Μια σημαντική έκδοση κειμένων του Λουί Αλτουσέρ επαναφέρει το ερώτημα για τη σημασία της έννοιας της «κρίσης του μαρξισμού»

«Πράγματι, πόσες φορές, εδώ και εκατό χρόνια δεν μίλησαν οι αντίπαλοι του εργατικού κινήματος για “κρίση του μαρξισμού”; Το έκαναν όμως με τον δικό τους τρόπο, για να αναγγείλουν τη χρεοκοπία και τον θάνατο του μαρξισμού. Εκμεταλλεύονταν τις δυσκολίες τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες του εργατικού κινήματος, προς μεγάλο όφελος της αστικής ταξικής πάλης. Σήμερα, εκμεταλλεύονται τις φρικαλεότητες των σοβιετικών στρατοπέδων και τα επακόλουθά τους ενάντια στον μαρξισμό. Ο εκφοβισμός είναι και αυτός κομμάτι της ταξικής πάλης». Με αυτά τα λόγια ο Λουί Αλτουσέρ, μιλώντας σε ένα συνέδριο της εφημερίδας il manifesto τον Δεκέμβριο του 1977, περιέγραφε τη χρήση της έννοιας της κρίσης του μαρξισμού και ταυτόχρονα την ανάγκη και των μαρξιστών να οικειοποιηθούν αυτή την έννοια και να τη χρησιμοποιήσουν ως αφετηρία για μια ριζική ανανέωση και του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος.

Η πρόσφατη έκδοση και στα ελληνικά των κειμένων του Αλτουσέρ γύρω από τη θεματική της κρίσης του μαρξισμού (Για την κρίση του μαρξισμού, μετάφραση Τάσος Μπέτζελος, εκδόσεις Εκτός Γραμμής) επιτρέπει να γυρίσουμε σε αυτή τη «στιγμή» της θεωρητικής – και τελικά πολιτικής – παρέμβασης του γάλλου φιλοσόφου. Στα κείμενα αυτά ο Αλτουσέρ αναμετριέται με αυτή την κρίση αντιμετωπίζοντάς την όχι ως ένα ανυπέρβλητο εσωτερικό όριο μιας θεωρίας καταδικασμένης να οδηγήσει αντί για τη χειραφέτηση στην καταπίεση, αλλά ως την απόδειξη ότι μια θεωρία που αναδεικνύει την πάλη των τάξεων ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας δεν μπορεί παρά να διαπερνάται και η ίδια από αυτήν. Σε αυτό το φόντο η κρίση του μαρξισμού είναι για τον Αλτουσέρ η απόδειξη ότι μιλάμε για μια θεωρία που δεν είναι «παντοδύναμη» αλλά «πεπερασμένη» και με αντιφάσεις αλλά και ταυτόχρονα  η αφετηρία για ριζική ανανέωσή της.

Η κρίση του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος

Την ίδια στιγμή η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, ανατολικού και δυτικού, αναδεικνύεται ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων ιδεολογικών μετατοπίσεων, πολιτικών επιλογών και οργανωτικών μορφών που στο όριό τους μετέτρεψαν τα κομμουνιστικά κόμματα στις «λαϊκές δημοκρατίες» σε μηχανισμούς καταπίεσης των ίδιων των κοινωνικών στρωμάτων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν. Όμως, ο Αλτουσέρ επιμένει να βλέπει στη δυναμική των κοινωνικών κινημάτων και «στα “διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας” […] δυνητικές μορφές κομμουνισμού: στις συλλογικές ενώσεις που καταφέρνουν, τηρουμένων των αναλογιών, να ξεφεύγουν από τις εμπορευματικές σχέσεις». Εξ ου και η επιμονή του να θεωρεί ότι το κομβικό στοιχείο είναι η ανεξαρτησία από το κράτος και την αντίληψη για την πολιτική που αυτό επάγει προς όφελος μιας νέας πρακτικής της πολιτικής προσανατολισμένης προς την κοινωνική χειραφέτηση. Παράλληλα, η ίδια η μαρξιστική θεωρία αντιμετωπίζεται ως εγγενώς συγκρουσιακή και ως πεδίο που πρέπει να αναπτυχθεί στη βάση των ερωτημάτων που αναδύονται στους κοινωνικούς αγώνες.

Είναι επίκαιρη αυτή η συζήτηση;

Προφανώς και κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι πολύ διαφορετική. Οι παράμετροι στις οποίες αναφερόταν ο Αλτουσέρ, δηλαδή η εκρηκτικά αντιφατική συνύπαρξη ανάμεσα στην ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου – με παραπάνω από ορατή την κρίση του «σοβιετικού μοντέλου» – τα ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης σε εμφανή κρίση στρατηγικής και τα ισχυρά εργατικά και κοινωνικά κινήματα στον απόηχο του παγκόσμιου «1968», δεν υπάρχουν σήμερα. Ούτε μπόρεσαν αυτά τα κινήματα να αποτελέσουν τον καταλύτη μιας αναγέννησης του επαναστατικού κινήματος και το αντίβαρο στην κρίση του μαρξισμού όπως ήλπιζε ο Αλτουσέρ.

Ίσως, δε να μην έχει πια την ίδια φόρτιση μαρξιστές διανοούμενοι να αναμετρώνται με την εγγενή αντιφατικότητα ενός θεωρητικού ρεύματος, εκ των πραγμάτων εξαρχής έκθετου στις δυναμικές που αναπτύσσονται στον κοινωνικό ανταγωνισμό, ιδίως εάν αναλογιστούμε πόσες φορές έχει αναγγελθεί όχι απλώς η κρίση αλλά ο θάνατος του μαρξισμού. Άλλωστε, παρά την ύπαρξη σημαντικών νεώτερων μαρξιστών δύσκολα μπορούμε να δούμε σήμερα διαλόγους, ταυτόχρονα υψηλού θεωρητικού επιπέδου και πραγματικού πολιτικού αντίκτυπου, όπως αυτός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ανάμεσα στον Αλτουσέρ, τη Ροσσάνα Ροσσάντα, τον Νίκο Πουλαντζά, τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, τον Πιέτρο Ινγκράο κ.ά.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά θα δείξει ότι μιλάμε για ερωτήματα ακόμη ανοιχτά. Αρκεί να αναλογιστούμε  πώς ερωτήματα για το κράτος και την εκεί εγγεγραμμένη εξουσία επανήλθαν εντός πρόσφατων συζητήσεων για την αριστερή διακυβέρνηση, πώς αναδείχτηκε ως πραγματικό ερώτημα το εάν μπορεί να υπάρξει μια σχέση ανάμεσα σε κοινωνικά κινήματα και πολιτικούς σχηματισμούς που να μην περιορίζεται στην εκλογική εκπροσώπηση, αλλά και πώς προέκυψε ως πραγματικό πρόβλημα το εάν θα αντιμετωπιστούν ως «ουδέτερες» ή «αυτονόητες» οι τάσεις της οικονομίας (και η υποταγή σε αυτές) ή θα δοκιμαστούν μορφές ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι δεν θεωρείται κενό νοήματος το πολιτικό πρόταγμα που ιστορικά αρθρώθηκε γύρω από το αίτημα του κομμουνισμού.

Μια κρίση απελευθερωτική

Ο Αλτουσέρ διατηρούσε την αισιοδοξία του: «Η παρούσα κρίση μπορεί να ανανεώσει τον μαρξισμό, να δώσει νέα δύναμη στη θεωρία του, να επιφέρει τροποποιήσεις στην ιδεολογία του, στις οργανώσεις του και στις πρακτικές του, για να διανοίξει ένα αληθινό μέλλον κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής απελευθέρωσης για την εργατική τάξη και για όλους τους εργαζομένους. Κανείς δεν πρόκειται να ισχυριστεί ότι το καθήκον δεν είναι εξαιρετικά τραχύ. Το θέμα είναι ότι, παρ’ όλες τις δυσκολίες, είναι εφικτό.»

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr