Στις αρχές Σεπτέμβρη του 1999 αυτό που είχε μείνει στο συλλογικό ασυνείδητο μετά την προβολή του «Fight Club» ήταν η μουσική, κάποιες σκληρές ατάκες και φυσικά οι κοιλιακοί του Μπραντ Πιτ. Τα υπόλοιπα ήταν μία αμφιλεγόμενη πικρή γεύση μιας ιστορίας γεμάτη βία, μισογυνισμό και μηδενισμό.

«Το Fight Club είναι ένα αριστούργημα, αλλά ένα απωθητικό – οπτικά υπέροχο, πνευματικά άσχημο – περιορισμένης ευφυΐας έργο», γράφει η Λίλι Ανολικ στο Vanity Fair, συγκρίνοντας τις σκηνές της ταινίας με τα γεγονότα που ακολούθησαν και συντάραξαν τον κόσμο. Το πολιτικό του στίγμα είναι αντιδραστικό.

Η στάση του απέναντι στις γυναίκες είναι ωμή έως και νεαντερτάλειας συμπεριφοράς. Και όταν προβλήθηκε, το κοινό σε μεγάλο βαθμό αγνόησε την ταινία, ενώ οι κριτικοί αγρίεψαν. Η απροκάλυπτη μισογυνία της ταινίας είναι πηγή του ανησυχητικού και δυσάρεστου μεγαλείου της.

Ομως το Fight Club είναι κάτι παραπάνω. Είναι προφητικό. Οποιος το βλέπει σήμερα το 2021, θα συνειδητοποιήσει ότι η πρώτη προβολή του το 1999 ήταν σαν να έβλεπες το μέλλον μέσα σε μια κρυστάλλινη μπάλα.

Βασίστηκε στη νουβέλα του Τσακ Πόλανικ (Fight Club: Η Λέσχη της Μάχης – στα ελληνικά εκδ. Αίολος, 2017 μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς). Σκηνοθέτης της είναι ο Ντέιβιντ Φίντσερ και πρωταγωνιστές ο Μπραντ Πιτ, ο Εντουαρντ Νόρτον και η Ελενα Μπόναμ Κάρτερ. Ο Νόρτον παίζει έναν ανώνυμο πρωταγωνιστή, έναν «οποιονδήποτε», που είναι δυσαρεστημένος με τη δουλειά γραφείου που κάνει. Οργανώνει μία λέσχη μάχης («fight club») με έναν κατασκευαστή σαπουνιών, τον Τάιλερ Ντέρντεν (Μπραντ Πιτ). Ο αφηγητής εμπλέκεται σε μια σχέση με τον Ντέρντεν και μία παράξενη γυναίκα, τη Μάρλα Σίνγκερ (Ελενα Μπόναμ Κάρτερ).

Οι Δίδυμοι Πύργοι

Η προφητεία του Fight Club ξεκινά με το τέλος της ταινίας: με την καταστροφή από μια ομάδα τρομοκρατών των μνημείων του ύστερου αμερικανικού καπιταλισμού, δηλαδή τους ουρανοξύστες.

Δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ της Βενετίας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1999, οι Δίδυμοι Πύργοι μετατράπηκαν σε σωρούς από στάχτη και μπάζα από το χτύπημα μιας ομάδας τρομοκρατών.

Η αμερικανική Ακροδεξιά

Συνεχίζεται δείχνοντας την άνοδο της ακραίας Δεξιάς. Το κίνημα που γοητεύει και προσελκύει τους οπαδούς του ενισχύοντας την αυταρέσκειά τους, προτρέποντας να υιοθετήσουν σκληρό τραχύ χλευαστικό λόγο. Στην πραγματικότητα, λέει η αρθρογράφος του Vanity Fair, είναι ένα κίνημα που οι οπαδοί του πιστεύουν στο πόσο δύσκολο είναι να είσαι λευκός και άντρας.

Ο Τάιλερ ξεσηκώνει τους οπαδούς του Fight Club με το λογύδριό του: «Βλέπω… τους πιο δυνατούς και έξυπνους άντρες που έχουν ζήσει ποτέ. Βλέπω όλο αυτό το δυναμικό και βλέπω να σπαταλιέται… Μια ολόκληρη γενιά βάζει βενζίνη, σερβίρει σε τραπέζια, υποδουλώνεται φορώντας λευκούς γιακάδες. Ολοι έχουμε μεγαλώσει με την τηλεόραση πιστεύοντας ότι μια μέρα όλοι θα ήμασταν θεοί του σινεμά και ροκ σταρ. Αλλά δεν θα μας συμβεί. Και το μαθαίνουμε σιγά σιγά αυτό το γεγονός και είμαστε πολύ, πολύ θυμωμένοι».

Αν η φασιστοειδής συμμορία των Space Monkeys, πρωτοπαλίκαρων του Τάιλερ, ομοιάζει με τους αυθεντικούς Proud Boys της σημερινής αμερικανικής πραγματικότητας δεν είναι άστοχο να θεωρήσουμε ότι το Fight Club φώτισε την κοινωνική δυσαρέσκεια που αναδυόταν εκείνη την εποχή.

Ο κόσμος των ανδρών

Οπως το βλέπει ο Τάιλερ, η κοινωνία υπάρχει για τους άνδρες. Είναι ένας κόσμος ανδρών. Κατά την άποψή του, δεν υπάρχει τοξική αρρενωπότητα. Αντίθετα, η αρρενωπότητα είναι τοξική μόνο όταν εμφιαλώνεται, εγκλωβίζεται και μόνη διέξοδος είναι η λέσχη πάλης που εκείνος επινόησε.

Πιστεύει ότι, για τους άνδρες, η πνευματική σωτηρία επιτυγχάνεται μέσω της σωματικής βίας. Οσο για τις γυναίκες, δεν πρέπει να τις εμπιστεύεσαι.

Γι’ αυτό και είναι καλύτερο οι άνδρες να έχουν άνδρες «κολλητούς». Στη σημερινή αμερικανική πραγματικότητα του 21ου αιώνα σε πολλές ομάδες για τα δικαιώματα των ανδρών που έχουν δημιουργηθεί, η πιο συχνή ανάρτηση στους πίνακες μηνυμάτων τους δείχνει την πηγή της προέλευσής τους: «Tyler Durden lives!» (Ο Τάιλερ Ντέρντεν ζει).

Η γενιά των Millenials

Ο Τάιλερ στοχοποιεί συγκεκριμένες ομάδες. Βάζει στο μάτι μέλη της Γενιάς Χ όταν δίνει την πιο φημισμένη ομιλία του ενισχύοντας τον μετέπειτα χαρακτήρα της ταινίας σε καλτ: «Είμαστε τα μεσαία παιδιά της ιστορίας… Δεν ζήσαμε Μεγάλο Πόλεμο. Καμία Μεγάλη Υφεση. Ο δικός μας Μεγάλος Πόλεμος είναι ένας πνευματικός πόλεμος. Η μεγάλη μας ύφεση είναι η ζωή μας».

Ο Ντόναλντ Τραμπ

Και ύστερα το Fight Club ανοίγει τον δρόμο στον Ντόναλντ Τραμπ. Οπως ο Τάιλερ, ο Τραμπ είναι μανιακός και μεσσίας, ένας γκουρού αυτοβοήθειας της εποχής μας, ένας αυτοκαταστροφικός τύπος. Αλλά αυτό που είναι πάνω απ’ όλα είναι ένας πωλητής. Ψευδών ειδήσεων. Και τις πουλά πετώντας τις πιο δυνατές ατάκες: «Χτίστε το τείχος», «κλείδωσέ τη».

Οπως ο Τάιλερ, έτσι και ο Τραμπ διαθέτει μια δύναμη που είναι, από τη φύση της, εκμηδενιστική. Ο Τάιλερ θέλει να εξαλείψει τις εταιρείες πιστωτικών καρτών. Ο Τραμπ θέλει να εξαλείψει τα τελευταία 70 χρόνια. Και οι δύο κηρύττουν την απελευθέρωση του εαυτού ενώ απαιτούν υποταγή. Και οι δύο κυβερνούν μέσω της καταστροφής.

Οπως ο Τάιλερ, ο Τραμπ είναι ένας δαίμονας που δεν μπορούμε να ξορκίσουμε. Λίγο πριν από την τελική πράξη του Fight Club ο αφηγητής – Νόρτον σκοτώνει τον Τάιλερ πυροβολώντας τον εαυτό του στο κεφάλι. Ο Μπάιντεν, τον περασμένο Νοέμβριο, νίκησε τον Τραμπ στις πιο επίμαχες και εκτεταμένες προεδρικές εκλογές στην ιστορία των ΗΠΑ. Κι όμως, ο Τραμπ δεν αισθάνεται πιο χαμένος από τον Τάιλερ.

Αν ο Τραμπ αποδειχθεί, όπως αποδείχθηκε στην ταινία ότι ο Τάιλερ είναι η φυσική εκδήλωση της ψυχωτικής κατάρρευσης ενός μέσου ανθρώπου, τότε και αυτό θα βγάζει νόημα. Γιατί με αυτόν τον τρόπο το Fight Club όχι μόνο αποδεικνύεται προφητική ταινία. Αλλά ταινία που διαμόρφωσε την εποχή μας.

Οι κόντρες στα γυρίσματα, ο εφιάλτης των συσκέψεων, η αποτυχία στα ταμεία

Στο βιβλίο του δημοσιογράφου Μπρίαν Ράφτερι «How 1999 Blew Up the Screen» (Πώς το 1999 ανατίναξε την οθόνη) ο σκηνοθέτης της ταινίας Ντέιβιντ Φίντσερ αναφέρει τις διενέξεις του με τον Εντουαρντ Νόρτον στο πλατό αλλά και τις καθημερινές διαμάχες με τα στελέχη της 20th Century Fox που ήθελαν να θάψουν την ταινία.

«Ημουν δυο τρία χρόνια πριν κλείσω τα σαράντα και είχα εκλάβει το βιβλίο ως προσκλητήριο στη μάχη. Ο Τσακ Πόλανικ έγραφε για ένα πολύ συγκεκριμένο είδος θυμού που ήταν σύμπτωμα μιας κοινωνικής ασθένειας. Ηταν σαν να λέει «έχουμε παραμείνει αδρανείς τόσο καιρό, πρέπει να σπιντάρουμε στο επόμενο εξελικτικό επίπεδο του εαυτού μας». Ηταν εύκολο να σε παρασύρει όλο αυτό το έντονο και χυμώδες πνεύμα του βιβλίου».

Ο Εντουαρντ Νόρτον είχε έντονες διαφωνίες με τον σκηνοθέτη για το ύφος της ταινίας, την οποία αντιλαμβανόταν όχι ως σκοτεινή σάτιρα, αλλά ως καθαρή κωμωδία. Οι διαφωνίες τους ήταν συνεχείς, με αποτέλεσμα να προκύπτουν συνεχώς διακοπές στο γύρισμα, με το υπόλοιπο καστ να κάθεται και να περιμένει ασκόπως την επίλυση της διαφωνίας μεταξύ σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή.

«Ο Εντουαρντ επέμενε να διασφαλίσουμε ότι ο θεατής θα εκλάβει την ταινία ως κωμωδία», αναφέρει ο σκηνοθέτης. «Δηλαδή κάπως σαν να του κλείνουμε το μάτι και να του λέμε «έλα, χαλάρωσε, πλάκα κάνουμε». Εμένα δεν μου αρέσει καθόλου το κλείσιμο του ματιού. Αντιθέτως, το νόημα είναι να φρικάρει ο θεατής και να αναρωτιέται: «Ποπό, τώρα δηλαδή τις πιστεύουν πραγματικά αυτές τις ακρότητες που παρουσιάζουν;»».

Η συνεργασία του Φίντσερ με τα υψηλόβαθμα στελέχη της 20th Century Fox για την προώθηση της ταινίας ήταν πιο δύσκολη από τη συνεννόηση με τους πρωταγωνιστές του. Τα στελέχη είχαν αρνηθεί στον σκηνοθέτη οποιονδήποτε έλεγχο στο μάρκετινγκ του «Fight Club»:

«Οι άνθρωποι που ήταν η δουλειά τους να πουλήσουν την ταινία είχαν μια συμπεριφορά του τύπου «δεν ασχολούμαι με αυτό το πράγμα». Ενα διευθύνον στέλεχος της Fox μάλιστα ήρθε και μου είπε ευθέως ότι η ταινία δεν απευθύνεται σε κανένα με την εξής αιτιολογία: «Οι άντρες δεν θέλουν να δουν τον Μπραντ Πιτ ημίγυμνο γιατί τους κάνει να νιώθουν μειονεκτικά. Και οι γυναίκες δεν θέλουν να δουν τον Μπραντ Πιτ γεμάτο αίματα και παραμορφωμένο από το ξύλο». Οπότε σε ποιον απευθύνεται;». «Οταν σκέφτομαι το 1999», συνεχίζει ο σκηνοθέτης, «σκέφτομαι κυρίως μια σειρά από ατελείωτες συσκέψεις με τα στελέχη της Fox, όπου για να μην κάνω καμιά τρέλα κοπανιόμουν μόνος μου τόσο δυνατά, που έφευγα από τις συσκέψεις με πρησμένο μέτωπο».

Το «Fight Club» δεν τα πήγε καλά στο box office, κάνοντας ένα απογοητευτικό άνοιγμα 11 εκατ. δολαρίων, για να καταλήξει σε εισπράξεις 37 εκατ. δολαρίων στις ΗΠΑ. Η Fox είχε ξοδέψει για την ταινία πάνω από 65 εκατ. δολάρια. Ο Φίντσερ το περίμενε και, μη θέλοντας να το διαχειριστεί άλλο πια, είχε φύγει διακοπές στο Μπαλί όταν ξεκίνησε να προβάλλεται η ταινία. «Δύο χρόνια από τη ζωή σου καταλήγουν σε ένα fax που λέει «αποτύχαμε – όλοι σπίτια σας». Εβγαινα έξω για φαγητό και έρχονταν άνθρωποι στο τραπέζι να με συλλυπηθούν και να μου χτυπήσουν συγκαταβατικά την πλάτη. Μου πήρε καιρό να ορθώσω ανάστημα και να πω: «Πώς τολμάτε; Για μένα η ταινία είναι απολύτως εντάξει»».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΑ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο