Μία από τις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες στην Κίνα είναι αυτή των φροντιστηριακών μαθημάτων. Αυτή τη στιγμή αφορά περίπου ένα εκατομμύριο ιδρύματα και δέκα εκατομμύρια εργαζομένους σε αυτή.

Ο λόγος που έχει αναπτυχθεί είναι απλός: στην Κίνα η εκπαίδευση θεωρείται βασικός παράγοντας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και οι γονείς επενδύουν πολύ στο να πάνε τα παιδιά τους σε καλά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη συνέχεια σε καλές πανεπιστημιακές σχολές. Όμως, αυτό σημαίνει τα παιδιά να περάσουν τις αντίστοιχες εξετάσεις και να έχουν καλό βαθμό και γι’ αυτόν τον λόγο οι γονείς είναι έτοιμοι να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για φροντιστηριακά μαθήματα.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν με ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα, σε όλες τις βαθμίδες του, και με μια κοινωνία που βλέπει την εκπαίδευση ως σημαντική πλευρά της δυνατότητας επιτυχίας, με αποτέλεσμα μια τεράστια πίεση πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα, την οικογένεια και φυσικά τα ίδια τα παιδιά.

Αυτή είναι μια τάση που παρατηρείται και σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας με πιο χαρακτηριστική την Ιαπωνία, όπου παρότι ο πληθυσμός ηλικίας κάτω των 18 ετών έχει υποχωρήσει κατά 8,2% σε σύγκριση με το 2011, ο αριθμός των σχολείων που προσφέρουν φροντιστηριακά μαθήματα έχει αυξηθεί κατά 32% και ο αριθμός των φοιτητών που φοιτούν σε αυτά έχει αυξηθεί κατά 16%. Και βεβαίως αυτές είναι τάσεις που είναι επίσης σχετικά εύκολο να τις αντιληφθούμε και στη χώρα μας, με τη μεγάλη ζήτηση για φροντιστηριακά μαθήματα.

Όλη αυτή η ζήτηση μεταφραζόταν στο οικονομικό επίπεδο στην Κίνα στη δημιουργία μιας αναπτυσσόμενης βιομηχανίας που η συνολική αποτίμησή της το 2018 έφτανε στα 260 δισεκατομμύρια δολάρια.

Γιατί η κινεζική κυβέρνηση στρέφεται κατά της βιομηχανίας των φροντιστηρίων;

Η κινεζική κυβέρνηση διαμήνυσε ότι σκοπεύει να φέρει μεγάλες αλλαγές στον κλάδο των φροντιστηριακών μαθημάτων, που είναι ένας από τους πιο ταχέως αναπτυσσόμενους κλάδους της κινεζικής οικονομίας.

Η βασική αλλαγή είναι ότι σκοπεύει να υποχρεώσει όλες τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον κλάδο, να αποκτήσουν το καθεστώς μη κερδοσκοπικής επιχείρησης. Ταυτόχρονα, θα απαγορεύσει σε αυτές τις επιχειρήσεις να μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια μέσα από δημόσιες εγγραφές ή να μετασχηματίζονται σε εταιρείες που αντλούν κεφάλαια από τις κεφαλαιαγορές.

Παράλληλα, αναμένεται να τεθούν περιορισμοί στους όρους λειτουργίας αυτών των επιχειρήσεων, τις ώρες και μέρες που μπορούν να λειτουργήσουν, απαγορεύοντάς τους να λειτουργούν κατά τη διάρκεια των διακοπών ή τα σαββατοκύριακα.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν με μια σειρά από λόγους. Καταρχάς υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση στην Κίνα ότι ο ανταγωνισμός για την είσοδο σε καλά σχολεία και καλές πανεπιστημιακές σχολές σήμαινε μεγάλο βάρος και πίεση στην οικογένεια, κόστος ψυχολογικό αλλά και οικονομικό. Αυτό συνδυαζόταν με τον φόβο ότι διαμορφωνόταν μια ακόμη πιο άνιση συνθήκη μέσα στην κινεζική κοινωνία, αφού τα περισσότερο εύπορα νοικοκυριά έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν και περισσότερα για φροντιστηριακά μαθήματα, την ώρα που η επίσημη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας είναι ακριβώς η προσπάθεια να περιοριστούν οι εκρηκτικές ανισότητες στην κινεζική κοινωνία.

Όλα εμπλέκονταν και με τη δημογραφική πολιτική. Η Κίνα το τελευταίο διάστημα κάνει μια μεγάλη προσπάθεια να αντιστρέψει την προηγούμενη δημογραφική πολιτική, που είχε επικεντρωθεί στο ένα παιδί ανά οικογένεια, γιατί θεωρεί ότι χρειάζεται να αυξηθούν οι γεννήσεις και να αποφύγει φαινόμενα όπως η γήρανση του πληθυσμού. Όμως, είναι δύσκολο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, όταν οι οικογένειες αντιμετωπίζουν την ανατροφή των παιδιών ως μια πρόκληση που περιλαμβάνει και μεγάλο οικονομικό κόστος. Το να αποτυπωθεί με σαφήνεια ότι μια οικογένεια δεν θα χρειάζεται πλέον να καταξοδευτεί για τα περάσουν τα παιδιά της στο πανεπιστήμιο θα μπορούσε να λειτουργήσει ενισχυτικά στην προσπάθεια να αυξηθούν οι γεννήσεις.

Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι μία διάσταση της όλης κίνησης του Πεκίνου αφορά και ζητήματα ιδεολογικά. Υπάρχει ανησυχία για το ιδεολογικό περιεχόμενο στα ιδιωτικά φροντιστηριακά μαθήματα ιδίως σε αυτά που περιλαμβάνουν αλλοδαπούς, καθώς ορισμένες από τις εταιρείες που στηρίζονται σε διαδικτυακές πλατφόρμες χρησιμοποιούν καθηγητές με έδρα στις ΗΠΑ.

Όμως, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η κίνηση αυτή τελικά θα περιορίσει τη ζήτηση για φροντιστήρια. Παρότι μεγάλες επιχειρήσεις θα χτυπηθούν, εντούτοις όσο η είσοδος στα καλά πανεπιστήμια θα παραμένει μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική υπόθεση και οι γονείς θα θέλουν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους μια θέση σε καλές σχολές, θα εξακολουθήσει να υπάρχει ζήτηση. Ακόμη και εάν κάποιες εταιρείες κλείσουν κάποιες άλλες μπορεί να τις αντικαταστήσουν, ενώ υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο να αναπτυχθεί μια «άτυπη» ή «υπόγεια» βιομηχανία φροντιστηριακών μαθημάτων.

Πάντως το άμεσο αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα αρνητικό για αυτές τις επιχειρήσεις. Οι τρεις μεγαλύτερες από αυτές είδαν την περασμένη Παρασκευή να χάνουν περίπου 16 δισεκατομμύρια δολάρια από τη συνολική τους αξία, με την τιμή των μετοχών των ορισμένων μεγάλων εταιρειών του κλάδου να υποχωρεί  πάνω από 40%, ενώ τη Δευτέρα 26 Ιουλίου υπήρξε μια συνολικότερη αρνητική πίεση στις τιμές των μετοχών των κινεζικών εταιρειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις΄, επιχειρηματίες όπως ο Λάρι Τσεν βρέθηκαν να χάνουν την ιδιότητα του δισεκατομμυριούχου εξαιτίας της μεγάλης υποχώρησης της μετοχής της εταιρείας τους.

Η προσπάθεια να τιθασευτούν ορισμένοι οικονομικοί κλάδοι

Το παράδειγμα της βιομηχανίας των φροντιστηρίων έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από κλάδους με μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των κινεζικών αρχών.

Σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην τεράστια εξουσία που έχουν ορισμένοι από τους τεχνολογικούς γίγαντες της Κίνας, όπως για παράδειγμα τις πλατφόρμες διανομής προϊόντων και τροφίμων, που έγιναν ιδιαίτερα κομβικές στη διάρκεια της πανδημίας αλλά εξακολουθούν να υπερεκμεταλλεύονται τους εργαζομένους τους.

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως της εταιρείας Didi, το άγχος αφορούσε τη δράση των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται μεγάλους όγκους δεδομένων που αφορούν κινέζους πολίτες και οι οποίες διαπραγματεύονται τις μετοχές τους σε ξένα χρηματιστήρια με κίνδυνο ξένες ελεγκτικές αρχές να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα.

Και βέβαια υπάρχει και ο τρόπος που δισεκατομμυριούχοι όπως ο Τζακ Μα της Alibaba και του Ant Group, φάνηκε να διεκδικούν έναν πιο αυτόνομο ρόλο έναντι των κατευθύνσεων της κινεζικής κυβέρνησης και έτσι βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν τη δυσμένεια του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν με μια συνολικότερη στροφή της κινεζικής ηγεσίας που χωρίς να αμφισβητεί τον πυρήνα της «ιδιωτικοοικονομικής» λειτουργίας των ιδιωτικών κινεζικών επιχειρήσεων, εντούτοις ζητά από αυτές μεγαλύτερο βαθμό συμμόρφωσης με τις κεντρικές κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο