Γεννημένος σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές περιόδους για την ιταλική μουσική, ο Giuseppe Verdi έφτασε στην ωριμότητά του τη δεκαετία του 1840, μία κρίσιμη εποχή κατά την οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να φαίνονται αποθαρρυντικά. Ο Rossini είχε αποσυρθεί, ο Bellini είχε πεθάνει και ο Donizetti, βαριά άρρωστος, ήταν στα τελευταία του. […]
Γεννημένος σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές περιόδους για την ιταλική μουσική, ο Giuseppe Verdi έφτασε στην ωριμότητά του τη δεκαετία του 1840, μία κρίσιμη εποχή κατά την οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να φαίνονται αποθαρρυντικά. Ο Rossini είχε αποσυρθεί, ο Bellini είχε πεθάνει και ο Donizetti, βαριά άρρωστος, ήταν στα τελευταία του. Τα επόμενα πενήντα χρόνια και έχοντας συνθέσει περίπου τριάντα όπερες, ο Verdi έδωσε νέα πνοή και ταυτότητα στη μουσική της Ιταλίας, κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε ο Wagner για τη γερμανική μουσική. Δε χωρά αμφιβολία ότι μία από τις σημαντικότερες και πιο δημοφιλείς όπερες του Verdi είναι ο Rigoletto. Βασισμένος στο έργο του Victor Hugo «Le Roi s’ amuse», o Rigoletto σύντομα απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία της Βενετίας για την «απεχθή ανηθικότητα και την κατάπτυστη ελαφρότητα» που τον χαρακτήριζε, καθώς και για τον «εμπρηστικό» τρόπο με τον οποίο απεικόνιζε τη βασιλεία. Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό ο συνθέτης και ο λιμπρετίστας του Piave μετέφεραν τη δράση του έργου στην αυλή του ανώνυμου Δούκα της Μάντουα. Έπειτα από την αλλαγή αυτή η απαγόρευση για την παρουσίαση του έργου ήρθη και η πρεμιέρα δόθηκε στις 11 Μαρτίου 1851 στο ιστορικό Teatro La Fenice. Ως έργο ο Rigoletto ανατρέπει το τυπικό της μέχρι τότε ιταλικής όπερας. Έχει ένα σύντομο πρελούδιο αντί πλήρους εισαγωγής, η χορωδία είναι μόνο ανδρική και δεν υπάρχουν εισαγωγικές άριες, ρετσιτατίβα ή μεγάλα σύνολα για το τέλος. Οι χαρακτήρες δεν σκιαγραφούνται μέσα από μια άρια αλλά «ξετυλίγονται» στη διάρκεια όλης της όπερας. Η τραγική φιγούρα του Rigoletto στέκεται στο κέντρο της όπερας με όλη την αφροντισιά και την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του. Δύσμορφος ως προς την εξωτερική εμφάνιση, διασκεδάζει προσβάλλοντας τους άλλους. Υπηρέτης του φαύλου Δούκα έχει παρ’ όλα αυτά ένα μυστικό το οποίο στηρίζει το μισό της ύπαρξής του, αυτό του στοργικού πατέρα. Όμως και οι άλλοι ήρωες του έργου δεν είναι συνηθισμένοι. Ο Δούκας ακόλαστος -μα διόλου απωθητικός- είναι στην πραγματικότητα ένας αντι-ήρωας, ενώ η γλυκιά και άδολη Gilda τελικά «μολύνεται» από την ακολασία καταλήγοντας να ερωτευθεί, να συγχωρήσει και τελικά να αυτοκτονήσει, για να σώσει αυτόν που την αποπλάνησε. Εντέλει βλέπουμε χαρακτήρες που είναι αντισυμβατικοί, απρόβλεπτοι, έξω από τα καθιερωμένα, χαρακτήρες που τοποθετούνται ανάμεσα στις πιο έντονες και ιδιάζουσες προσωπικότητες σε ολόκληρη τη φιλολογία της όπερας. Αλλος εντυπωσιακός παράγοντας που κάνει το έργο μοναδικό είναι η ποιότητα της μουσικής του. Η εκλεπτυσμένη γραφή του Verdi, η σύνθετη αρμονία και η αριστοτεχνική ενορχήστρωση έρχονται να υπογραμμίσουν και να ενισχύσουν τις συγκινησιακές καταστάσεις. Αν και το ‘La donna e mobile’ που τραγουδά ο τενόρος είναι το πιο γνωστό κομμάτι της όπερας, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι ολόκληρος ο Rigoletto είναι γεμάτος από μελωδικότατα και ευρηματικότατα σημεία, με αποκορύφωμα το κουαρτέτο «Bella figlia dell’ amore» της τρίτης πράξης, όπου οι τρεις πρωταγωνιστές και η Maddalena εκφράζουν αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα μέσω ενός μοναδικού για τη λεπτότητα και την ευαισθησία τραγουδιού. Το DVD που παρουσιάζουμε εδώ δεν είναι άλλο από το κλασικό πλέον φιλμ, που σκηνοθέτησε ο Jean-Pierre Ponnelle το 1983 στη μεταφορά και την επεξεργασία του για το ψηφιακό μέσο. Μεταξύ των συντελεστών που επιλέχθηκαν για να ερμηνεύσουν τους ρόλους του απαιτητικού έργου βρίσκει κανείς μερικούς από τους σημαντικότερους τραγουδιστές των τελευταίων δεκαετιών, όπως ο έξοχος Luciano Pavarotti στο ρόλο του Δούκα της Μάντουα ή η Edita Gruberova, μία από τις καλύτερες ερμηνεύτριες για το ρόλο της Gilda τα τελευταία χρόνια. Μαζί τους ο Ingvar Wixell δίνει έναν καλό με πλήθος ερμηνευτικών αποχρώσεων και ψυχολογικών μεταπτώσεων Rigoletto. Πολύ καλοί επίσης στους ρόλους των Sparafucile και Maddalena οι Ferruccio Furlanetto και Victoria Vergara, ενώ ο Riccardo Chailly, επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης, κάνει μια πιστή και λεπτομερή ανάγνωση του έργου. Ο Jean-Pierre Ponnelle επέλεξε, αντί να σκηνοθετήσει μια παράσταση όπερας σε ένα ανάλογο κτίριο, να κάνει τα γυρίσματα σε χώρους που να ταιριάζουν με αυτούς που αναφέρονται στο έργο. Τοποθέτησε έτσι τη δράση στην Ιταλία της Αναγέννησης και, χρησιμοποιώντας διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, πέτυχε να δημιουργήσει το κατάλληλο «σκοτεινό» και υποβλητικό υπόβαθρο, στο οποίο αναπτύσσεται το έργο. Η μεταφορά της ταινίας στο μέσο έγινε με επιτυχία, δίνοντας πολύ καλή εικόνα και εξίσου καλό πολυκάναλο ήχο. Συνολικά, πρόκειται για μια αξιόλογη από κάθε πλευρά κυκλοφορία που θα ικανοποιήσει τους φίλους της όπερας αλλά του Home Cinema που θα την επιλέξουν.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας