82 χρόνια Ελλάδας στα Όσκαρ: Οι «ζωντανοί ή νεκροί» της Παξινού, η απαξίωση του Χατζιδάκι, η υπεροχή του Λάνθιμου
Καθώς η λάμψη της αποψινής 98ης τελετής των Όσκαρ κατακλύζει οθόνες, ιστοσελίδες και social media η ιστορική μνήμη μάς γυρίζει πίσω στις εμβληματικές ελληνικές συμμετοχές του ιστορικού θεσμού
Όσκαρ, προγνωστικά, γεωπολιτική σκακιέρα ήπιας διπλωματίας. Με αφορμή τη μεγάλη βραδιά της αμερικανικής βιομηχανίας θεάματος, θυμόμαστε τις στιγμές που η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε, κέρδισε, έλαμψε.
Από τις ασπρόμαυρες λήψεις του 1940 μέχρι τη σύγχρονη, ιδιότυπη κινηματογραφική γραφή του Λάνθιμου που κατάφερε να μπει στη λίγκα των νέων, σπουδαίων δημιουργών της έβδομης τέχνης, η ελληνική παρουσία στα Όσκαρ έχει συνέπεια.
Όλα ξεκίνησαν το 1944, μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η σπουδαία Κατίνα Παξινού συγκλόνισε την Ακαδημία με την ερμηνεία της ως Πιλάρ στην ταινία Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα και μια άρνηση που έγινε θρίαμβος γιατί η ιστορία της Κατίνας Παξινού στα Όσκαρ ξεκινά με ένα ηχηρό «όχι».
Όταν οι εκπρόσωποι της Paramount την προσέγγισαν τηλεφωνικώς για να της προτείνουν τη συμμετοχή σε μια ταινία στο Χόλιγουντ, η απάντησή της ήταν αρνητική σε κάθε ερώτηση: ούτε είχε παίξει ποτέ στον κινηματογράφο, ούτε επιθυμούσε να μετακομίσει στην Καλιφόρνια.
Ωστόσο, εγκλωβισμένη στο Λονδίνο λόγω του πολέμου η μεγάλη τραγωδός ταξίδεψε στην Αμερική με αντιτορπιλικό για να υποδυθεί τελικά την Πιλάρ στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Χέμινγουεϊ, Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα.
Όταν στις 2 Μαρτίου του 1944 η Παξινού ανέβηκε στο βήμα της απονομής φορώντας δημιουργία του Έλληνα σχεδιαστή Jean Desses, η Παξινού δεν στάθηκε στον προσωπικό της θρίαμβο αλλά, με φωνή γεμάτη συγκίνηση, είπε:
«Το δέχομαι για λογαριασμό όλων των συναδέλφων μου του Εθνικού θεάτρου, ζωντανών ή νεκρών».
Δεκαεπτά χρόνια για να έρθει η επόμενη μεγάλη στιγμή, το 1961, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις βραβεύτηκε για το Καλύτερο Πρωτότυπο Τραγούδι με τα Παιδιά του Πειραιά -όχι ότι ενδιαφέρθηκε βέβαια και ποτέ.
Σε μια βιομηχανία που ζει και αναπνέει για ένα χρυσό αγαλματίδιο, ο Μάνος Χατζιδάκις πέταξε το Όσκαρ στα σκουπίδια, θεωρώντας το μια «εμπορική ρετσινιά» που περιόριζε το καλλιτεχνικό του ανάστημα.
Η νίκη του στις 17 Απριλίου του 1961, η μέρα που η Ελλάδα γιόρτασε το πρώτο Όσκαρ μουσικής με τη βράβευση τουΧατζιδάκι, το γάντι είχε πέσει και ο ασυμβίβαστος Μάνος έδειξε τι στάση του απέναντι σε σύμβολα και τοτέμ.
Όταν ανακοίνωσε από τη σκηνή της Ακαδημίας ότι Τα Παιδιά του Πειραιά κέρδισαν το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, η αίθουσα αναζήτησε μια απουσία.
«Πάλεψα χρόνια για ν’ αφαιρέσω αυτό τον τίτλο τιμής από την πλάτη μου. Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ, αλλά οι φιλοδοξίες μου και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό»
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν είχε καμία πρόθεση να ταξιδέψει μέχρι το Λος Άντζελες. Για τον δημιουργό που δεν είχε ανάγκη από βραβεία, το τραγούδι που έγραψε με «ιδιαίτερη ευκολία» για την ταινία Ποτέ την Κυριακή του Ζιλ Ντασέν, δεν ήταν παρά μια τυχαία στιγμή που δεν αντιπροσώπευε το βάθος της μουσικής του ιδιοφυΐας.
Στη συνέχεια η ιστορία του αγαλματιδίου μοιάζει με σενάριο μυθοπλασίας. Το πρώτο Όσκαρ που στάλθηκε ταχυδρομικώς χάθηκε κάπου στα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας αναγκάζοντας τον Χατζιδάκι, για ανάγκες φωτογράφισης, να «δανειστεί» το βραβείο της Κατίνας Παξινού για το ιστορικό κλικ.
Όταν η Ακαδημία έστειλε ένα δεύτερο αγαλματίδιο στα χέρια του, ο Χατζιδάκις το πέταξε στον κάδο των απορριμμάτων, από όπου το διέσωσε την τελευταία στιγμή η οικιακή του βοηθό. Η σακούλα ήταν ύποπτα βαριά.
Για τον Χατζιδάκι, η παγκόσμια καταξίωση των Όσκαρ ήταν μια πηγή επίμονου εκνευρισμού αλλά και οικονομικής διευκόλυνσης. Ο Χατζιδάκις πούλησε τα δικαιώματα του τραγουδιού για να αποκαταστήσει την οδοντοστοιχία του, που είχε πληγεί κατά την Κατοχή, και συνέχισε να δημιουργεί αδιαφορώντας για αντικείμενα, κυνηγώντας μόνο ψυχή.
Τα 60s ήταν χρυσή εποχή για την ελληνική εξωστρέφεια. Το 1962, ο ελληνικής καταγωγής Τζορτζ Τσακίρης κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για το εμβληματικό μιούζικαλ West Side Story και το 1965 ο Αλέξης Ζορμπάς του σπουδαίου κινηματογραφιστή Μιχάλη Κακογιάννη περνάει στην ιστορία.
Η ταινία, μια κινηματογραφική απόδοση του ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη, απέσπασε συνολικά τρία βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και Φωτογραφίας για τον Γουόλτερ Λάσαλι, ενώ η υποψηφιότητα του ίδιου του Κακογιάννη για Σκηνοθεσία και Διασκευασμένο Σενάριο σφράγισε τη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού σινεμά.
Χρόνια μετά, το 1987, η Ολυμπία Δουκάκη χάρισε στην Ελλάδα άλλη μια μεγάλη στιγμή, κερδίζοντας το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Κάτω Από Τη Λάμψη Του Φεγγαριού, υπενθυμίζοντας τη δύναμη της ελληνικής διασποράς που ήδη μετρούσε νίκες.
Άλλοι «οσκαρικοί» δημιουργοί ελληνικής καταγωγής είναι ο Ελία Καζάν, ο Τζον Κασαβέτης, ο Ντιν Ταβουλάρις, η ενδυματολόγος Θεώνη Βαχλιώτη-Aldredge, ο Αλεξάντερ Πέιν Παναγιωτόπουλος και ο Τζορτζ Μίλερ.
Πέρα από τον Χατζιδάκι, Όσκαρ απονεμήθηκε και στους Βασίλη Φωτόπουλο, Κώστα Γαβρά και Βαγγέλη Παπαθανασίου.
Αλλος «συνήθης υπόπτος» στην κατηγόρια της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας πέρα από τον Μιχάλη Κακογιάννη (η αναγνώριση του ταλέντου του το 1964 με τον Ζορμά είχε ακολουθήσει την υποψηφιότητα του για Όσκαρ το 1962 με την Ηλέκτρα και συνεχίστηκε το 1977 με την Ιφιγένεια) είναι ο Βασίλης Γεωργιάδης.
Ο Γεωργιάδης διεκδίκησε δυο φορές το Όσκαρ: με τα «Κόκκινα φανάρια» το 1963 (αλλά βρήκε απέναντί του το 8½ του Φεντερίκο Φελίνι) και με το Χώμα βάφτηκε κόκκινο το 1965, ενώ στην Ακαδημία είχαν υποβληθεί ως πρόταση και τα Κορίτσια στον Ηλιο, χωρίς να φτάσουν όμως στην τελική πεντάδα.
Το 1969, το Ζ του Κώστα Γαβρά διεκδικεί τρία Όσκαρ (καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για τον Κώστα Γαβρά και τον Ισπανό συγγραφέα Χόρχε Σεμπρούν και καλύτερης φωτογραφίας) με τον Γαβρά να κερδίζει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου για τον Αγνοούμενο (μια άλλη ταινία του).
Την παράδοση που αναθεμάτισε ο Μάνος Χατζιδάκις με τα Παιδιά του Πειραιά συνέχισε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου το 1982 με ένα Όσκαρ για τους Δρόμους της Φωτιάς και μια υποψηφιότητα για το Blade Runner -αν και τις περισσότερες υποψηφιότητες στην κατηγορία συγκεντρώνει ο Ελληνογάλλος Αλεξάντερ Ντεσπλά.
H Ελλάδα των Όσκαρ βρήκε τον πλέον ιδεατό εκπρόσωπο της στον διεθνή πλέον Γιώργο Λάνθιμο που η Βουγονία του διεκδικεί Όσκαρ και φέτος.
Ήταν πίσω, στο 2011, όταν ο αιρετικός Κυνόδοντας του Λάνθιμου έγινε η πρώτη ελληνική παραγωγή μετά από δεκαετίες που διεκδίκησε το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.
Ο Γιώργος Λάνθιμος κατάφερε πολλά. Ανέδειξε το κίνημα του ελληνικού weird wave κινηματογράφου παγκοσμίως και συνέχισε καταιγιστικά.
Με τον Αστακό το 2017, ο Λάνθιμος κέρδισε την πρώτη του προσωπική υποψηφιότητα για Πρωτότυπο Σενάριο, δείχνοντας ότι η γραφή του επικοινωνεί με το παγκόσμιο κοινό.
Το 2019 με την Ευνοούμενη συγκεντρώνει δέκα υποψηφιότητες, ανάμεσα στις οποίες Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας για τον ίδι και το 2024 επιστρέφει ακόμη πιο δυναμικά με το Poor Things.
Η ταινία αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα οσκαρικά γεγονότα των τελευταίων ετών, αποσπώντας 11 υποψηφιότητες και κερδίζοντας τελικά τέσσερα χρυσά αγαλματίδια, συμπεριλαμβανομένου του Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη σχεδόν μόνιμη πλέον συνεργάτιδα του, Έμα Στόουν.
Ο Χατζιδάκις σίγουρα δεν θα ενδιαφερόταν για τίποτα από τα παραπάνω. Όταν το επίσημο κράτος επιχείρησε να τον τιμήσει για τη διεθνή του επιτυχία, εκείνος, με τον γνώριμο πνευματώδη κυνισμό του, ξεκαθάρισε πως η τέχνη του δεν χωράει σε κορνίζες.
«Πάλεψα χρόνια για ν’ αφαιρέσω αυτό τον τίτλο τιμής από την πλάτη μου. Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ, αλλά οι φιλοδοξίες μου και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό».