Το Βρετανικό ηλεκτρονικό ντουέτο των Paul Daley (πρώην ντράμερ των Brand New Heavies και των Primal Scream) και Neil Barnes σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1989. Σύντομα, οι Leftfield αναγνωρίστηκαν ως οι δημιουργοί του νεότευκτου ιδιώματος «progressive house», προϊόντος συγκερασμού του παραδοσιακού αμερικανικού house με καθαρά βρετανικά ηχητικά στοιχεία, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι «ο ήχος σου […]
Το Βρετανικό ηλεκτρονικό ντουέτο των Paul Daley (πρώην ντράμερ των Brand New Heavies και των Primal Scream) και Neil Barnes σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1989. Σύντομα, οι Leftfield αναγνωρίστηκαν ως οι δημιουργοί του νεότευκτου ιδιώματος «progressive house», προϊόντος συγκερασμού του παραδοσιακού αμερικανικού house με καθαρά βρετανικά ηχητικά στοιχεία, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι «ο ήχος σου επηρεάζεται από την εξέλιξη των μηχανημάτων που χρησιμοποιείς». Το ντεμπούτο τους, το Leftism (1995), κατά γενική ομολογία διατύπωσε εκ νέου τον ορισμό της χορευτικής μουσικής, εισάγοντας ένα φουτουριστικό υβρίδιο dub, house και breakbeat στοιχείων, και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς δίσκους της δεκαετίας. Η δεύτερη κατά σειρά δουλειά τους, το Rhythm And Stealth, εμφανίζεται ύστερα από τρία χρόνια προετοιμασίας. Εδώ εγκαταλείπουν την ευεξία του Leftism και περνούν σε πιο σκοτεινά ηχητικά τοπία, με παραμορφωμένα beat, επαναληπτικούς electro ρυθμούς, διαστημικό hip hop («Dusted» με συμμετοχή του Λονδρέζου rapper Roots Manuva) και βροντώδες funk («Afrika Shox», με φωνητικά από τον Afrika Bambaataa). Όμως, το αποτέλεσμα υπολείπεται σημαντικά του προκατόχου του σε νεωτερισμούς και αμεσότητα.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.