματα. Το 2008, η ζωή της Αμάλ αλ-Ατράς μεταφέρθηκε στην μικρή οθόνη. Λίγα χρόνια αργότερα, η ηθοποιός που την υποδύθηκε, θα δήλωνε στη συριακή τηλεόραση, φανατική υποστηρίκτρια του Μπασάρ Αλ Άσαντ.

Τι σημασία έχουν όλα αυτά σήμερα, με φόντο τον πόλεμο στη Συρία και ενόψει μιας πιθανής ή απίθανης στρατιωτικής επέμβασης της Δύσης; Μάλλον καμία απολύτως. Οι αναλογίες ανάμεσα στην πολυτάραχη ζωή μιας τραγουδίστριας και στην ιστορία της χώρας της, καλό είναι να αποφεύγονται ως αυθαίρετες. Από τη μεριά τους, τα τραγούδια, οι μελωδίες, οι τέχνες γενικά, παρά τις σχετικές αισιόδοξες προσεγγίσεις, σπάνια αποδεικνύονται ισχυρές ειρηνευτικές δυνάμεις. Απέναντι σε θερμοκέφαλους πολέμαρχους, προτιμότερα φαίνονται τα αντιπολεμικά κινήματα, παρά οι ωδές στην αγάπη. Απέναντι σε χημικά και πυραύλους, ένα καλλικέλαδο αηδόνι δεν έχει πολλές ελπίδες.

Μιλώντας πάντως περί τέχνης και πολέμου, περί της σημασίας που έχουν τρία ή πέντε όμορφα και μελωδικά λεπτά, εν μέσω χρόνιων, πολυαίματων συρράξεων, υπάρχει κι εκείνο το απόσπασμα από τις «Αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο. «Αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας», γράφει κάπου ο συγγραφέας. «Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο