Τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη λυγίζει κάτω από το βάρος των επιπτώσεων του πολέμου, ορισμένα κράτη δρέπουν τους καρπούς της αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά

Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο, δεν υπέφεραν μόνο οι Ουκρανοί. Οι τιμές των σιτηρών, του πετρελαίου και άλλων εμπορευμάτων που παρήγαγαν και οι δύο χώρες σε μεγάλες ποσότητες, εκτοξεύτηκαν, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα σε φτωχά κράτη που εξαρτώνται από τις εισαγωγές. Ορισμένοι παγκόσμιοι ηγέτες, ωστόσο, είδαν τη φωτεινή πλευρά.

«Η κρίση είναι μια καλή ευκαιρία για εμάς», παρατήρησε ο Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο βραζιλιάνος πρόεδρος, τον Μάρτιο. Αντιστοίχως, τον περασμένο μήνα, ο Αλμπέρτο Φερνάντεζ, πρόεδρος της Αργεντινής, δήλωσε ότι η χώρα του είναι «ένας ταμιευτήρας όλων όσων χρειάζεται αυτή τη στιγμή ο πλανήτης: τροφίμων και ενέργειας».

Οι οικονομίες της Λατινικής Αμερικής τα πηγαίνουν πράγματι καλύτερα σε σχέση με άλλες αναδυόμενες αγορές στη διάρκεια του πολέμου. Όμως τα νοικοκυριά της περιοχής βλέπουν τους προϋπολογισμούς τους να δέχονται το πλήγμα του πληθωρισμού. Αυτό το σοκ, έρχεται έπειτα από μια σειρά άλλων ατυχών συνθηκών. Και μεσοπρόθεσμα, οι προοπτικές για ορισμένες οικονομίες της περιοχής, δεν είναι τόσο ευοίωνες.

Ακόμη και πριν τον πόλεμο, το 2022 φαινόταν ότι θα έφερνε προβλήματα για τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Καθώς το έτος ξεκινούσε, η παραγωγή δεν είχε καταφέρει να αγγίξει τα προπανδημικά επίπεδα για πολλές εξ αυτών, ενώ τα χρέη είχαν αυξηθεί σημαντικά.

Τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι αυξανόμενες τιμές συμπίεσαν την κατανάλωση των νοικοκυριών ενώ τα αυξανόμενα επιτόκια έκαναν τις πλούσιες χώρες να αποσύρουν κεφάλαια από τις φτωχότερες, αυξάνοντας την οικονομική πίεση που ασκούνταν σε εταιρείες και κυβερνήσεις, που ήδη δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα.

Η Λατινική Αμερική αναμενόταν να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα σοβαρότερα προβλήματα. Τον Ιανουάριο, το ΔΝΤ είχε προβλέψει ότι η ανάπτυξη της περιοχής εντός του 2022 θα ήταν η χαμηλότερη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου.

Ο πληθωρισμός είχε εκτιναχθεί στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Στις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του, το ΔΝΤ προχώρησε σε διόρθωση των προβλέψεών του προς τα κάτω, σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των πλούσιων κρατών (συγκεκριμένα, 0,6% χαμηλότερα), ενώ για τις αναδυόμενες οικονομίες η μείωση άγγιξε το 1%.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Λατινική Αμερική τα έχει πάει αρκετά καλά τους τελευταίους τρεις μήνες περίπου. Οι τιμές του πετρελαίου και των σιτηρών έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 20% από το ξέσπασμα του πολέμου. Και αυτά είναι καλά νέα για την Αργεντινή, την τρίτη μεγαλύτερη παραγωγό σιτηρών στην αμερικανική ήπειρο, μετά τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου λειτουργούν ως ένεση ρευστότητας για τους εξαγωγείς υδρογονανθράκων, όπως η Βραζιλία και η Κολομβία. Και παρόλο που οι περισσότερες χώρες είδαν φέτος τις οικονομίες τους να κάνουν αρνητική στροφή, το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα επάνω τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη της Αργεντινής, της Βραζιλίας του Περού και της Κολομβίας για φέτος.

Σε άλλες περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου, η εκτίναξη του κόστους των τροφίμων και της ενέργειας απειλούν να μετατρέψουν μια δύσκολη μακροοικονομική συνθήκη, σε φρικτή. Στη Σρι Λάνκα, για παράδειγμα, η εξάντληση των αποθεματικών συναλλάγματος που προκλήθηκε από την αύξηση του κόστους των εισαγωγών πετρελαίου, ανάγκασε την κυβέρνηση να αθετήσει το εξωτερικό της χρέος τον Απρίλιο.

Αντιθέτως, για μεγάλα τμήματα της Λατινικής Αμερικής, οι εξωτερικές πωλήσεις ακριβών προϊόντων παρέχουν σταθερή ροή σκληρού νομίσματος, διευκολύνοντας ανθρώπους και εταιρείες να αγοράσουν εισαγόμενα προϊόντα υπό ευνοϊκούς όρους. Πολλά από τα νομίσματα της περιοχής είδαν την αξία τους να αυξάνεται σε σχέση με το δολάριο, σε απόλυτη αντίθεση με τον υπόλοιπο αναπτυσσόμενο κόσμο.

Το γεγονός αυτό, έχει προσφέρει χώρο στους πολιτικούς ώστε να επιχειρήσουν να προστατεύσουν τους ψηφοφόρους από το αυξημένο κόστος των τροφίμων και της ενέργειας – μια πολυτέλεια που είναι απλησίαστη για πολλές άλλες χώρες.

Για παράδειγμα, η κυβέρνηση του Πακιστάν αίρει τις επιδοτήσεις καυσίμων, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αποφύγει την τύχη της Σρι Λάνκα. Αντιθέτως, στο Μεξικό, η αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου έχει βοηθήσει στην αντιστάθμιση μέρους της αύξησης του κόστους των οικιακών επιδοτήσεων καυσίμων.

Οι κυβερνήσεις της Κολομβίας και της Χιλής έχουν διατηρήσει τις επιδοτήσεις, ενώ στο Περού η κυβέρνηση έχει μειώσει τον φόρο κατανάλωσης στα τρόφιμα και την ενέργεια. Σε όλη τη Λατινική Αμερική, οι πολιτικοί λαμβάνουν μέτρα αξίας περίπου 0,3% επί του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, προσπαθώντας να θωρακίσουν τα νοικοκυριά από τις επιπτώσεις του πολέμου.

Δεν είναι όλα ρόδινα. Ακόμη και έπειτα από τις θετικές του αναθεωρήσεις, το ΔΝΤ αναμένει πως ο ρυθμός ανάπτυξης της Λατινικής Αμερικής θα είναι φέτος χαμηλότερος σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, με την εξαίρεση της ανατολικής Ευρώπης.

Η οικονομία της Βραζιλίας κατά πάσα πιθανότητα μόλις που θα καταφέρει να αγγίξει ανάπτυξη της τάξης του 1% παρά τις αυξημένες τιμές των αγαθών που εξάγει. Οι τιμές που καλούνται να καταβάλουν οι καταναλωτές αυξάνονται κατά διψήφια ποσοστά στην Χιλή και τη Βραζιλία και κινούνται σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από τους στόχους των κεντριών τραπεζών στις υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής. Οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού, ώστε η άνοδος των τιμών να μην μεταφραστεί σε ευρύτερη απώλεια εμπιστοσύνης προς την ικανότητα της κυβέρνησης να ελέγχει τον πληθωρισμό – ένα σημαντικό ρίσκο σε μια περιοχή με ιστορικό καταστροφικού πληθωρισμού. Όμως τα υψηλά επιτόκια συμπιέζουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Οι συνθήκες θα μπορούσαν να σημειώσουν περαιτέρω επιδείνωση αν ο πληθωρισμός στα πλούσια κράτη αποδειχθεί πιο επίμονος από το αναμενόμενο, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια περισσότερο από ό,τι περίμεναν οι αγορές. Στη δεκαετία του 1980, όταν οι ΗΠΑ επιχείρησαν για τελευταία φορά να αντιμετωπίσουν ένα σοβαρό πρόβλημα πληθωρισμού, οι επιπτώσεις ήταν βαριές για τη Λατινική Αμερική, παίρνοντας τη μορφή ενός κύματος κρίσεων χρέους και μιας χαμένης οικονομικής δεκαετίας. Η μακροοικονομική πολιτική στην αμερικανική ήπειρο έχει έκτοτε βελτιωθεί. όμως η συνδυαστική πίεση πολλαπλών σοκ, έχει αφήσει πολλές οικονομίες ευάλωτες.

Η περιοχή δεν μπορεί να αντέξει κι άλλη κρίση. Η Λατινική Αμερική υπέστη μεγαλύτερη ύφεση στο ΑΕΠ της το 2020 σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Η πανδημία είχε ως αποτέλεσμα χαμένες επενδύσεις, ώες εκπαίδευσης και πιο αδύναμη αύξηση παραγωγικότητας.

Αυτό είναι πιθανό να καταστείλει την ανάπτυξη και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Πράγματι, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το 2024 η παραγωγή σε όλη τη Λατινική Αμερική θα συνεχίσει να κινείται περίπου 5% κάτω από τα προπανδημικά επίπεδα. Οι πρόσφατες δυσκολίες έχουν πλήξει βαρύτερα τους φτωχούς.

Σε χώρες που μαστίζονται από ακραίες ανισότητες, τέτοιου είδους κόστη που κατανέμονται άνισα θα μπορούσαν να επιφέρουν πολιτική αστάθεια. Οι εκλογές στην Κολομβία και τη Βραζιλία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αναδείξουν νικητές αδύναμους να αντιμετωπίσουν τόσο μεγάλες προκλήσεις. και αν οι κυβερνήσεις δεν μπορέσουν να ανακουφίσουν τους Λατινοαμερικάνους που παλεύουν για την επιβίωσή τους, τότε η οργή θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Πηγή: Economist

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr