Γεννήθηκε στη Βηρυτό το 1959, σε μια οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών, και μεγάλωσε μαζί με τον εμφύλιο που έπληττε τότε τη χώρα της. Η ίδια περιγράφει τον παιδικό εαυτό της ως «λίγο σπασμένο και γδαρμένο», όπως όλα τα παιδιά της γενιάς της στον Λίβανο. Η ζωή της με τον πόλεμο γέννησε μέσα στην Γκαντά Ατέμ μια δυσανεξία σε κάθε μορφή βίας. Το μεγάλωμά της σε μια συντηρητική χώρα, με μια συντηρητική μητέρα και τρία αγόρια για αδέλφια, γέννησε μέσα της μια δίψα για αυτονομία, χειραφέτηση, ισότητα.

Η μητέρα της ήταν νοικοκυρά, και όχι χαρούμενη για αυτό. Είχε μια πολύ παραδοσιακή αντίληψη της οικογένειας, επαναλάμβανε συχνά «τα κορίτσια κάνουν αυτό και τα αγόρια κάνουν εκείνο», έδινε μεγάλη σημασία στο τι μπορεί να σκέφτονταν οι γείτονες. Ο πατέρας της, πάλι, ήταν ξένος προς όλους τους παραδοσιακούς κώδικες, ένας μηχανικός κάπως σαν τον «καθηγητή Τουρνεσόλ» του Τεντέν, αδιάφορος για τις κοινωνικές συμβάσεις. Η Γκαντά Ατέμ φοίτησε στη γαλλολιβανική σχολή της Βηρυτού, μελέτησε ως έφηβη το πνεύμα του Διαφωτισμού και το κίνημα του Μάη του ’68, είχε παθιασμένες συζητήσεις με τους καθηγητές της, νεαρούς αποσπασμένους Γάλλους που είχαν επιλέξει να μην υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία για να διδάξουν στο εξωτερικό, ανθρώπους καλλιεργημένους, που την ενέπνεαν. Κι έπειτα, επέστρεφε σπίτι και βίωνε ένα συναίσθημα αδικίας, της φαινόταν απαράδεκτο να της ζητάει η μητέρα της να πλύνει τα πιάτα εξαιρώντας από κάθε δουλειά του σπιτιού τους αδελφούς της – ενώ εκείνη είχε περάσει τη μέρα της στο σχολείο μελετώντας Σιμόν ντε Μποβουάρ!

Δεκαοκτώ χρονών, με το απολυτήριο στην τσέπη, η Γκαντά Ατέμ έφυγε για σπουδές στο Παρίσι. Κι ένιωσε αμέσως σπίτι της. Αρχικά, ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, πάντα τη γοήτευε η αρχιτεκτονική, της άρεσε να σχεδιάζει στο μυαλό της και να φτιάχνει όμορφους χώρους ζωής. Επειτα, σκέφτηκε να σπουδάσει κοινωνιολογία, ήθελε να κατανοήσει την πολύ ιεραρχημένη κοινωνία μέσα στην οποία εξελισσόταν. Είναι όμως ένας τομέας πολύ θεωρητικός, φοβόταν μήπως βαρεθεί. Ηθελε ένα επάγγελμα πρακτικό, στράφηκε λοιπόν προς την ιατρική.

Θυμάται, στη διάρκεια των σπουδών της, την ευτυχία τού να αποκτάς πρόσβαση στη γνώση και την κατανόηση της ζωής. Θυμάται επίσης, στη διάρκεια ενός σταζ, σε μια αίθουσα τοκετού, τον εαυτό της να ανακαλύπτει τη μαγεία της γέννας. Αποφάσισε να γίνει μαιευτήρας – γυναικολόγος. Ξεκίνησε την καριέρα της από το μαιευτήριο Des Bluets στο Παρίσι, δημιούργησε μάλιστα εκεί ένα κέντρο τεχνητής γονιμοποίησης, συνέχισε στο στρατιωτικό νοσοκομείο Bégin και για να μη μακρηγορούμε, εκεί γύρω στο 2016, βρήκε τον πραγματικό σκοπό της ζωής της ιδρύοντας στο Σεν-Ντενί το Maison des Femmes, τον Οίκο των Γυναικών, την πρώτη δομή στη Γαλλία που προσέφερε ολοκληρωμένη φροντίδα στις γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί σωματική, σεξουαλική ή ψυχική κακοποίηση, συνδυάζοντας ιατρική περίθαλψη και ψυχοκοινωνική παρακολούθηση.

Ξεκίνησε με έναν προϋπολογισμό μηδέν ευρώ ο Οίκος των Γυναικών και έφτασε να έχει έναν προϋπολογισμό 15 εκατομμυρίων ευρώ, τα πέντε από το κράτος, τα υπόλοιπα από ιδιωτικά ιδρύματα, γιατί δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κάποιος στο πείσμα και την πειθώ της Γκαντά Ατέμ. Περισσότερες από 80 κακοποιημένες γυναίκες περνούν κάθε μέρα το κατώφλι αυτού του πολύχρωμου, ζεστού, χαρούμενου χώρου, δίπλα στο νοσοκομείο Delafontaine, κάπου 20.000 το έχουν διαβεί από την αρχή της λειτουργίας του, η Ατέμ είναι επικεφαλής μιας ομάδας περίπου τριάντα εργαζομένων – γιατρών, μαιών, ψυχολόγων, νοσοκόμων, κοινωνικών λειτουργών, δικηγόρων – και κάπου εκατό εθελοντών, ακόμα και θεατρικά εργαστήρια στήνονται στον Οίκο των Γυναικών, ακόμα και μαθήματα πολεμικών τεχνών γίνονται. Κάθε εβδομάδα, δίνουν το «παρών» εκεί αστυνομικοί, ειδικά εκπαιδευμένοι και εθελοντικά εργαζόμενοι, ενώ σύντομα θα ανοίξει και μια μικρή ιατροδικαστική μονάδα αφιερωμένη στις γυναίκες θύματα σεξουαλικής βίας, προσβάσιμη 24 ώρες το 24ωρο. Κάθε γυναίκα θύμα έμφυλης βίας, θυμίζει η Ατέμ, χάνει από ένα έως τέσσερα χρόνια καλής υγείας, όλες έχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιων νοσημάτων και ψυχικών διαταραχών, όπως είναι το μετατραυματικό στρες, η κατάθλιψη, οι αυτοκτονικές ιδέες… Το διακύβευμα είναι και οικονομικό, επισημαίνει, γιατί μια καλύτερη, πιο ολοκληρωμένη φροντίδα των γυναικών αυτών μειώνει τις νοσηλείες, τις αναρρωτικές άδειες κ.ο.κ.

Εχει γίνει τέτοιο σημείο αναφοράς ο Οίκος των Γυναικών του Σεν-Ντενί που καμιά 20αριά «αδελφάκια» του έχουν ήδη δει ή ετοιμάζονται να δουν το φως σε ολόκληρη τη Γαλλία, ενώ τεράστιο ενδιαφέρον και ζήτηση υπάρχει και από το εξωτερικό. Οσο για την Γκαντά Ατέμ, αυτή δεν σταματά ποτέ, επί του παρόντος αναζητεί νέα χρηματοδότηση για μια νέα δομή, το Mon Palier, που άνοιξε τέλη Σεπτέμβρη στους πρόποδες της Μονμάρτρης, με στόχο να προσφέρει ασφαλές καταφύγιο και κοινωνικοεκπαιδευτική βοήθεια σε 42 νέες γυναίκες ηλικίας 18-25 χρόνων. Ο γαλλικός Τύπος την έχει επανειλημμένως τιμήσει για το έργο και το πάθος της, η εφημερίδα «Le Monde» την τίμησε ξανά με αφορμή την προχθεσινή, Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, και η στήλη έμεινε να ονειρεύεται αντίστοιχους Οίκους των Γυναικών σε όλη την Ελλάδα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr