Στην αγορά εργασίας καταγράφεται μια διττή εικόνα με την συνύπαρξη της εκρηκτικής αύξησης των απολύσεων, με την μείωση του ποσοστού της ανεργίας, και την καταγραφή «κενών» θέσεων εργασίας

Ένα ποικιλόμορφο παζλ με αλληλοσυγκρουόμενες ψηφίδες συνθέτει την «εικόνα» της αγοράς εργασίας, η οποία αντιμετωπίζει μια σειρά προβλημάτων ενώ βρίσκεται και ενώπιον των επερχόμενων προκλήσεων. Εν πρώτοις, στην αγορά εργασίας καταγράφεται μια διττή εικόνα με την συνύπαρξη της εκρηκτικής αύξησης των απολύσεων, με την μείωση του ποσοστού της ανεργίας, και την καταγραφή «κενών» θέσεων εργασίας, όπως και την δυστοκία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού σε πολλούς παραγωγικούς κλάδους.

Η ανεργία εξακολουθεί να …«προτιμά» τις γυναίκες και τους νέους, ενώ κυριαρχούν οι ελαστικές μορφές εργασίας, αλλά και η «εικονική αυτοαπασχόληση» μια  «συγκαλυμμένη εξηρτημένη εργασιακή σχέση», χωρίς τις αντίστοιχες αποδοχές και τα εργασιακά δικαιώματα.

Και εν τω μέσω αυτής της κατάστασης, η κυβέρνηση παρέχει κίνητρα για την ενίσχυση της πλήρους απασχόλησης – αντί της μερικής – μειώνει τις ασφαλιστικές εισφορές στη μισθωτή εργασίας και την …αυξάνει στους μην μισθωτούς (αυτοαπασχολούμενους κλπ.).

Ανεργία – απολύσεις – «κενές θέσεις»

Η έκρηξη των απολύσεων και αποχωρήσεων και η δυστοκία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού σε πολλούς παραγωγικούς κλάδους, προβληματίζει την κυβέρνηση και «αμαυρώνει» την εικόνα της αγοράς εργασίας, η οποία – ταυτοχρόνως – εμφανίζει εκρηκτική άνοδο και των προσλήψεων και μείωση της ανεργίας.

Η διττή εικόνα της αγορά εργασίας απεικονίζεται στα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2022 με βασικά στοιχεία την εκρηκτική άνοδο των προσλήψεων, αλλά και την ανησυχητική έξαρση των απολύσεων – αποχωρήσεων. Παρά ταύτα η ανεργία κατέγραψε νέα μείωση τον Αύγουστο φθάνοντας το 12,2% (έναντι 13,7% τον ίδιο μήνα του 2021), ενώ τα υψηλά ποσοστά των προσλήψεων, οδήγησαν σε θετικό αποτέλεσμα τις ροές απασχόλησης του εννεάμηνο του έτους.

Παρά ταύτα είναι φανερό ότι η αγορά εργασίας δεν έχει βρει ακόμη την ισορροπία της, και προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί η τεράστια έλλειψη προσωπικού που παρατηρείται σε διαφόρους κλάδους της οικονομίας (όπως μεταποίηση, τουρισμός, κατασκευές κλπ.), την ώρα που η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα και η προσφορά εργασίας θα έπρεπε να είναι υψηλή.

Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας ManpowerGroup για το τρίτο τρίμηνο του 2022, οκτώ στους δέκα εργοδότες, δηλαδή το 78%, δυσκολεύονται να βρουν το κατάλληλο προσωπικό, εξαιτίας της έλλειψης εργαζόμενων με τις απαραίτητες δεξιότητες, ενώ έρευνα του ΣΕΒ δείχνει ότι πέντε παραγωγικοί κλάδοι της οικονομίας – πλην του τουρισμού – ταλαιπωρούνται από την έλλειψη προσωπικού.

.

.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του εννεάμηνου η εικόνα της αγοράς εργασίας περιλαμβάνει τα εξής: μεγάλη άνοδο των προσλήψεων κατά 491.680 άτομα, αλλά και ταυτόχρονη έκρηξη των απολύσεων – αποχωρήσεων κατά 513.074 άτομα.

Κενές θέσεις

Η έλλειψη προσωπικού γενικότερα ή ειδικότερα η έλλειψη κατάλληλου προσωπικού, εξελίσσεται σε κυρίαρχο θέμα της αγοράς εργασίας καταδεικνύοντας την δυστοκία που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην αναζήτηση και στελέχωση των υπαρχόντων θέσεων εργασίας, ενώ καταγράφει και την στρέβλωση της αγοράς.

Έτσι καταγράφεται η εξής «στρεβλή εικόνα». Αφενός η ανεργία να σημειώνει ποσοστά κοντά στο 12,2% και αφετέρου η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία να καταγράφει εκρηκτική άνοδο στις κενές θέσεις εργασίας.

Τα στοιχεία είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικά τα δύο τελευταία χρόνια. Το δεύτερο τρίμηνο του 2021 οι κενές θέσεις φθάνουν τις 12.181 έναντι 5.594 το 2019 – αύξηση κατά 117,8%. Ωστόσο το δεύτερο τρίμηνο του 2022 – οι κενές θέσεις εργασίας εκτοξεύονται στις 27.246 σημειώνοντας νέα αύξηση κατά 123,7%.

Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, «κενή θέση εργασίας» θεωρείται μια νεοδημιουργηθείσα θέση, μια ήδη κενή θέση ή μια θέση που πρόκειται να κενωθεί σύντομα, για την οποία ο εργοδότης έχει προβεί πρόσφατα σε δραστικές ενέργειες για να βρεθεί κατάλληλος υποψήφιος, εκτός της επιχείρησης. Σημειώνεται ότι οι κενές θέσεις εργασίας αφορούν μόνο στους μισθωτούς.

Γυναίκες και νέοι οι άνεργοι

Η ανεργία πλήττει περισσότερο τις γυναίκες και τους νέους της χώρας μας. Οι γυναίκες παραμένουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκτός αγοράς εργασίας, δυσκολεύονται να επανενταχθούν, ενώ αντιμετωπίζουν διακρίσεις, τόσο κατά τη διαδικασία πρόσληψης, όσο και στις τελικές απολαβές τους.

Επίσης, οι νέοι ηλικίας έως 24 ετών αποτελούν την ηλικιακή ομάδα με το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην απασχόληση και την αγορά εργασίας (13,4% το 2021 αντί 32,7% μέσου όρου σε επίπεδο Ε.Ε.-27). Στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των εργαζομένων απασχολείται σε θέσεις

Σύμφωνα με έκθεση του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών η ανεργία χαρακτηρίζεται από έντονη έμφυλη ανισότητα, με το ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες να είναι διαχρονικά υψηλότερο από εκείνο των ανδρών (19,8% έναντι 13,9% για το 2019, και 19% έναντι 11,2% για το 2021).

Επίσης οι γυναίκες  πλήττονται εντονότερα από μακροχρόνια ανεργία (63,6% επί του συνόλου των ανέργων γυναικών το 2020, αντί 31,7% σε επίπεδο Ε.Ε.-27) σε σχέση με τους άντρες (56,5% το 2020, αντί 27,1% σε επίπεδο Ε.Ε.-27).

Η «εικονική αυτοαπασχόληση»

Στις στρεβλώσεις της αγοράς εργασίας θα πρέπει να καταχωρηθούν και οι περιπτώσεις «συγκαλυμμένης εξηρτημένης εργασιακής σχέσης», όπως αυτές της εικονικής αυτοαπασχόλησης, το μέγεθος της οποίας έχει λάβει διαστάσεις χιονοστιβάδας.

Πρόκειται για «συγκαλυμμένη εξηρτημένη εργασιακή σχέση», που  ο εργαζόμενος απασχολείται με χαμηλότερες αμοιβές και χωρίς τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα που πηγάζουν από αυτή.

Στη χώρα μας – διαχρονικά – η αυτοαπασχόληση (self-employment) παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά επί του συνόλου του ενεργού πληθυσμού της φθάνοντας – το τρίτο τρίμηνο του 2021 – το 27,5%  13,2% των απασχολούμενων ηλικίας 20-64 ετών, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 ήταν στον 13,2%.

Το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ελλάδα εκτιμάται ότι συνδέεται και με την ύπαρξη εικονικής αυτοαπασχόλησης σε σημαντικό βαθμό.

Η ύπαρξη εικονικής αυτοαπασχόλησης έχει σημαντικές εισοδηματικές επιπτώσεις, καθώς οι αυτοαπασχολούμενοι που εξαρτώνται, μέσω συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, αμείβονται σε επίπεδα χαμηλότερα συχνά από τον κατώτατο μισθό, χωρίς ασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα.

Τα κυβερνητικά μέτρα

Τη μετατροπή των συμβάσεων μερική σε πλήρους απασχόλησης και την αύξηση των απασχολούμενων σε μικρές επιχειρήσεις, επιδιώκει η κυβέρνηση με τα τελευταία μέτρα που ανακοινώθηκαν στα εγκαίνια της ΔΕΘ.

Το ένα μέτρο περιλαμβάνει  την πριμοδότηση κατά 40% των εισφορών στις επιχειρήσεις που έχουν εργαζόμενους με μερική απασχόληση, εφόσον μετατρέψουν τις συμβάσεις σε πλήρους απασχόλησης. Το μέτρο στοχεύει στην μείωση της μαύρης απασχόλησης, καθώς πολλοί εργοδότες – λόγω αυξημένων ασφαλίστρων – δηλώνουν τους εργαζόμενους ως μερικής απασχόλησης και τους απασχολούν περισσότερες ώρες.

Το άλλο προβλέπει ότι οι επιτηδευματίες και οι μικρές επιχειρήσεις – με ακαθάριστα έσοδα έως 2 εκατ. ευρώ ετησίως  – που αυξάνουν τον μέσο ετήσιο αριθμό εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, απαλλάσσονται από το τέλος επιτηδεύματος το συγκεκριμένο έτος. Πρόκειται για μόνιμο μέτρο που αφορά δυνητικά 900.00 επιτηδευματίες και επιχειρήσεις.

Η μειώσεις και αυξήσεις εισφορών

Πέραν αυτών η κυβέρνηση μονιμοποιεί τη μείωση των τριών ποσοστιαίων μονάδων των εισφορών για τους μισθωτούς, αλλά παραλλήλως αυξάνει τις ασφαλιστικές εισφορές για τους μη μισθωτούς.!!!

Το μέτρο της μείωσης έχει εφαρμοστεί αλλά πλέον καθίσταται μόνιμο από τις αρχές του 2023, ενώ εκκρεμεί και νέα μείωση των εισφορών εντός του επομένου έτους. Σημειωτέον ότι οι απώλειες εσόδων από τις μειωμένες εισφορές καλύπτονται από το κράτος.

Ωστόσο από το 2023 θα έχουμε και αυξήσεις στις εισφορές των μη μισθωτών. Η αύξηση θα επιβαρύνει επιβαρύνσεις περίπου 1,2 εκατομμύρια ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες. Η κυβέρνηση σημειώνει ότι με την αύξηση των εισφορών, «δίνεται η ευκαιρία στους ασφαλισμένους μη μισθωτούς να αυξήσουν το τελικό ποσό της σύνταξής τους».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr