Αγαπώ ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες που έχουν κλάση· εκείνη τη μη ποσοτικώς μετρήσιμη ιδιότητα, η οποία κάνει το μοναδικό να ξεχωρίζει από το «καλό», το εκθαμβωτικό να ξεχωρίζει από το «ωραίο» και το ριζοσπαστικό να ξεχωρίζει από το «διαφορετικό». Ξέρω κάποιους τέτοιους καλλιτέχνες, ίσως όχι πάρα πολλούς, αρκετούς πάντως ώστε να έχω ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα […]
Αγαπώ ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες που έχουν κλάση· εκείνη τη μη ποσοτικώς μετρήσιμη ιδιότητα, η οποία κάνει το μοναδικό να ξεχωρίζει από το «καλό», το εκθαμβωτικό να ξεχωρίζει από το «ωραίο» και το ριζοσπαστικό να ξεχωρίζει από το «διαφορετικό». Ξέρω κάποιους τέτοιους καλλιτέχνες, ίσως όχι πάρα πολλούς, αρκετούς πάντως ώστε να έχω ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα ακούσματα για να αναπληρώνω την ποιότητα από την οποία αιμορραγεί η καθημερινότητά μας. Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους καλλιτέχνες υψηλής κλάσης κρατώ για τον Van Morrison, αυτό το «μοναχικό λύκο» της σύγχρονης μουσικής, που στο νέο του άλμπουμ δε διστάζει να απορρίψει συλλήβδην τη σύγχρονη pop και να αναζητήσει καταφύγιο σε blues, soul και folk ήχους του χθες, στους οποίους δίνει ζωντάνια με τις περίτεχνες ενορχηστρώσεις, περιεχόμενο με τις ποιητικές διηγήσεις των στίχων, και χαρακτήρα με την καίρια ερμηνεία του. Μια επιστροφή στον ήχο κλασικών άλμπουμ όπως το «Tupelo Honey» (1971) και το «Astral Weeks» (1968), αλλά με ενσωματωμένη όλη την κερδισμένη εμπειρία της διαδρομής από το τότε μέχρι το σήμερα.