Η τραγωδία της Μπλανς Μονιέ συγκλόνισε τη Γαλλία και κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα στις αρχές του 20ου αιώνα. Στο «Κωσταλέξι της Γαλλίας» η γυναίκα, η οποία φυλακίστηκε σε μια σοφίτα του σπιτιού της από τη μητέρα της επί 25 χρόνια επειδή αγάπησε λάθος άνδρα, δεν μπόρεσε να συνέλθει ποτέ ακόμα και μετά τη διάσωσή της…

Η Μονιέ, γνωστή στη Γαλλία ως «La Séquestrée de Poitiers» (Η Έγλειστη των Πουατιέ), καταγόταν από το Πουατιέ της Βιέν στη Γαλλία, και κρατήθηκε κρυφά κλειδωμένη. Βρέθηκε τελικά από την γαλλική αστυνομία, όταν είχε γίνει πλέον μεσήλικας, αποστεωμένη και σε άθλιες συνθήκες.

Δεν ξαναείδε ποτέ τον ήλιο

Η Μονιέ καθόλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της δεν είχε δει ούτε μία φορά το φως του ήλιου.

Ζούσε ανάμεσα στα σκουπίδια

Η Μπλανς Μονιέ καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια ευγενών της υψηλής κοινωνίας. Ήταν διάσημη για την ομορφιά της και προσέλκυσε πολλούς πιθανούς μνηστήρες.

Το 1874, σε ηλικία 25 ετών, θέλησε να παντρευτεί έναν δικηγόρο που δεν άρεσε στη μητέρα της. Ισχυρίστηκε ότι η κόρη της δεν μπορούσε να παντρευτεί έναν «φτωχό δικηγόρο».

Η μητέρα, εξοργισμένη από την ανυπακοή της κόρης της, την κλείδωσε σε ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο στη σοφίτα του σπιτιού τους, όπου την κράτησε φυλακισμένη για 25 χρόνια. Η Λουίζ Μονιέ και ο αδερφός της Μπλανς, Μαρσέλ, συνέχισαν την ζωή τους, προσποιούμενοι ότι θρηνούν για την εξαφάνιση της Μπλανς.

Καμία από τις φίλες της Μπλανς δεν ήξερε πού βρισκόταν, όλοι πίστευαν ότι είχε εξαφανιστεί, και ο δικηγόρος που ήθελε να παντρευτεί η Μπλανς πέθανε απροσδόκητα το 1885.

Στις 23 Μαΐου 1901, ο Γενικός Εισαγγελέας του Παρισιού έλαβε μια ανώνυμη επιστολή – ο αποστολέας της οποίας παραμένει ακόμα άγνωστος – η οποία έγραφε:

«Κύριε Γενικέ Εισαγγελέα: Έχω την τιμή να σας ενημερώσω για ένα εξαιρετικά σοβαρό συμβάν. Μιλώ για μία γεροντοκόρη που βρίσκεται κλειδωμένη στο σπίτι της Μαντάμ Μονιέ, λιμοκτονεί και ζει ανάμεσα στα σκουπίδια τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια».

Ζύγισε μόλις 25 κιλά

Η Μπλανς βρέθηκε από την αστυνομία να ζει κάτω από άθλιες συνθήκες, το σώμα της ήταν καλυμμένο με αποφάγια και περιττώματα, κατσαρίδες βρίσκονταν γύρω από το κρεβάτι και κάτω στο πάτωμα, ενώ η ίδια η Μπλανς ζύγιζε μόνο 25 κιλά.

Ένας αστυνομικός περιέγραψε την κατάσταση της Μονιέ και το κρεβάτι της ως εξής:

«Η άτυχη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη εντελώς γυμνή πάνω σε ένα σάπιο ψάθινο στρώμα. Γύρω της υπήρχε ένα είδος κρούστας από περιττώματα, κρέας, λαχανικά, ψάρια και σάπιο ψωμί… Είδαμε επίσης κάποια κελύφη στρειδιών και κατσαρίδες να τρέχουν πάνω στο κρεβάτι της δεσποινίδος Μονιέ. Ο αέρας ήταν τόσο αποπνικτικός, η μυρωδιά του δωματίου ήταν τόσο δυνατή, που μας ήταν αδύνατο να μείνουμε περισσότερο μέσα για να συνεχίσουμε την έρευνά μας».

Η ανορεξία και η σχιζοφρένεια

Η μητέρα της συνελήφθη, αρρώστησε και πέθανε 15 ημέρες αργότερα όταν είδε έναν θυμωμένο όχλο να συγκεντρώνεται μπροστά από το σπίτι της.

Ο αδερφός της Μπλανς, Μαρσέλ, εμφανίστηκε στο δικαστήριο και αρχικά καταδικάστηκε, αλλά αργότερα αθωώθηκε. Ο Μαρσέλ Μονιέ θεωρήθηκε ψυχικά αδύναμος να αντισταθεί στην μητέρα του, και παρόλο που οι δικαστές επέκριναν τις επιλογές του, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κάποιο «καθήκον διάσωσης» στον ποινικό κώδικα εκείνη την εποχή ώστε να μπορέσουν να τον καταδικάσουν.

Αφού απελευθερώθηκε από το βασανιστήριο της, η Μονιέ συνέχισε να υποφέρει από προβλήματα ψυχικής υγείας. Διαγνώστηκε με διάφορες διαταραχές, όπως η νευρική ανορεξία και η σχιζοφρένεια. Αυτό σύντομα την οδήγησε σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μπλουά της Γαλλίας. Τελικά πέθανε το 1913.

Δείτε το αποκαλυπτικό βίντεο:

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr