Όταν η Σαρλότ Μπροντέ έφερε στο φως το Jane Eyre στα μέσα του 19ου αιώνα, οι γυναίκες που έγραφαν στη Βρετανία κινούνταν μέσα σε αυστηρά όρια. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, το 1979, μέσα στο κλίμα του δεύτερου κύματος φεμινισμού, οι Σάντρα Γκίλμπερτ και Σούζαν Γκούμπαρ πήραν αυτή τη λογοτεχνική παράδοση και την ξαναδιάβασαν από την αρχή μέσα από το The Madwoman in the Attic (Η τρελή στη σοφίτα).
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο εκδοτικός οίκος Espinas επαναφέρει το βιβλίο στο προσκήνιο με νέα ισπανική έκδοση (La loca del desván), υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για ένα έργο που άνοιξε δρόμους και εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.
Η φιλόλογος Αλίσια δε λα Φουέντε, που ηγείται της προσπάθειας, το θέτει ξεκάθαρα: «Είναι ένα βιβλίο-βάση για τη φεμινιστική κριτική. Παραμένει ζωντανό και επίκαιρο, και θέλαμε να είναι διαθέσιμο σε όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες». Το δοκίμιο, που ξεκίνησε ως ακαδημαϊκή μελέτη, απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων το National Book Critics Circle Award, ενώ έφτασε και μέχρι τις υποψηφιότητες για Πούλιτζερ.
Jane Eyre, 2011
Μια νέα ματιά στον λογοτεχνικό κανόνα
Στις σελίδες του, το βιβλίο «ξεκλειδώνει» έργα συγγραφέων όπως η Τζέιν Όστεν, η Μέρι Σέλεϊ, οι αδελφές Μπροντέ, η Τζορτζ Έλιοτ και η Έμιλι Ντίκινσον, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση: όχι αυτή που επιβάλλει ο παραδοσιακός κανόνας, αλλά μια προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την εμπειρία του φύλου και τις σιωπές που αυτή κουβαλά.
Η «τρελή» που δεν ήταν τρελή
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η Μπέρθα Μέισον από το Jane Eyre: μια γυναίκα κλεισμένη σε μια σοφίτα, μακριά από τον κόσμο, επειδή ο σύζυγός της την έχει χαρακτηρίσει παράφρονα. Για τις Γκίλμπερτ και Γκούμπαρ, αυτή η μορφή δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας — είναι σύμβολο. Εκπροσωπεί τη γυναίκα που αποκλείεται όταν δεν συμμορφώνεται, που στιγματίζεται ως «υστερική» ή «επικίνδυνη» όταν δεν χωρά στους ρόλους που της επιβάλλονται.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, η «τρελή στη σοφίτα» γίνεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα — ένας έμμεσος τρόπος για τις ίδιες τις συγγραφείς να μιλήσουν για την καταπίεση και την ασφυξία που βίωναν.
Η δημοσιογράφος Ισαμπέλ Βαλντές, στην εισαγωγή της νέας έκδοσης, επισημαίνει ότι τα θέματα που αναδεικνύονται παραμένουν εντυπωσιακά σύγχρονα: «Ομορφιά, εμφάνιση, πείνα, αγάπη, ικανότητα και ανικανότητα, μοίρα, ελευθερία, επιθυμία, σεξουαλικότητα, οικογένεια, η ρομαντικοποίηση της αδυναμίας και της ασθένειας και η σύνδεσή τους, ξανά, με την ομορφιά».
Jane Eyre, 2011
Διαβάζοντας ξανά γνωστά έργα
Για τη Μαρία Αντελίνα Σάντσεθ από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, το βιβλίο άλλαξε ριζικά τον τρόπο που προσεγγίζεται η λογοτεχνία. Δεν είναι τυχαίο ότι το έχει εντάξει σε όλα τα μαθήματά της.
Όπως εξηγεί, μέσα από αυτό το φίλτρο, έργα όπως το Frankenstein αποκτούν άλλη διάσταση: δεν διαβάζονται μόνο ως ιστορίες φαντασίας, αλλά και ως προσωπικές αφηγήσεις, ως αντανάκλαση της θέσης μιας γυναίκας δημιουργού σε έναν κόσμο ανδρών.
Οι φοιτητές της, όπως λέει, αντιδρούν με ενθουσιασμό, γιατί βλέπουν γνωστά κείμενα «με καινούργια μάτια».
Frankenstein, 2025
Τα στερεότυπα στα παραμύθια
Ο καθηγητής Φρανθίσκο Χοσέ Κορτές επισημαίνει ότι το βιβλίο αποκαλύπτει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η διάκριση ανάμεσα στην «καλή» και την «κακή» γυναίκα — ένα σχήμα που διαπερνά ακόμη και τα παιδικά παραμύθια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι: από τη μία, η κακιά μητριά — ανεξάρτητη και ισχυρή — παρουσιάζεται ως απειλή· από την άλλη, η Χιονάτη ενσαρκώνει την ιδανική, υπάκουη γυναίκα που στο τέλος ανταμείβεται με τον γάμο.
«Συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τη βία που κρύβεται σε αυτές τις αφηγήσεις», σημειώνει, «ούτε αμφισβητούμε τους ανδρικούς ρόλους που τελικά διαμορφώνουν το πλαίσιο».
Όσα λείπουν — και γιατί έχουν σημασία
Παρά τη σημασία του, το βιβλίο δεν είναι χωρίς κενά. Η Ισαμπέλ Βαλντές επισημαίνει την απουσία συγγραφέων εκτός του αγγλόφωνου και δυτικού κανόνα — μια έλλειψη που σήμερα γίνεται πιο ορατή.
Ωστόσο, αυτό ακριβώς το στοιχείο το καθιστά αφετηρία για νέες αναγνώσεις. Όπως τονίζει η δε λα Φουέντε, το έργο μπορεί να ιδωθεί ως γέφυρα: συνδέει διαφορετικές εποχές και εκδοχές του φεμινισμού, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει ερωτήματα για το ποιοι εξακολουθούν να μένουν εκτός.
Γιατί, τελικά, η εικόνα της «τρελής στη σοφίτα» δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Επιστρέφει, με άλλες μορφές, σε κάθε εποχή — κάθε φορά που μια γυναίκα επιλέγει να μιλήσει, να γράψει και να αμφισβητήσει όσα θεωρούνται δεδομένα.
Σε παγκόσμια πρώτη από τον καλλιτεχνικό οργανισμό Altera Pars το «Lost & Found» της Nalini Vidoolah Mootoosamy, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου, συνεχίζει την πορεία του και μετά το Πάσχα.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας