Είκοσι χρόνια πριν, οι ΗΠΑ απαντούσαν στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου κηρύσσοντας τον  «πόλεμο κατά του τρόμου», ξεκινώντας μια ολομέτωπη επίθεση στο Αφγανιστάν με σκοπό το τσάκισμα των Ταλιμπάν και την πλήρη εξάρθρωση του μηχανισμού της Αλ Κάιντα που χρησιμοποιούσε το Αφγανιστάν ως ορμητήριο. Όμως, ο «πόλεμος κατά του τρόμου» δεν αφορούσε ποτέ απλώς μια «αστυνομική» επιχείρηση, έστω και τεράστιων διαστάσεων, για την αντιμετώπιση του φαινομένου των ενόπλων ισλαμικών οργανώσεων που μπορούσαν να χτυπήσουν ακόμη και στην καρδιά των ΗΠΑ. Αποτέλεσε ταυτόχρονα τον καταλύτη για μια συνολική μετατόπιση του τρόπου που ασκείται η κρατική κυριαρχία. Τώρα που ένας κύκλος κλείνει με μια, όπως και να το δει κανείς, ήττα των ΗΠΑ στην πιο παρατεταμένη πολεμική εμπλοκή της ιστορίας τους, προσφέρεται η δυνατότητα ενός αναστοχασμού αυτής της εμπειρίας.

Εντός του «πολέμου κατά του τρόμου» για πρώτη φορά  με τόσο ρητό τρόπο, μέσα σε πλαίσιο «φιλελεύθερης δημοκρατίας» διατυπώθηκε η θέση ότι δικαιολογείται η πλήρης αναστολή για τους «εχθρικούς μαχητές» όλης της νομικής προστασίας και των δικαιωμάτων που η έννοια του κράτους δικαίου εμπεριέχει, με την αντιμετώπισή τους ως ανθρώπων χωρίς τα δικαιώματα ούτε του ποινικώς διωκόμενου, ούτε του αιχμαλώτου πολέμου. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν και το κυνήγι της Αλ Κάιντα συνδέθηκε με το Γκουαντάναμο, αυτόν τον «μη-τόπο» σχεδιασμένο και επιλεγμένο ακριβώς με το κριτήριο της μη εφαρμογής θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπήρξαν συνειδητές προσπάθειες, διατυπωμένες σε υπομνήματα που κυκλοφόρησαν σε επίσημες διαδρομές, να δικαιολογηθούν τα βασανιστήρια ως δόκιμη (και νόμιμη) μέθοδος «ενισχυμένης ανάκρισης». Θεωρήθηκε αποδεκτή πρακτική αυτή της ανάκρισης στα διάφορα “black sites”, ακόμη και εάν αυτό δεν σήμαινε απλώς ανάκριση με βασανιστήρια αλλά ακόμη και δολοφονίες. Επικυρώθηκε με τους πανηγυρισμούς στο «κέντρο επιχειρήσεων» του Λευκού Οίκου κατά την εκτέλεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν η πρακτική των εξωδικαστικών δολοφονιών, σε πλήρη περιφρόνηση κάθε έννοιας κανονικής ποινικής διαδικασίας. Όλο το ρεπερτόριο των βάναυσων πρακτικών που είχαν χρησιμοποιήσει οι αποικιακές δυνάμεις στην προσπάθειά τους να τσακίσουν τα κινήματα της αποαποικιοποίησης επανήλθε στο προσκήνιο για να αντιμετωπιστεί ένα ευρύ φάσμα από αντιστάσεις που ξεδιπλώθηκαν

Όλα αυτά δεν περιορίστηκαν στο στενό πλαίσιο του πολέμου στο Αφγανιστάν ή της αντιμετώπισης των αντιστάσεων στην εισβολή στο Ιράκ. Ένα φάσμα ειδικών «αντιτρομοκρατικών» νομοθεσιών προστέθηκε στον «νομικό πολιτισμό», οι αστυνομικές δυνάμεις στρατιωτικοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο και δικαιολογήθηκε η επιβολή ενός μηχανισμού επιτήρησης που κατέληγε στη διευρυμένη άρση κάθε προστασίας απέναντι στην παρακολούθηση και τη χρήση προσωπικών δεδομένων από τις διωκτικές αρχές, μια εκδοχή «πανοπτικής κοινωνίας», που κατά μια ιστορική ειρωνεία σχεδόν την ίδια στιγμή θεσμοθετούσε κανονισμούς για την προστασία των προσωπικών δεδομένων όλων εκτός φυσικά των «υπόπτων για τρομοκρατία». Άλλωστε, οι υπηρεσίες ασφάλειας που ασχολούνταν με αυτά τα ζητήματα σταδιακά εξελίσσονταν σε ένα παράλληλο σύμπαν απεριόριστης δυνατότητας παρακολούθησης και διεξαγωγής, όποτε χρειαζόταν, των απαραίτητων covert operations.

Σε όλα αυτά προστέθηκε μια χωρίς προηγούμενο στοχοποίηση των μεταναστευτικών πληθυσμών στη Δύση. Η αποικιοκρατία που ποτέ δεν σταμάτησε αλλά μεταφέρθηκε στις δυτικές μητροπόλεις ως ενδημικός και συστημικός ρατσισμός και «πόλεμος των πολιτισμών» μεταφράστηκε τώρα σε μια θεώρηση των μεταναστευτικών πληθυσμών ως συλλήβδην υπόπτων για υποστήριξη ή ακόμη και συμμετοχή στην τρομοκρατία, επιτείνοντας ένα καθεστώς αρνητικών διακρίσεων και διαχωρισμών  που σε ορισμένες περιπτώσεις λειτούργησε ακόμη και ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εάν κρίνουμε από τον τρόπο που π.χ. το Ισλαμικό Κράτος μπορούσε να στρατολογεί με περισσή ευκολία ανάμεσα σε όσους έπεφταν καθημερινά πάνω στο τείχος των διακρίσεων και όλων των μορφών αποκλεισμού και περιθωριοποίησης.

Την ίδια στιγμή η επίμονη και σε ορισμένες περιπτώσεις συνειδητή αναπαραγωγή ρατσιστικών στερεοτύπων που αντιμετώπιζαν ολόκληρους πληθυσμούς ή ολόκληρες θρησκείες (ας αναλογιστούμε τους συνειρμούς που παράγει η παραμικρή αναφορά στο Ισλάμ στη σύγχρονη Δύση) ως εκκολαπτήρια τρομοκρατών ή ως τις σύγχρονες «επικίνδυνες τάξεις» απλώς έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα, με την ισλαμοφοβία να εξελίσσεται σε μια κρίσιμη παραλλαγή του σύγχρονου ρατσισμού που εκτός των άλλως αποτέλεσε και το κυνικό υπόβαθρο της προσπάθειας να δικαιολογηθούν οι κάθε λογής επεμβάσεις και συστηματικοί βομβαρδισμοί σε χώρες που ούτως ή άλλως παρουσιάζονταν ως πολιτισμικά επιρρεπείς στην παραβατικότητα και την τρομοκρατία, παραβλέποντας τις πραγματικές γεωπολιτικές επιδιώξεις πίσω από αυτές τις «προβολές ισχύος». Άλλωστε, είκοσι χρόνια μετά έχει γίνει σαφές ότι ο «πόλεμος κατά του τρόμου» ουδέποτε αφορούσε απλώς μια «αντιτρομοκρατική επιχείρηση», αλλά πολύ περισσότερο την αυτοκρατορική επιδίωξη (αλλά και αυταπάτη) της ένοπλης εξαγωγής «δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς».

 

Η διαρκής κατάσταση εξαίρεσης

Ο προκλητικός ορισμός της κυρίαρχου ως αυτού που μπορεί να αποφασίσει για την κατάσταση εξαίρεσης αποτέλεσε τον προκλητικό τρόπο με τον οποίο ο Καρλ Σμιτ στοχάστηκε τον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας. Η εικοσαετία του «πολέμου κατά του τρόμου» ήταν από πολλές απόψεις μια διαρκής κατάσταση εξαίρεσης. Δυστυχώς, το πιο πιθανό είναι ότι σε αρκετές πλευρές της θα συνεχιστεί, παρά την καταφανή αποτυχία του ίδιου του πολέμου στο όνομα του οποίου ξεδιπλώθηκε σε πρώτη φάση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο