Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Αίγινα, ο παράδεισός μου

«Συλλογίζομαι την Αίγινα, το σπίτι στον ήλιο, την μπλάβα θάλασσα και λέω τι τέρας πρέπει να είναι ο άνθρωπος, τι άπληστο θηρίο η ψυχή, για ν’ αφήσει τέτοια ανεκτίμητα αγαθά και να περιπλανιέται μακριά, μέσα στη βροχή και την ομίχλη».

Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε τα λόγια αυτά σε γράμμα που έστειλε από το Λονδίνο (2/7/1939) στον πατέρα μου, Γιάννη Αγγελάκη, εγώ τότε ήμουνα πέντε μηνών. Φαίνεται πως με το λάδι, όταν με βάφτιζε τον Δεκαπενταύγουστο του ’40 (ένα χρόνο μετά, τη μέρα που βυθίστηκε το «Έλλη»), φύτεψε μέσα μου και την αγάπη για την Αίγινα, μαζί με την αγάπη για την ποίηση.

Λέω πάντα ότι χρωστάω τον παράδεισό μου σε μια καταστροφή, αφού το κτήμα και το σπίτι μας στην Αίγινα ο πατέρας μου τα αγόρασε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όταν με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθε απ’ την πατρίδα του, τα Δαρδανέλια, όλη του η οικογένεια, γονείς κι αδελφές. Τυχαία βρήκε την Αίγινα και τους εγκατέστησε εκεί. Εκείνος βέβαια ζούσε από καιρό στην Αθήνα.

Θυμάμαι, μικρή στο σχολείο, να κοιτάω έξω απ’ το παράθυρο κι όταν έβλεπα τον ήλιο να λάμπει να λέω μέσα μου: «Πλησιάζουν οι μέρες, έρχονται οι διακοπές, όπου να ‘ναι θα ‘μαι στην Αίγινα». Άλλη γεύση βέβαια το Πάσχα κι άλλη το καλοκαίρι. Μεγάλη Παρασκευή στην Παναγίτσα με τη μαμά μου, να με συνεπαίρνει η θλιβερή γοητεία των κεριών που μεταμόρφωναν τα πρόσωπα των ανθρώπων. Θρήσκα δεν ήμουνα ποτέ, αλλά με την Ανάσταση ανέβαινε η ψυχή μου.

Κι έπειτα ερχόταν το καλοκαίρι. Η θάλασσα, μπάνιο στον Φάρο ή στην Αύρα, κολύμπι και μετά, όταν μεγάλωσα, μεζέδες και κρασάκι στην ταβέρνα, εκεί δίπλα στην άμμο. Φίλοι έρχονταν και ξανάρχονταν, μερικοί κάθε χρόνο. Έτσι έφτανε κι ο Σεπτέμβρης. «Άγιος σαν τον Σεπτέμβρη», λέω κάπου. Η συγκομιδή, τα φιστίκια… Αγαλλίαση, αλλά και αγωνία μη βρέξει, έτσι όπως ήσαν απλωμένα στις λινάτσες.

Ποιο να ‘ναι άραγε το μυστικό της γοητείας της Αίγινας; Είναι το φως της, όλη η ατμόσφαιρά της, που συνδυάζει την ιδιαιτερότητα της Αττικής με αυτή του νησιού. «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη» και μαζί αισθάνεσαι το μάρμαρο του ναού της Αφαίας, του Παρθενώνα, να στεφανώνει τον ορίζοντά σου.

Αθήνα, 2/2/2012

Το ανωτέρω κείμενο περιελήφθη στη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Τόποι της Λογοτεχνίας (εκδόσεις Καστανιώτη, 2015).

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ απεβίωσε στην Αθήνα, τη γενέτειρά της, το 2020, σε ηλικία 81 ετών.

Είχε πραγματοποιήσει σπουδές στο γλωσσικό πεδίο στην Αθήνα, στη νότια Γαλλία και στην Ελβετία. Υπήρξε διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά).

Η πρώτη της δημοσίευση είχε γίνει στην περιοδική έκδοση Καινούργια Εποχή το 1956.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είχε εκδώσει σειρά ποιητικών συλλογών, ενώ άρθρα και δοκίμιά της για την ελληνική ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης είχαν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Επίσης, είχε δώσει διαλέξεις και είχε διαβάσει ποιήματά της σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Καναδά.

Έργα της μεταφράστηκαν και ανθολογήθηκαν σε διάφορες γλώσσες.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είχε τιμηθεί το 1985 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 2000 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και το 2014 με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

*Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, πανσέληνος στην Πέρδικα (πηγή: Γιάννης Τούντας).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr