Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της φιλοσοφίας (Μέρος ΙΑ’)
Ο Αριστοτέλης έπλασε αρκετές νέες, αποκλειστικά δικές του λέξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι απέφυγε να χρησιμοποιήσει και υφιστάμενες λέξεις με νέα σημασία
Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να διατυπώσει τις καινούριες φιλοσοφικές έννοιες που συνελάμβανε, έπλασε αρκετές νέες, αποκλειστικά δικές του λέξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι απέφυγε να χρησιμοποιήσει και υφιστάμενες λέξεις με νέα σημασία. Στους νεολογισμούς που εισήγαγε στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο ο σταγειρίτης διανοητής περιλαμβάνονται οι όροι κατηγορία και ανάλυσις, για τους οποίους έχουμε ήδη κάνει λόγο σε προηγηθέντα άρθρα της παρούσης θεματικής ενότητας. Καρπός του αριστοτελικού ονοματοποιείν υπήρξε επίσης ο όρος καθόλου (καθ’ όλου, κατά+όλος), που σημαίνει εν όλω, επί του όλου, ως προς το όλον – επομένως, κάτι που ισχύει για όλα τα μέρη ενός συνόλου, το γενικό, οι γενικές έννοιες. Τα καθόλου αντιδιαστέλλονται από τα καθ’ έκαστον, που δηλώνουν τις συγκεκριμένες οντότητες, τα επιμέρους, τις ατομικές έννοιες.
Εξάλλου, σημαίνουσα θέση στο τεχνικό λεξιλόγιο του Αριστοτέλη κατέχουν οι όροι δύναμις, ενέργεια και εντελέχεια, που συνδέονται στενά από σημασιολογικής απόψεως. Η λέξη δύναμις, που χρησιμοποιείται από το μεγάλο στοχαστή με νέα σημασία, δηλώνει τη δυνατότητα ενός όντος να περνά από μια κατάσταση σε μιαν άλλη. Σε αυτήν την έννοια αντιτίθεται η ενέργεια (παράγωγο του επιθέτου ενεργής/ενεργός), η οποία σημαίνει την πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Το εν λόγω αντιθετικό σχήμα εκφράζουν κατεξοχήν τα αντίστοιχα δοτικοφανή επιρρήματα δυνάμει και ενεργεία. Όσον αφορά τον αμιγώς αριστοτελικό όρο εντελέχεια (εν+τέλος+έχειν), αυτός έχει την έννοια της τελείας ενεργείας. Με άλλα λόγια, η εντελέχεια δηλώνει τον απώτατο επιδιωκόμενο σκοπό (τέλος) που έχει ένα ον μέσα του, την πραγμάτωση του τέλους κάθε φυσικής μεταβολής, την πλήρωση ή την τελειοποίηση.
Δομικά στοιχεία της αριστοτελικής φιλοσοφίας είναι και οι τρεις αρχές με τις οποίες ερμηνεύεται κάθε είδος κινήσεως (μεταβολής): η ύλη, το είδος/μορφή και η στέρησις. Η ύλη (το αδιαμόρφωτο υπόστρωμα, η βάση που προϋποτίθεται για να συμβεί οποιαδήποτε μεταβολή, η δυνάμει μορφή) και το είδος/μορφή (η συγκεκριμένη και οργανωμένη υπόσταση που επιτρέπει τη διάκριση των όντων, το σύνολο των ιδιοτήτων που ορίζουν ένα συγκεκριμένο ον και χωρίς τις οποίες θα έπαυε να είναι αυτό που είναι), τα αχώριστα συστατικά της ουσίας, συναποτελούν τα πραγματικά όντα, την υπάρχουσα πραγματικότητα. Η ύλη είναι σχεδόν συνώνυμος όρος με το υποκείμενον, το οποίο «υπόκειται» στο είδος (την υποδιαίρεση του γένους) και μπορεί να δεχτεί τη μορφή. Κάθε είδος μεταβολής, ακόμα και το κυριότερο, η γένεσις και η φθορά, καθορίζεται από σχέσεις εναντίωσης, από ζεύγη αντιθέτων: το ένα δίνει μορφή στο υποκείμενο και το άλλο συνιστά τη στέρηση της μορφής αυτής. Επομένως, η στέρησις είναι το αντίθετο του είδους, η απουσία μορφής.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, το σύγγραμμα «Φυσικά» («Φυσική Ακρόασις»), όπου ο Αριστοτέλης διατυπώνει τον περίφημο ορισμό της «κινήσεως» (έκδοση στη λατινική γλώσσα, Βενετία, 1585).
Από την Πέμπτη 23 Απριλίου, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κάνει μια βουτιά στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με το έργο «Tζένη Τζένη - Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ»