Πριν από μερικές μέρες ο εναέριος χώρος της Ελλάδας για κάποιο διάστημα ήταν «κλειστός» για όλες τις επιβατικές πτήσεις. Στις εικόνες από τις ιστοσελίδες που δείχνουν τη θέση των αεροπλάνων σε πραγματικό χρόνο η χώρα μας ήταν «άδεια», μια εικόνα που παρατηρείται μόνο όταν σε κάποια περιοχή υπάρχει κίνδυνος από εχθροπραξίες και τα αεροπλάνα την παρακάμπτουν για λόγους ασφαλείας. Αυτό, άλλωστε, ουσιαστικά είχε γίνει και στη χώρα μας: ήταν επικίνδυνο να πετάνε αεροπλάνα, γιατί δεν θα είχαν καμία επικοινωνία με τους πύργους ελέγχου. Άρα δεν θα λάμβαναν κρίσιμες πληροφορίες και οδηγίες και θα διέτρεχαν κίνδυνο.
Η κυβέρνηση έκανε αρχικά μια προσπάθεια να αποδώσει το περιστατικό σε «παρεμβολές» δηλαδή σε κάποιου είδους σαμποτάζ. Ωστόσο, σύντομα η ίδια παραδέχτηκε ότι το πρόβλημα οφείλεται στις υποδομές επικοινωνίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, γιατί όπως παραδέχτηκε και ο αρμόδιος υπουργός τα συστήματα είναι απαρχαιωμένα και πρέπει να αντικατασταθούν.
Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η κυβέρνηση δεν ανακάλυψε τώρα ότι οι υποδομές επικοινωνίας είναι απαρχαιωμένες και χρειάζονται αντικατάσταση. Οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ελεγκτών κυκλοφορίας άλλωστε, που έφτασαν να εκφράζουν φόβους για «αεροπορικά Τέμπη» ήταν απολύτως αποκαλυπτικές και διαφωτιστικές ως προς το πρόβλημα. Κυβερνά δε από το καλοκαίρι του 2019, δηλαδή 6,5 χρόνια, διάστημα παραπάνω από επαρκές για να εντοπίσει ένα τέτοιο πρόβλημα και να το λύσει εκσυγχρονίζοντας τις σχετικές υποδομές, με την προμήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά τα χρόνια αρκετά έργα δρομολογήθηκαν, ευρωπαϊκά κονδύλια υπήρξαν, το Ταμείο Ανάκαμψης «έτρεξε», αλλά και τα δημοσιονομικά μεγέθη υποτίθεται ότι βελτιώθηκαν, άρα υπήρχε δυνατότητα να είχε προχωρήσει το έργο.
Μόνο που αυτό πολύ απλά δεν έγινε. Και τώρα ακούμε ότι θα πρέπει να περιμένουμε μερικά χρόνια ακόμη για να λυθεί το πρόβλημα και να μην ζήσουμε παρόμοιες καταστάσεις.
Το περιστατικό αυτό δεν είναι «μεμονωμένο». Στην πραγματικότητα αποτυπώνει πλήρως το πού μας έχει οδηγήσει η λογική του «επιτελικού κράτους». Θυμίζω ότι όταν ήρθε η κυβέρνηση αυτή στην εξουσία παρουσίασε το σχέδιο για το «επιτελικό κράτος» ως έναν τρόπο ώστε να είναι πιο συντονισμένο το κυβερνητικό έργο και να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση της προόδου ως προς την υλοποίηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων.
Βεβαίως στην πράξη αποδείχτηκε ότι πέραν του άμεσου ελέγχου από το Μέγαρο Μαξίμου (μέχρι του σημείου όπως πληροφορηθήκαμε να «ακούει» όντως τους υπουργούς), η πραγματική αποδοτικότητα του «επιτελικού κράτους» είναι μάλλον περιορισμένη.
Αυτό αποδείχθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στα Τέμπη. Η αποτυχία στο να γίνουν έγκαιρα αναγκαία έργα υποδομής είχε ως αποτέλεσμα δύο τρένα να βρεθούν να κινούνται τυφλά στην ίδια γραμμή σε αντίθετες κατευθύνσεις. Στην πραγματικότητα καμία «επιτελική» προσπάθεια δεν έγινε για να ολοκληρωθούν και να τεθούν έγκαιρα σε λειτουργία τα αναγκαία συστήματα ασφαλείας, την ώρα που η κυβέρνηση πανηγύριζε για την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων (όπως τώρα πανηγυρίζει για την ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων).
Όλα αυτά καταδεικνύουν το πώς ορίζεται η ίδια η πολιτική ευθύνη εντός του «επιτελικού κράτους». Ουσιαστικά, η ευθύνη δεν αναλαμβάνεται έναντι της κοινωνίας και των πολιτών, αλλά πρωτίστως έναντι όσων επενδύουν σε αυτά τα έργα, με κύριο σκοπό την επίτευξη εντυπωσιακών οικονομικών αποτελεσμάτων. Η πραγματική κοινωνική χρησιμότητα περιορίζεται στην «εικόνα», σε υπουργούς που κάνουν εγκαίνια και ανεβάζουν το σχετικό υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα δημόσια έργα αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως «αναπτυξιακός μοχλός» και ως ένας τρόπος ώστε να πέφτει «ζεστό χρήμα» στις επιχειρήσεις που εμπλέκονται, δεν κρίνονται ως προς την κρισιμότητά τους, το έργο που όντως θα παρέχουν, την ασφάλεια που θα προσφέρουν, την εξυπηρέτηση ή όχι των πολιτών.
Η καθυστέρηση στην υλοποίηση των αναγκαίων έργων για τις επικοινωνίες στα αεροδρόμια αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που παρά την κρισιμότητα του έργου, προτίμησε να κρατήσει για πάνω από έξι χρόνια στο συρτάρι τη σύμβαση για προμήθεια και εγκατάσταση υπερσύγχρονου συστήματος επικοινωνιών για τα αεροδρόμια, που είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση Τσίπρα ήδη το 2019. Το γεγονός ότι τώρα προσπαθούν να την ενεργοποιήσουν εκ νέου, δικαιώνει όσους αποδίδουν την επικίνδυνη κωλυσιεργία στο γεγονός ότι η σύμβαση δεν αποτελούσε έργο δικό τους, επομένως δεν υπάκουε στα στάνταρς για εξυπηρέτηση «ημετέρων» και αδιαφανείς «δουλίτσες», είχαν διαφυγόντα -όχι μόνο κομματικά- κέρδη και δεν την προχώρησαν. Συμβάσεις που πάγωσαν ή ξανασχεδιάστηκαν από την αρχή για σημαντικά έργα, όπως ο ΒΟΑΚ, μάλλον συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής.
Κοινώς τα δημόσια έργα που δεν μπορούν εύκολα να «ιδιωτικοποιηθούν», άμεσα ή έμμεσα δεν προκρίνονται, γιατί δεν θεωρούνται θελκτικά ως επένδυση. Και αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα όταν μιλάμε για υποδομές που είναι κρίσιμες, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν ακριβώς «επενδυτική ευκαιρία».
Το φαινόμενο των απαρχαιωμένων υποδομών δεν είναι βεβαίως μόνο ελληνικό. Και στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, υπάρχει μεγάλη συζήτηση για κρίσιμες υποδομές που πρέπει να επισκευαστούν ή να αντικατασταθούν χωρίς αυτό να φαντάζει εφικτό. Αρκεί να σκεφτούμε το άγχος που υπάρχει σε πολλές χώρες για την κατάσταση των γεφυρών που κατασκευάστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες και τώρα πλησιάζουν σε ένα κρίσιμο χρονικό όριο ως προς την αντοχή τους και άρα για την ασφάλεια όσων τις χρησιμοποιούν.
Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει την ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γιατί δεν μπορεί πια να επικαλείται ότι «παρέλαβε» μια προβληματική κατάσταση, ή να αποδίδει τα προβλήματα σε κάποιες διαχρονικές αδυναμίες του κράτους, γιατί πολύ απλά είχε όλο τον χρόνο και τους πόρους για να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα. Αλλά δεν το έκανε..
Και δεν το έκανε γιατί οι προτεραιότητές ήταν άλλες: να ελέγξει το κράτος σε όλες τις πλευρές του, ακόμη και μέσα από εξωθεσμικά μέσα όπως οι παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων, δικαστικών, υπουργών, ανώτατων αξιωματικών. Να μοιράσει δημόσιο χρήμα σε μέσα ενημέρωσης ώστε να εξασφαλίσει διαρκή θετική δημοσιότητα. Να αξιοποιήσει τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις για να «βάψει» γαλάζιες εκλογικές περιφέρειες όπως η Κρήτη. Να χρησιμοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης για να εξασφαλίσει τη συναίνεση μέρους του επιχειρηματικού κόσμου. Να χειραγωγήσει τους θεσμούς και τις Ανεξάρτητες Αρχές και να εξασφαλίσει ασυλία.
Όλα αυτά το επιτελικό κράτος τα εξυπηρέτησε μια χαρά. Όμως, ούτε τις υποδομές αναβάθμισε, ούτε τις ανάγκες των πολιτών εξυπηρέτησε, ούτε το αίσθημα ασφάλειάς τους ενίσχυσε.
Στις 17 Ιανουαρίου, το stage του Black Temple υποδέχεται μια σειρά από ελληνικές μπάντες, που θα ερμηνεύσουν μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του David Bowie - ενώ τα decks θα αναλάβει ο Δημήτρης Παπασπυρόπουλος.
Η παράσταση Ήμερη – Η Ανατομία μιας Πτώσης, εμπνευσμένη από το έργο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα, επιχειρεί μια σύγχρονη, εσωτερική ανάγνωση πάνω στην έννοια της πτώσης — σωματικής, ηθικής και υπαρξιακής.
Ο καθηλωτικός μονόλογος του Ανδρέα Φλουράκη «ΤΑΠ ΑΟΥΤ» ανεβαίνει στο ανανεωμένο Μικρό Γκλόρια. Το κείμενο ζωντανεύει στη σκηνή με τον Τάσο Κορκό στην ερμηνεία, ενώ τη σκηνοθετική επιμέλεια υπογράφει ο Θανάσης Ισιδώρου.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας