Άνθρωποι νεκροί εν ζωή, νεκροί ανάμεσά μας

«Μέχρι να μπούμε στη θάλασσα, λες και ανοίξαμε μια πόρτα και βρεθήκαμε στην κόλαση… Κάποια στιγμή ο Βίκτωρας μού έλεγε δεν αισθάνεται καλά και πως θα πεθάνει. Μου έλεγε δεν θα αντέξω. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω. Εκείνη την ώρα δεν βλέπαμε ούτε στεριά ούτε τίποτα. Μας κουκούλωναν τα κύματα. Λες και μας είχες ρίξει στην άβυσσο. Η έγνοια μου ήταν να μη χαθούμε. […] Είδα τον Βίκτωρα μπρούμυτα να επιπλέει. Τον γύρισα ανάσκελα και του μιλούσα, και δεν απαντούσε. Ήταν μαύρος παντού. Ο χειρότερος εφιάλτης που φαντάζεστε εσείς οι γονείς, εγώ τον έβλεπα μπροστά μου. Ή θα πήγαινα μαζί του ή θα άφηνα τον Βίκτωρα να σώσω τη Βάσια. Δεν ξέρω πώς το έκανα, μη με ρωτάτε. Λειτούργησε το μητρικό ένστικτο. Αποφάσισα να πάρω τη Βάσια και να φύγουμε. Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν υπάρχουν λέξεις στο ελληνικό λεξικό. Τελικά συνεχίσαμε. Τον άφησα και έφυγα. Ήθελα να ουρλιάξω. Ήθελα να βουτήξω στη θάλασσα να πάω να τον φέρω πίσω. Δεν το πίστευα, αλλά της έλεγα θα τα καταφέρουμε. Έβγαλα το εσώρουχό μου και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Μας πήγαιναν τα κύματα όπου ήθελαν. Στις τρεις ώρες μέσα στη θάλασσα έφυγε το παιδί μου. […] Εγώ είχα αφήσει δύο αγαπημένα μου πρόσωπα στη θάλασσα και είχα θάψει την ψυχή μου εκεί. Μου ήταν εντελώς αδιάφορο ότι θα με έσωζαν. Όταν ήρθε το ψαροκάικο είχα το αίσθημα ασφάλειας για το παιδί μου, αλλά εγώ δεν είχα κανένα συναίσθημα χαράς. […] Έκανα κάθε μέρα μια κηδεία». (Από την κατάθεση της μάρτυρος Αθηνάς Μουτάφη, μητέρας του Βίκτωρα και της Βάσιας Μίχα, στη δίκη που διεξάγεται τούτες τις μέρες για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι.)

«Τα παιδιά μας τα χάσαμε, μαζί με άλλους 103 ανθρώπους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαρτύρησαν, πόνεσαν, υπέφεραν, άφησαν τις σάρκες τους. Όλοι μείναμε πίσω με ένα κάρβουνο. Εγώ δεν κάηκα, αλλά έχει καεί η ψυχή μου. Εγώ δε ζω, απλά υπάρχω, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Η Μαργαρίτα μας ήταν η ζωή μας όλη μετά το θάνατο του γιου μας. Ήταν η μαμά μας, η γιατρός μας, η ψυχολόγος μας, ήταν τα πάντα για εμάς, ζούσαμε για να τη δούμε ευτυχισμένη. Έκανε έναν καλό γάμο, ένα πανέμορφο μωράκι, κατάφερε να ζήσει πολύ λίγο». (Από την κατάθεση της μάρτυρος Μαρίας Διονυσιώτη, μητέρας της Μαργαρίτας Διονυσιώτη και γιαγιάς ενός παιδιού ηλικίας μόλις έξι μηνών, του νεότερου από τα θύματα της τραγωδίας στο Μάτι.)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Αθήνα χωρίς Παρθενώνα

Τα λόγια αυτά, λόγια συγκλονιστικά για γεγονότα συνταρακτικά, φανερώνουν τον απροσμέτρητο ψυχικό πόνο των συγγενών, τις ανεπούλωτες πληγές τους ύστερα από τεσσεράμισι χρόνια, τη συντριβή τους.

Άνθρωποι που βρίσκονται στη ζωή χωρίς να είναι ζωντανοί, ζωές εν τάφω.

Άνθρωποι νεκροί εν ζωή, νεκροί ανάμεσά μας.

Όλη τους η ζωή από τότε ένας ατέλειωτος Γολγοθάς. Ένας Γολγοθάς για όλους τους.

Και όχι μόνο για εκείνους, βέβαια. Έγραφε κάποτε ο αξεπέραστος Παύλος Παλαιολόγος τα εξής:

«Πέρασε από τον πλανήτη μας άνθρωπος χωρίς τον Γολγοθά του; Άλλοι που τον φωταγωγούν, πόσοι όμως που τον καλύπτουν με αδιαπέραστους πέπλους.

Όπως τον πάρει ο καθένας ή όπως πραγματικά είναι για τον καθένα. Άλλοι βλέπουν ένα λοφίσκο και τον παίρνουν για Γολγοθά με ιλιγγιώδες ύψος. Κι άλλοι, με αντοχή στον πόνο, ορειβάτες που ανεβαίνουν θεόρατα βουνά οδύνης, δίχως να λαχανιάσουν, χωρίς να παραδώσουν σε Κυρηναίους το βάρος του σταυρού τους.

Ποικίλες οι πηγές και οι μορφές του. Γολγοθάς που έρχεται απ’ έξω. Συμφορές εξωτερικής προελεύσεως, η αρρώστια, ο θάνατος, η καταστροφή. Αλλά και Γολγοθάς εκ των ένδον. Έργο των χειρών μας. Δική μας έμπνευση και εκτέλεση. Γολγοθάς που τον συνθέτουμε μόνοι, με πρώτες ύλες νοσηρούς συναισθηματισμούς ή αχαλίνωτες φιλοδοξίες που, καθώς είναι πέρα από τις δυνατότητές μας, συντρίβονται πάνω στους βράχους της πραγματικότητας».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr