Μειώσεις επιτοκίων και υψηλά ελλείμματα η απάντηση στη παγκόσμια οικονομική ύφεση.
Ανάλυση του Θανάση ΚουκάκηΑρκεί η χορήγηση ρευστότητας και η εθνικοποίηση τραπεζών για να σταθεροποιηθούν οι χρηματαγορές και να αποφευχθεί μια παγκόσμια οικονομική ύφεση; Στο ερώτημα αυτό θα απαντήσουν οι ίδιοι οι επενδυτές με την στάση που θα κρατήσουν και την τάση που θα διαμορφώσουν στα χρηματιστήρια μεσοπρόθεσμα.Μπορεί οι τραπεζίτες να υποδέχθηκαν με ανακούφιση τις ανακοινώσεις […]
Αρκεί η χορήγηση ρευστότητας και η εθνικοποίηση τραπεζών για να σταθεροποιηθούν οι χρηματαγορές και να αποφευχθεί μια παγκόσμια οικονομική ύφεση; Στο ερώτημα αυτό θα απαντήσουν οι ίδιοι οι επενδυτές με την στάση που θα κρατήσουν και την τάση που θα διαμορφώσουν στα χρηματιστήρια μεσοπρόθεσμα.
Μπορεί οι τραπεζίτες να υποδέχθηκαν με ανακούφιση τις ανακοινώσεις των ηγετών της Ευρωζώνης για την στήριξη των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά μέλλει να διαφανεί αν κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και με τους διαχειριστές κεφαλαίων και τους απλούς επενδυτές.
Οι ηγέτες των κρατών μελών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ εγγυήθηκαν στο Παρίσι ότι θα αποτρέψουν με όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένης και της επανακεφαλαιοποίησης, τη χρεοκοπία τραπεζών, των οποίων η πτώχευση θα εγκυμονούσε κινδύνους για το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Προς τον σκοπό αυτό θα παρασχεθούν κρατικές εγγυήσεις για την αναχρηματοδότηση των τραπεζών που θα έχουν ημερομηνία λήξης την 31η Δεκεμβρίου 2009. Προβλέπεται ακόμη και η ανταλλαγή των λεγόμενων «τοξικών» προϊόντων με κρατικά ομόλογα.
Οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να προσδιορίσουν μέχρι την Τετάρτη το ποσό που θα χορηγήσει εκάστη στο σχέδιο διάσωσης του τραπεζικού συστήματος. Τα ποσά αυτά θα αφορούν τόσο τα χρήματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου των τραπεζών, όσο και εκείνα που θα χρησιμοποιηθούν για την εγγύηση των διατραπεζικών συναλλαγών.
Οι αποφάσεις αυτές αποβλέπουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, ώστε να αρχίσουν πάλι να δανείζονται μεταξύ τους, αποκτώντας έτσι την απαραίτητη ρευστότητα για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ωστόσο, η εμπειρία των οικονομικών κρίσεων του 1930, του 1973 και του 1982 μας έχουν δείξει ότι η παροχή ρευστότητας από μόνη της δεν επαρκεί.
Και στις προηγούμενες κρίσεις οι Κεντρικές Τράπεζες παρείχαν ρευστότητα στο σύστημα. Όμως, ελλείψει εμπιστοσύνης η διατραπεζική αγορά δεν λειτουργούσε, και οι τράπεζες δεν διοχέτευαν την ρευστότητα , αλλά την διακρατούσαν για την δημιουργία αποθεμάτων. Την ίδια στιγμή, επιχειρήσεις και νοικοκυριά επηρεασμένοι από το αρνητικό κλίμα που συνοδεύει μια πιστωτική αναταραχή δεν προσέφευγαν σε δανεισμό και έτσι η πίστη αποδυναμωνόταν εις βάρος της κατανάλωσης και της ανάπτυξης.
Για να μην επαναληφθεί το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει αφενός η διατραπεζική αγορά και αφετέρου να εμπεδωθεί κλίμα ασφάλειας στην πραγματική οικονομία , ώστε να τροφοδοτηθεί η ροπή προς κατανάλωση και να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει με περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές και με τα επιτόκια να κινούνται ακόμη σε υψηλά επίπεδα.
Έτσι, στο προσεχές διάστημα θα πρέπει να αναμένουμε ανακοινώσεις για ελαστικοποίηση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά και νέα παρέμβαση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης για μείωση των επιτοκίων.
Η σταθεροποίηση των χρηματιστηρίων, συνεπάγεται πως οι κινήσεις Κρατών και Τραπεζών έχουν φέρει αποτέλεσμα. Ωστόσο, χρειάζεται χρόνος για να περιορισθούν οι επιπτώσεις της πιστωτικής αναταραχής στην πραγματική οικονομία και να εμπεδωθεί κλίμα ασφάλειας.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.