Κλείνει αύριο και τυπικά ο εποχικός κύκλος του καλοκαιριού. Ποιου καλοκαιριού; Πότε άνοιξε, πότε τσούλησε, πότε έκλεισε;

Εδώ στον Νότο, αρχίζουμε να μετράμε το καλοκαίρι μας αμέσως μετά το Πάσχα. Κάναμε φέτος Πάσχα; Α, ναι, μόνοι μας στο μπαλκόνι μας.

Α, όχι αυτό ήταν πέρυσι (η ευθεία γραμμή στην καθημερινότητα «ειδικών συνθηκών» που ζούμε εδώ και πολλούς μήνες, που δεν έχει μια στροφή να θυμηθείς ως χρονόσημο, μασάει τον χρόνο, η εβδομάδα περνάει σαν μια μέρα και, συγχρόνως, βαραίνει σαν ένας μήνας).

Εφέτος κάναμε εκείνο το αυστηρώς οικογενειακό και εντός των τειχών early Πάσχα, χωρίς φιλιά, με λίγες ευχές και πολλές κουβέντες για εταιρείες εμβολίων και ημερομηνίες εμβολιασμών.

Πότε λοιπόν αρχίσαμε να μετράμε αυτό το καλοκαίρι που, τώρα, κλείνουμε τους λογαριασμούς μας μαζί του; Από το Πάσχα που ήταν και μαγιάτικο;

Από το πρώτο πέδιλο; Από τότε που βγήκαν, ύστερα από πολλούς μήνες, τα τραπεζάκια έξω; Από τότε που έπαψε να ισχύει το 13033; Από τη δεύτερη δόση του εμβολίου;

Ή μήπως από τότε που είχαμε, επιτέλους, «ελευθέρας» για να πάμε στο εκτός νομού εξοχικό μας, αυτό το μεταπολιτευτικό, μεσοαστικό τρόπαιο – διότι, αν αποσυνθέσεις τη Μεταπολίτευση, ένα εξοχικό θα μείνει που σημαίνει ότι με άλλο ένα την ξαναφτιάχνεις.

Να το πιάσω απ’ αλλού. Οταν μάθαμε για το έγκλημα στα Γλυκά Νερά φορούσαμε κοντομάνικα; Οταν ομολόγησε ο Μπάμπης ο πιλότος είχαμε κάνει το πρώτο μπάνιο;

Είναι αυτός ο ύπουλος αλλά απόλυτα ανθρώπινος τρόπος που ακόμη και τα πιο τραγικά γεγονότα αφομοιώνονται από τον μικρόκοσμό μας – η γιαγιά μου έλεγε πως όταν έγινε ο σεισμός στη Σαντορίνη, είχε ράψει το μελιτζανί φόρεμα με τις φιούμπες.

Πάντως, όταν ο Τσιτσιπάς και η Σάκκαρη κάλπαζαν στο Ρολάν Γκαρός τα air condition δούλευαν στο φουλ. Τελικά, πότε ανεβάσαμε τον Τσιτσιπά στα ουράνια, πότε κατρακύλησε στην τσουλήθρα της επικοινωνίας, ούτε που το κατάλαβα.

Ασχετο, ο Ιάσονας ποιος ήταν; Α, ναι. Ο διασώστης που επρόκειτο να βραβευθεί από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ε, και λίγο που είπαμε να πάρουμε τα πάνω μας, τα κρούσματα άρχισαν να ανεβαίνουν ξανά, μια κλείνει η Μύκονος, μια ανοιγοκλείνουν τα Χανιά, να ‘ναι καλά ο Ντούσκος, ο Τεντόγλου και τα άλλα παιδιά που διακρίθηκαν στους κάπως μίζερους, ετεροχρονισμένους Ολυμπιακούς Αγώνες και μας θύμισαν πώς νικάει αυτή η «από το πουθενά» Ελλάδα.

Και ύστερα ήρθαν οι φωτιές για να αφήσουν τις στάχτες τους στο τοπίο και στην καρδιά μας. Πόσες μέρες μας πήρε για να εξοικειωθούμε με τους «φλεγόμενους οικισμούς» στην οθόνη της τηλεόρασης, αυτές τις εικόνες που πάγωσαν το καλοκαίρι μας;

Ενα καλοκαίρι που φεύγοντας πήρε μαζί του σε εκείνο το καράβι για τα Χανιά τον τελευταίο μεγάλο Ελληνα.

Με το πρώτο «θερμοκρασίες πάνω από τις συνηθισμένες για την εποχή» σκοτώθηκε το καλοκαίρι. Και αν Τσέχοφ έλεγε πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν προσέχουν αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας, αναρωτιέμαι μήπως το ίδιο ισχύει και για τους κουρασμένους ανθρώπους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο