Πέραν των ρητορικών εξάρσεων, ΗΠΑ και Ρωσία προσπαθούν να σταθμίσουν τα βήματά τους σε σχέση με την Ουκρανική κρίση, συνυπολογίζοντας τον συσχετισμό και τις προτεραιότητές τους

Εάν κανείς πιστέψει τη ρητορική που αναπαράγεται στα δυτικά ΜΜΕ, η κατάσταση στην Ουκρανία έχει ως εξής: η Ρωσία είναι έτοιμη να εισβάλει στην Ουκρανία, πιθανότατα αξιοποιώντας ως πρόσχημα κάποια ρητορική χειρονομία του Κιέβου, υλοποιώντας ουσιαστικά ένα σχέδιο για την βίαιη «ενοποίηση» όλων των περιοχών που η Μόσχα θεωρεί ως «ρωσικές». Για το σκοπό αυτό έχει συγκεντρώσει πολύ μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμό κοντά στα σύνορα Ρωσίας και Ουκρανίας. Με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι εύκολο για το ΝΑΤΟ να επέμβει στρατιωτικά για την υπεράσπιση της Ουκρανίας, αυτό που πρέπει να γίνει σαφές και μάλιστα εκ των προτέρων, ώστε να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, είναι το μέγεθος των κυρώσεων που θα υποστεί η Ρωσία που πρέπει να ισοδυναμεί με πραγματικό πλήγμα στην οικονομία της, να αποτελεί ένα είδος αποκοπής της από μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.

Αντίστοιχα, εάν κανείς δει τη ρωσική ρητορική για το θέμα, τότε το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θέλουν να φέρουν το ΝΑΤΟ στα σύνορα της Ρωσίας, ενσωματώνοντας την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, μεταφέροντας επιθετικά όπλα στα σύνορα της Ρωσίας, και ουσιαστικά ασκώντας στρατιωτική πίεση που απειλεί την ασφάλεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Απέναντι σε αυτό χρειάζεται να υπάρξει μια αλλαγή πολιτικής της Δύσης, σε κατεύθυνση που να σέβεται τις βασικές απαιτήσεις συλλογικής ασφάλειας της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης ότι δεν θα επεκταθεί παραπέρα το ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, όπως και ότι δεν θα σταλούν επιθετικά οπλικά συστήματα κοντά στη Ρωσία.

Βεβαίως όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα.

Το επίδικο της σύγκρουσης

Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ιστορικές δυναμικές. Από τη μια οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η διατήρηση του δικούς τους ηγεμονικού ρόλου στο διεθνές σύστημα, περνάει μέσα από την επέκταση του ΝΑΤΟ και συνολικά ενός πλέγματος «δυτικών» μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας που θα μπορούν να αποτελούν και το αντίβαρο στην διαρκώς αναβαθμιζόμενη ισχύ της Κίνας και το γεγονός ότι στρατιωτικά η Ρωσία διατηρεί γνωρίσματα «υπερδύναμης». Σε αυτό το πλαίσιο, είναι προφανές ότι θεωρούν ότι δεν μπορεί εύκολα να γίνει δεκτό ένα πλαίσιο «συμβιβασμών» ή «ισορροπιών» με τη Ρωσία αλλά ότι θα πρέπει της ασκηθεί πίεση. Πιθανώς σε αυτό να ελλοχεύει και η εκτίμηση ότι η κατάσταση μετά τον Πούτιν θα μπορούσε να είναι περισσότερο αποδιαρθρωτική ή να εκτιμούν ότι η άσκηση μεγάλης πολιτικής και οικονομικής πίεσης θα μπορούσε να πυροδοτούσε και πολιτική αλλαγή στη Ρωσία. Η Ουκρανία είναι σε αυτό το φόντο μια μεγάλη ευκαιρία για μια συνολική αλλαγή συσχετισμού και αυτό εξηγεί την πολιτική επένδυση στο να ενταχθεί στις «δυτικές συμμαχίες» εδώ και αρκετά χρόνια.

Προφανώς και στην Ουάσιγκτον γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε «θερμή» αντιπαράθεση θα είχε τεράστιο κόστος και για τις δύο πλευρές και αυτό είναι με έναν τρόπο το – συχνά ανομολόγητο – όριο της πολιτικής τους. Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ είναι σε μια μεταβατική φάση ως προς την εσωτερική τους ανασυγκρότηση μετά την τραυματική εμπειρία της εποχής Τραμπ και αυτό επίσης εξηγεί ορισμένες ταλαντεύσεις. Παράλληλα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ φαίνεται να υπάρχει μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα σε όσους θα προέκριναν μια πιο άμεση κλιμάκωση τώρα και όσους θεωρούν ότι προέχει η ανασυγκρότηση και άρα είναι καλύτερη μια πιο «κατευναστική» προσέγγιση.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία δείχνει να κινείται με βάση τη βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ κινούνται σε μια επιθετική στρατηγική που στον ορίζοντα απειλεί τα άμεσά συμφέροντά τους. Η Μόσχα θεωρεί ότι η διαμόρφωση συλλογικής ασφάλειας περνά μέσα από την τήρηση κανόνων, ισορροπιών, την αποδοχή ότι υπάρχουν «ζώνες επιρροής» και μια ισορροπία στρατηγική που να αποτρέπει επιθετικές ενέργειες. Ειδικά για την Ουκρανία είναι σαφές ότι υπάρχει στη Ρωσία μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι ανήκει, όπως και η Λευκορωσία σε έναν ευρύτερο «ρωσικό» εθνικό και πολιτισμικό χώρο (όπως υπενθύμισε με άρθρο του και ο Πούτιν πριν μερικούς μήνες) και ότι η καλλιέργεια μιας ορισμένης «ρωσοφοβίας» είναι και προσπάθεια για να υπονομευτεί αυτή η διάσταση. Σε αυτό το φόντο, φαίνεται ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να κάνει σαφές ότι όντως θα δοκίμαζε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επέμβαση, εάν θεωρούσε ότι το Κίεβο παραβίαζε τις «κόκκινες γραμμές», επέμβαση που στόχο θα είχε την ταπεινωτική ήττα της Ουκρανίας. Ο στόχος είναι μια τέτοια απειλή να οδηγήσει την κυβέρνηση του Κιέβου και τη Δύση σε υποχώρηση και ια νέα ισορροπία.

Και η Μόσχα βέβαια έχει όρια στην κίνησή της. Γνωρίζει καλά ότι παρά τη σαφή υπεροπλία που διαθέτει έναντι των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα είχε κόστος και πιθανώς και κάποιον αρνητικό αντίκτυπο στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας. Αντίστοιχα, και εδώ υπάρχει ο φόβος του τι θα σήμαινε μια συνολικότερη «θερμή» ανάφλεξη, παρότι η ρωσική πλευρά δείχνει έτοιμη να αντέξει για ένα διάστημα τις κυρώσεις.

Από την τηλεδιάσκεψη Μπάιντν και Πούτιν στις 7 Δεκεμβρίου 2021

Η σημασία της επικοινωνίας Μπάιντεν και Πούτιν

Στις 30 Δεκεμβρίου Τζο Μπάιντεν και ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχαν μια ακόμη συνομιλία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ρωσικής πλευράς η συνομιλία επικεντρώθηκε «στην εφαρμογή της συμφωνίας για την εκκίνηση διαπραγματεύσεων για την προσφορά στη Ρωσία νομικά δεσμευτικών εγγυήσεων ασφαλείας», συμφωνία που αρχικά διαμορφώθηκε στη συνομιλία της 7ης Δεκεμβρίου. Σύμφωνα πάλι με τη ρωσική ανακοίνωση, ο Πούτιν παρέθεσε τις θέσεις που διατύπωσε η Ρωσία στα προσχέδια συνθηκών που απέστειλε. Παράλληλα, η ανακοίνωση υποστηρίζει ότι η «επιβεβαιώθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις θα λάβουν χώρα στις 9-10 Ιανουαρίου και μετά στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ρωσίας-ΝΑΤΟ στις 12 Ιανουαρίου, ενώ θα διεξαχθούν και στον ΟΑΣΕ στις 13 Ιανουαρίου». Δεν παρέλειψε, πάντως, να υπογραμμίσει ότι τυχόν επιβολή μεγάλης κλίμακας κυρώσεων θα ήταν ένα «σοβαρό λάθος» που θα οδηγούσε σε κατάρρευση των σχέσεων ΗΠΑ και Ρωσίας.

Από τη μεριά του ο Λευκός Οίκος στη δική του ενημέρωση υπογράμμισε ότι η συνομιλία έλαβε χώρα ύστερα από ρωσικό αίτημα και ότι ο Μπάιντεν πρότεινε «δύο δρόμους» που θα εξαρτηθούν από τη στάση της Ρωσίας: αυτόν της διπλωματίας «που θα οδηγήσει στην αποκλιμάκωση της κατάστασης» και αυτόν που θα επικεντρώσει στην «αποτροπή, συμπεριλαμβανομένου σοβαρού κόστους και επιπτώσεων», εάν η Ρωσία «προχωρήσει σε παραπέρα εισβολή στην Ουκρανία», με το κόστος να περιλαμβάνει τόσο οικονομικές κυρώσεις, ενίσχυση της παρουσίας του ΝΑΤΟ στις χώρες μέλη της συμμαχίας και επιπλέον αμυντική βοήθεια στην Ουκρανία. Ωστόσο, και η αμερικανική πλευρά επιβεβαίωσε το χρονοδιάγραμμα του Διαλόγου «Στρατηγικής Σταθερότητας».

Οι διαφορετικές αποχρώσεις στον τρόπο που δημοσιοποιήθηκε η συνομιλία αποτυπώνουν και τις διαφορετικές οπτικές και προτεραιότητες. Έχει πάντως ενδιαφέρον ότι ήταν η Ρωσία αυτή που έσπευσε να υπογραμμίσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης για «νομικά δεσμευτική» συμφωνία και τον θετικό τόνο της συνομιλίας, ενώ οι ΗΠΑ υπογράμμισαν να υπογραμμίσουν ότι σε κάθε βήμα θα συνεννοηθούν με τους συμμάχους τους και με την Ουκρανία.

Η επικοινωνία Μπάιντεν και Ζελένσκι

Στις 2 Ιανουαρίου ο Μπάιντεν είχε επικοινωνία και με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντιμίρ Ζελένσκι. Το ενδιαφέρον αυτής της συνομιλίας δεν ήταν τόσο η επανάληψη της αμερικανικής θέσης ότι θα «απαντήσουν αποφασιστικά» σε περίπτωση παραπέρα εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Κυρίως ήταν δύο σημεία: το ένα ήταν ότι σε σχέση με την Ουκρανία οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα εφαρμόσουν στις διαπραγματεύσεις με την Ρωσία την αρχή «τίποτα σε σχέση με σένα, χωρίς εσένα», σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουν φόβους ότι θα «εγκαταλείψουν» την Ουκρανία, επιβεβαιώνοντας, όπως ήταν αναμενόμενο, την προσήλωση των ΗΠΑ στην κυριαρχία και την ακεραιότητα της Ουκρανίας. Το άλλο σημείο, ήταν ότι ο Μπάιντεν «εξέφρασε την υποστήριξή του σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης  για την αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Ντονμπάς και ενεργητική διπλωματία για να προωθηθεί η εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ, με υποστήριξη στο σχήμα της Νορμανδίας».

Υπενθυμίζουμε ότι ενώ το «Σχήμα της Νορμανδίας» παραπέμπει σε συνομιλίες ανάμεσα στη Γερμανία, τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Γαλλία για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία, ενώ η Συμφωνία του Μινσκ περιλαμβάνει και τη συζήτηση ανάμεσα στο Κίεβο και τους «αυτονομιστές» του Ντονμπάς για τη διαμόρφωση ενός καθεστώτος αυτονομίας εντός της Ουκρανίας. Η Μόσχα πάντοτε επιμένει ότι αυτή είναι μια πλευρά που μπορεί να οδηγήσει στην ειρήνευση.

Τέτοιες τοποθετήσεις και συνομιλίες αποτυπώνουν μια ορισμένη ταλάντευση του Λευκού Οίκου ανάμεσα σε μια περισσότερο επιθετική τακτική και την εκκίνηση μιας διπλωματικής διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αποκλιμάκωση της έντασης και προοπτικά μια πιο ειρηνική συνύπαρξη. Άλλωστε, είναι σαφές ότι υπάρχουν αρκετές φωνές στην αμερικανική πλευρά που θέλουν μια πιο αποφασιστική στάση, ακριβώς επειδή το διακύβευμα αφορά έναν συνολικότερο συσχετισμό δύναμης που υπερβαίνει τα όρια της ουκρανικής κρίσης.

Σε αυτό το φόντο έχουν ενδιαφέρον οι τοποθετήσεις αμερικανικών think tank που επιμένουν ότι πρωταρχικός στόχος της Ρωσίας δεν είναι η εισβολή, καθώς γνωρίζουν όλες τις πραγματικές δυσκολίες μιας τέτοιας επιλογής, αλλά μια διπλωματική διαδικασία, που θα καθυστερούσε ακόμη περισσότερο την επέκταση του ΝΑΤΟ και εκ των πραγμάτων θα οδηγούσε πιο κοντά στην αντίληψη της Μόσχας για έναν πολυπολικό κόσμο, σε βάρος της αμερικανικής ηγεσίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr