Οι πολιτικοί που διεκδικούν να διαδεχθούν την Ανγκελα Μέρκελ στο αξίωμά της ως καγκελαρίου της Γερμανίας αντιμετωπίζουν μια νέα απειλή καθώς οι εκλογές πλησιάζουν: τον έλεγχο από τους κυνηγούς λογοκλοπής.

Σύμφωνα με δημοσίευμα στη «Wall Street Journal», τους προηγούμενους μήνες, λογοτεχνικοί ερευνητές αποκάλυψαν για τους δύο κορυφαίους υποψηφίους για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου ότι στα βιβλία τους δεν απέδιδαν τους συγγραφείς, τα παραθέματα των οποίων χρησιμοποιούσαν.

Οι κυνηγοί λογοκλοπής, οι οποίοι χρεώνουν για την αμοιβή τους έως και 350 ευρώ την ώρα, αποτελούν μέρος μιας νέας βιομηχανίας που βασίζεται σε αλγόριθμους και σχολαστική ανάλυση για τον εντοπισμό της παράβασης.

Οι ειδικοί, μερικοί από τους οποίους εργάζονται συστηματικά ως συγγραφείς και καθηγητές πανεπιστημίου, λένε ότι συνήθως προσλαμβάνονται από μέσα ενημέρωσης, εμπορικές εταιρείες για την πρόσληψη στελεχών τους, πανεπιστήμια ή δυσαρεστημένους υπαλλήλους. Οι πελάτες μπορεί να είναι ανώνυμοι και επικοινωνούν μέσω δικηγόρων. Οι περισσότερες έρευνες αυτού του είδους δεν γίνονται ποτέ δημόσιες.

Οι στόχοι τους περιλαμβάνουν συγγραφείς δοκιμίων ή αρθρογράφους σε εφημερίδες ή περιοδικά. Ειδικά στη Γερμανία, ανιχνεύουν και τις διπλωματικές εργασίες καθώς η κατοχή διδακτορικού είναι συνηθισμένο στοιχείο στο βιογραφικό των πολιτικών.

«Στη Γερμανία υπάρχει ένα φετίχ για τους τίτλους. Οι άνθρωποι αρέσκονται να προσφωνούνται ως Herr Doctor και Frau Professor», δηλώνει στη «Wall Street Journal» ο Σετφάν Βέμπερ, αυστριακός ακαδημαϊκός και κυνηγός λογοκλοπής.

«Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος είναι ο «αγαπητός Τζο», στο Ηνωμένο Βασίλειο ο «αγαπητός Μπόρις», αλλά στη Γερμανία η «φράου δρ Μέρκελ»».

Στο μεταξύ, η καγκελάριος Μέρκελ έχασε τρεις υπουργούς της αφού εκτέθηκαν για αντιγραφή των τμημάτων των διδακτορικών τους εργασιών. Ολοι στη συνέχεια έχασαν τους ακαδημαϊκούς τους τίτλους.

Ο δρ Βέμπερ, ο οποίος δίνει διαλέξεις για τα ΜΜΕ και την επικοινωνία στη Βιέννη, είπε ότι κατά καιρούς εργάζεται δωρεάν επειδή πιστεύει ότι τα δημόσια πρόσωπα που δημοσιεύουν για να ενισχύσουν τη φήμη τους πρέπει να ελέγχονται. Είπε ότι τον πλησίασε μόνο μία φορά ένας πολιτικός που ήθελε να ελέγξει τη διατριβή ενός αντιπάλου του.

Ο αυστριακός κυνηγός λογοκλόπων τον Ιούνιο ανέφερε ότι το «Τώρα», ένα βιβλίο που βγήκε μέσα στη χρονιά από την Αναλένα Μπέρμποκ, υποψήφια των Πρασίνων για τη γερμανική καγκελαρία, περιέχει «δάνεια» που δεν είχαν αποδοθεί στον αρχικό συγγραφέα.

Ο ειδήμων δηλώνει ότι δεν προσλήφθηκε για να εξετάσει το βιβλίο, αν και ήταν ενημερωμένος για αυτό. Μετά την αποκάλυψη του Βέμπερ, τόσο η Μπέρμποκ όσο και το κόμμα της είδαν στις δημοσκοπήσεις να χάνουν ποσοστά. Η υποψήφια των Πρασίνων είπε ότι είχε κάνει λάθος και ο εκδότης της είπε ότι θα προσθέσει την κατάλληλη αναφορά στην πηγή σε μια νέα έκδοση του βιβλίου.

Εβδομάδες αργότερα, ο Μάρτιν Χάιντινγκσφελντερ, ένας άλλος κυνηγός λογοκλοπής, είπε ότι το βιβλίο του Αρμιν Λάσετ, του συντηρητικού υποψηφίου για τις εκλογές και επικεφαλής υποψηφίου για τη διαδοχή της Ανγκελα Μέρκελ, περιείχε τμήματα που αντιγράφτηκαν από άλλους συγγραφείς χωρίς να επισημαίνονται τα ονόματά τους. Ο Λάσετ, ο οποίος δήλωσε ότι μετάνιωσε που παρέλειψε την απόδοση, επίσης έχασε ποσοστά δημοτικότητας.

«Οι πολιτικοί διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και πρέπει να είναι άψογοι όσον αφορά την ηθική συμπεριφορά τους», σημειώνει ο Χάιντινγκσφελντερ, ο οποίος ελέγχει τα χειρόγραφα για εκδότες, ακαδημαϊκά ιδρύματα, ακόμη και συγγραφείς που θέλουν να βεβαιωθούν ότι η διατριβή τους παραμένει απρόσβλητη και δεν έχει διαρρεύσει.

Ο ίδιος βοήθησε να εκτεθούν πολλά δημόσια πρόσωπα, τονίζοντας ότι ορισμένοι πολιτικοί προσέλαβαν συγγραφείς – φαντάσματα ή ανέθεσαν τα γραπτά τους σε βοηθούς που ενδεχομένως είχαν αντιγράψει κείμενα από το Διαδίκτυο. «Πρέπει να συγκεντρωθείς για μήνες για να γράψεις ένα βιβλίο. Ακόμη περισσότερο όταν ετοιμάζεις μια διδακτορική διατριβή. Ποιος πολιτικός θα είχε χρόνο για να γράφει βιβλία μόνος του;» αναρωτιέται ο ερευνητής.

Και οι δύο ειδικοί εξηγούν ότι χρησιμοποιούν εξειδικευμένο λογισμικό για να εντοπίσουν ομοιότητες μεταξύ κειμένων και στη συνέχεια για να ελέγξουν τα αποσπάσματα που τους φαίνονται ύποπτα αναζητούν έναν διαδικτυακό σύνδεσμο. Εάν ένα απόσπασμα του κειμένου είναι διαθέσιμο μόνο σε έντυπη μορφή, το σαρώνουν και το μετατρέπουν σε ψηφιακό κείμενο που μπορεί στη συνέχεια να υποβληθεί σε επεξεργασία.

Η χρήση σπάνιων λέξεων και ασυνήθιστων συνθέσεων σε δύο διαφορετικά κείμενα θα μπορούσε να είναι ένδειξη αντιγραφής. Η στυλιστική σύγκριση είναι επίσης μέρος της εξονυχιστικής εργασίας τους. Και μόλις επισημανθεί ένα κείμενο αναζητούν την πηγή και μερικές φορές επικοινωνούν με τους συγγραφείς. «Το λογισμικό του υπολογιστή βρίσκει έναν ύποπτο σύνδεσμο, αλλά στη συνέχεια πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το λογισμικό του δικού μας εγκέφαλου για να εξερευνήσουμε τη σύνδεση», λέει ο Μάρτιν Χάιντινγκσφελντερ.

Ο δρ Βέμπερ χρησιμοποίησε μια παρόμοια προσέγγιση για τον έλεγχο του βιβλίου της Αναλένα Μπέρμποκ. Η έρευνά του έδειξε ότι η πολιτικός είχε χρησιμοποιήσει τη σκέψη άλλων ανθρώπων για να συντάξει ένα βιβλίο που δεν περιείχε καμία δική της πρωτότυπη ιδέα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο