Στο 22,4% του ΑΕΠ οι οφειλές για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια το 2002
Στο 22,4% του ΑΕΠ ή 31 δισ. ευρώ ανήλθαν το 2002 οι οφειλές των ελληνικών νοικοκυριών για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, έναντι 23,5 δισ. ευρώ το 2001, σύμφωνα με τα στοιχεία που η Τράπεζα της Ελλάδος έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη.
Στο 22,4% του ΑΕΠ ή 31 δισ. ευρώ ανήλθαν το 2002 οι οφειλές των ελληνικών νοικοκυριών για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, έναντι 23,5 δισ. ευρώ (18,1% του ΑΕΠ) το 2001, σύμφωνα με τα στοιχεία που η Τράπεζα της Ελλάδος έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη.
Πάντως, η πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά επιβραδύνθηκε. Τα στεγαστικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 35,6% έναντι αύξησης 38,9% που εμφάνισαν το 2001. Η επιβράδυνση θα ήταν μεγαλύτερη αν ένας σημαντικός αριθμός δανειοληπτών δεν έσπευδε το Δεκέμβριο να λάβει στεγαστικό δάνειο, προκειμένου να επωφεληθεί από το ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς. Το συνολικό υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων έφθασε τα 24,2% έναντι 42,5% το 2001, εξέλιξη που διευκολύνει την απελευθέρωση της στεγαστικής πίστης.
Τα επιμέρους στοιχεία των καταναλωτικών δανείων καταδεικνύουν ότι δημοφιλέστερο μέσο δανεισμού παραμένουν οι πιστωτικές κάρτες. Το Δεκέμβριο του 2002, ο ρυθμός αύξησης των υπολοίπων στις πιστωτικές κάρτες είχε περιοριστεί στο 33,1% έναντι 62,71% που ήταν ένα χρόνο πριν.
Αντιθέτως, τα προσωπικά δάνεια (έως 3.000 ευρώ) αυξάνονται αλματωδώς. Ο ρυθμός μεταβολής τους, από 22,4% το 2001, αυξήθηκε στο 39,6% το 2002. Για πρώτη φορά τα καταναλωτικά δάνεια με δικαιολογητικά εμφανίζουν μείωση κατά 9,6%, ενώ το 2001 είχαν αυξηθεί κατά 35,1%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την «υποκατάσταση» των δανείων αυτής της κατηγορίας από τα επισκευαστικά δάνεια. Πάντως, το συνολο των υπολοίπων στην καταναλωτική πίστη έφθασε στο τέλος του 2002 τα 9,7 δισ. ευρώ.
Στο σκέλος των καταθέσεων, το σύνολό τους αυξήθηκε στα 104,7 δισ. ευρώ έναντι 101,8 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2001. Φθίνουσα πορεία εμφανίζουν μετά τη φορολόγησή τους και οι τοποθετήσεις σε repos. Στο τέλος του 2002 τα κεφάλαια που ήταν τοποθετημένα στην κατηγορία αυτή ανέρχονταν σε 19,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση της τάξεως του 19,4%.