Η Ευρώπη αντιμέτωπη με την κρίση των συντάξεων και του κοινωνικού κράτους
Η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων είναι μία από τις κυριότερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η ευρωπαϊκή οικονομία, όχι μόνο στην τρέχουσα συγκυρία αλλά και μεσοπρόθεσμα, καθώς «τρίζουν» τα θεμέλια του κοινωνικού κράτους.
Η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων είναι μία από τις κυριότερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η ευρωπαϊκή οικονομία, όχι μόνο στην τρέχουσα συγκυρία αλλά και μεσοπρόθεσμα, καθώς «τρίζουν» τα θεμέλια του γενναιόδωρου κοινωνικού κράτους.
Το κοινωνικό κράτος στηριζόταν στην υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι υπερτερούν κατά πολύ των συνταξιούχων, και κατά συνέπεια αυτοί που εργάζονται σήμερα θα πρέπει να χρηματοδοτούν τις συντάξεις εκείνων που εργάζονταν χθες. Η υπόθεση αυτή δεν ισχύει όμως εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες. Η σημερινή σχέση εργαζομένων – συνταξιούχων στην Ευρώπη έχει μειωθεί στο τρία προς ένα, και μέσα στα επόμενα 30 χρόνια αναμένεται να φτάσει το τρία προς δύο. Όπως όμως σημειώνει στο τελευταίο του τεύχος ο Economist, οι περισσότερες κυβερνήσεις αντιδρούν σε αυτή την υποβόσκουσα κρίση, κληροδοτώντας το πρόβλημα στους διαδόχους τους.
Αυτό ακριβώς ετοιμάζεται να κάνει τώρα η ιταλική κυβέρνηση. Οι μεταρρυθμίσεις του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στον τομέα των συντάξεων θα τεθούν σε ισχύ μόλις το 2008, όταν ο «Καβαλιέρε» μάλλον δεν θα βρίσκεται πια σε αυτή τη θέση. Η Γερμανία συζητά τη σταδιακή αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67, την περίοδο 2011 – 2035, αλλά ακόμη και αυτή η μικρή αλλαγή δεν είναι αποδεκτή από την αριστερή πτέρυγα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Η Γαλλία ψήφισε φέτος, με μεγάλη καθυστέρηση, ένα νόμο που υποχρεώνει τους δημοσίους υπαλλήλους να εργάζονται όσο και οι ιδιωτικοί προκειμένου να λαμβάνουν πλήρη σύνταξη. Η κυβέρνηση της Αυστρίας τόλμησε να προωθήσει φέτος μια πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση, αλλά οι δαπάνες της για τις συντάξεις είναι έτσι κι αλλοιώς πολύ μεγάλες.
Σύμφωνα με το συντηρητικό βρετανικό περιοδικό, οι κυβερνήσεις θα πρέπει πρώτον να περιορίσουν το εύρος του σημερινού δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος. Δεύτερον, οι εργαζόμενοι είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις τους σε ιδιωτικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς, τους οποίους θα διαχειρίζονται είτε οι εργοδότες τους είτε, ακόμα καλύτερα, ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Τρίτον, η ενιαία ηλικία συνταξιοδότησης θα πρέπει να καταργηθεί, αφού δεν έχει πλέον νόημα ούτε για τα δημόσια ούτε για τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία.
Επιπλέον, πολλές ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να αντιμετωπίσουν τη συνεχώς μειούμενη γεννητικότητα, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων.
Στο άλλο ήμισυ του προβλήματος, δηλαδή στην πλευρά των εργαζομένων, απαιτούνται επίσης τολμηρά μέτρα, σύμφωνα με τον Economist. Η αύξηση της μετανάστευσης είναι μια επίμαχη πρόταση, θα έχει όμως ουσιαστικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, θα πρέπει να αυξηθεί η εγχώρια προσφορά νέων εργαζομένων – δηλαδή να γεννιούνται περισσότερα παιδιά. Και εδώ, οι κυβερνήσεις πρέπει να είναι προσεκτικές. Ο βασικότερος λόγος για τον οποίο μειώνονται οι γεννήσεις στην Ευρώπη είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες νέες γυναίκες: ή να ξεκινήσουν μια καριέρα και να αφήσουν τα παιδιά για αργότερα (κάτι που για ορισμένες από αυτές σημαίνει ότι δεν θα κάνουν ποτέ παιδιά) ή να κάνουν παιδιά και να χάσουν την ευκαιρία να είναι ανταγωνιστικές στο χώρο εργασίας. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει έτσι να μειώσουν τα εμπόδια που συναντά μια νέα εργαζόμενη που θέλει να κάνει παιδιά, αλλάζοντας είτε το σύστημα φορολογίας είτε τους νόμους για την απασχόληση.
Οι αλλαγές αυτές, καταλήγει το περιοδικό, θα βοηθήσουν όχι μόνο την επόμενη γενιά νέων γυναικών και τα παιδιά τους, αλλά και τους γονείς τους, καθώς και τους παππούδες τους.