[…]

Εγώ συνδέθηκα με τον Σταύρο τα τελευταία χρόνια, κυρίως στη διάρκεια της κρίσης, και συνδεθήκαμε μέσα από μια κοινή αγωνία και μια αμοιβαία μέριμνα του ενός για τον άλλον και γι’ αυτό με το οποίο ασχολούμασταν, που ήταν στην πραγματικότητα η πορεία του τόπου.

Έχω σκεφτεί πολύ για τον Σταύρο. Με απασχολούσε πάρα πολύ το πώς θα μπορούσε να οριστεί, και νομίζω ότι μπορούμε να συνοψίσουμε αυτή την πολυσύνθετη προσωπικότητα με πέντε φράσεις:

Πρώτον, αγωνιστικότητα, ως δημοκρατική υποχρέωση. Αυτό φάνηκε την περίοδο της δικτατορίας, αλλά φάνηκε και τώρα με πολύ καθαρό τρόπο, την περίοδο της κρίσης, την περίοδο του μνημονίου, την περίοδο του δημοψηφίσματος, σε όλες τις πρόσφατες δοκιμασίες.

Δεύτερον, σεμνότητα. Αυτό ειπώθηκε κατά κόρον σήμερα. Σεμνότητα ως προσωπικό ήθος, αλλά και ως μια δημόσια στάση, που κάνει και τον πολιτικό και επιστημονικό λόγο πολύ πιο αποτελεσματικό.

Τρίτον, παιδαγωγική αφοσίωση, ως ακαδημαϊκό και δημόσιο καθήκον. Αυτό εμπεριέχει και πάρα πολύ ισχυρές δόσεις αγάπης για τα συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και για την αφηρημένη έννοια του μαθητή και της σχέσης μαθητείας, η οποία είναι αμφίδρομη, γιατί μαθαίνουμε διδάσκοντας με πιο αποτελεσματικό τρόπο απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να πετύχουμε με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο προσέγγισης της γνώσης.

Τέταρτον, αξιακή σαφήνεια και σταθερότητα, ως επιστημονική και ηθική ταυτόχρονα στάση.

Και πέμπτον –το οποίο δεν θα μπορούσε να λείπει– τρυφερότητα, ως ατομική συμπεριφορά.

Ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος ο Σταύρος. Αυτό μπορεί να το μαρτυρήσει φυσικά η Πόπη, ο Κλεάνθης, η Ελένη, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι μαθητές του. Νομίζω ότι η γενναιοδωρία φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο διέθεσε τον εαυτό του. Ήταν δοτικός και ιδιωτικά και δημόσια.

Ο Σταύρος τώρα ως νομικός, ως συνταγματολόγος, ως νομικός παραστάτης, ως διανοούμενος, ως δημόσιο πρόσωπο, εξέφραζε μια ολόκληρη σχολή, που θα την όριζα ως σχολή του βιωματικού και βιωμένου συνταγματισμού. Ανεξάρτητα από το πώς ο ίδιος ήθελε να τοποθετείται και ποια επιστημολογική ταυτότητα επέλεγε στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου, ήταν ένας ειδικός τύπος συνταγματολόγου, που θα τον έλεγα εμπράγματο, αλλά όχι πραγματιστή.

Ο Σταύρος διήνυσε μια πολύ μεγάλη ιδεολογική και αξιακή καμπύλη, από την ανανεωτική αριστερά, την ευρωπαϊκή και ειδικότερα την ελληνική της δεκαετίας του ’70, στον αμερικανικό προοδευτικό φιλελευθερισμό της δεκαετίας του ’90. Και παρακολούθησε στη συνέχεια τα βήματα και τις διακυμάνσεις αυτού του αμερικανικού φιλελευθερισμού. Ενώ ήταν ευρωπαϊστής αξιακά, ήταν πολύ έντονα επηρεασμένος από την αμερικανική αντίληψη των πραγμάτων και στην πραγματικότητα ήταν ένας συνεχιστής του Τoκβίλ. Είχε προσπαθήσει να αντιληφθεί πώς λειτουργεί γενικότερα το σύστημα στις ΗΠΑ. Και το πολιτικό και το δικαστικό σύστημα και η συνάρθρωση των συστημάτων αυτών, που βασίζεται σε μια αντίληψη πολιτικής θεολογίας, πολιτικής ηθικής.

Επειδή διέθετε όλα τα στοιχεία τα οποία προανέφερα, ήταν ιδιαίτερα θαρραλέος, γιατί ήταν ελεύθερος από σκοπιμότητες ή δεσμεύσεις του ρόλου του. Δεν είχε κάποιον ρόλο που να τον δεσμεύει και να τον υποτάσσει σε καταναγκασμούς. Γιατί άλλοι έχουμε αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος είναι εξαιρετικά βαρύς, καθώς συνδέεται με τη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων ή με τη διεκδίκηση της διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων.

Αυτή η αξιακή σταθερότητα τον τοποθετούσε εντός συγκυρίας, αλλά εκτός σκοπιμότητος. Υπό την έννοια αυτή, ανεξαρτήτως από τις διακυμάνσεις της συγκυρίας, έλεγε αυτό που ήθελε να πει και έπαιρνε, όπως είπε και ο Νίκος Αλιβιζάτος, θέσεις αντιδημοφιλείς, δηλαδή σταθερά και αξιακά φιλελεύθερες, με κριτήριο τον σεβασμό και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το έκανε για τη Χρυσή Αυγή, το έκανε για τις προσωρινές κρατήσεις εναντίον του κοινού αισθήματος.

Και βέβαια ήξερε, διότι δεν του διέφευγε τίποτα, ότι μπορεί να υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς κοινωνικό κόστος, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρχει δημοκρατία χωρίς πολιτικό κόστος. Μια δημοκρατία χωρίς πολιτικό κόστος, ανεξαρτήτως από το τι λέγεται με ευκολία στον δημόσιο λόγο, είναι μια δημοκρατία χωρίς λογοδοσία, είναι μια δημοκρατία αδιάφορη για την εκ των υστέρων κρίση του εκλογικού σώματος. Ήξερε ο Σταύρος πολύ καλά ότι είχε το πλεονέκτημα να κινείται στο πρώτο επίπεδο, στο επίπεδο όπου όλα θα έπρεπε να γίνονται χωρίς προφύλαξη από το κοινωνικό κόστος, ενώ δεν γίνονται. Γιατί και ο δικαστής πολύ συχνά λειτουργεί με κριτήρια λαϊκιστικά, θέλει να είναι δημαγωγός, θέλει να τον αγαπούν, να τον αποδέχονται, να τον θαυμάζουν, να τον χειροκροτούν. Ενώ οι θεσμικές ισορροπίες, τα αντίβαρα, που θα έλεγε ο Νίκος, προϋποθέτουν έναν άλλο τύπο δικαστή και δικαστικής συμπεριφοράς, αυτός ο Ηρακλής του Ντουόρκιν πρέπει να μπορεί να αντισταθεί σε αυτό που λέγεται «η βοή του πλήθους». Είχε μετάσχει σε μια από τις εκδηλώσεις του Κύκλου ο Σταύρος για τη σχέση κράτους δικαίου και κοινού περί δικαίου αισθήματος, και είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε μια ωραία συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό.

Ήταν, φυσικά, οπαδός της ελευθερίας του λόγου, γιατί είχε αποδεχθεί συνολικά το αξιακό σύστημα του αμερικανικού φιλελευθερισμού, αυτή την liberal προσέγγιση. Η ελευθερία του λόγου οδηγεί παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες με βάση τη νομολογία, μπορείς να καις τη σημαία ελευθέρως. Ελευθερία του λόγου σημαίνει ελευθερία του Τύπου, ελευθερία της τέχνης, ελευθερία της έρευνας.

[…]

Δεν ενέδωσε ο Σταύρος στον λαϊκισμό, την κρίσιμη περίοδο, δεν υπερασπίστηκε απλώς το τεκμήριο αθωότητας, δεν αντιτάχθηκε στην ευκολία των προσωρινών κρατήσεων ως προκαταβολή της ποινής, δεν υπερασπίστηκε απλώς τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς με ιθύνοντα νου τον Απόστολο Δοξιάδη, με την συμπαράσταση και του Νίκου Αλιβιζάτου, τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ του Μνημονίου. Γιατί; Για λόγους παιδαγωγικούς. Και γιατί στη συνείδησή του Δικαιοσύνη σήμαινε αλήθεια, Δικαιοσύνη σήμαινε ορθότητα, σήμαινε ακρίβεια, έπρεπε να ειπωθεί το ακριβές. Διότι, αν δεν μπορεί να ειπωθεί το ακριβές, δεν μπορεί να γίνει καμία περαιτέρω συζήτηση περί Δικαιοσύνης. Και ήξερε, βεβαίως, ότι η οικονομική κρίση ήταν μια πολύ μεγάλη δικανική πρόκληση, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τα κριτήρια της ηθικής ερμηνείας του Συντάγματος. Έπρεπε να αντιμετωπιστεί με τους μηχανισμούς που αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα των οικονομικών επιλογών και καλούν τον δικαστή να αυτοπεριοριστεί γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να έχει υπό έλεγχο το σύνολο των συμπλεκομένων παραμέτρων που οδηγούν σε μια δημοσιονομική ή γενικότερα οικονομική επιλογή. Και γι’ αυτό ήξερε πάρα πολύ καλά ότι τώρα που αμφισβητείται η σημασία του κράτους και του Συντάγματος και υπάρχει έντονος σχετικισμός, βεβαίως πρέπει να αναγόμαστε σε γενικές ηθικές αρχές, αλλά από την άλλη όταν έχουμε μηχανισμούς όπως είναι η απονομή της δικαιοσύνης σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, όταν έχουμε έναν πολυεπίπεδο συνταγματισμό που αντικρίζεται με ένα πολυεπίπεδο σύστημα δικαστικού ελέγχου, πρέπει να είμαστε και πρακτικοί. Πρέπει να καταλήγουμε σε ένα πρακτικό αποτέλεσμα που έχει νόημα. Και νομίζω ότι αυτό το ανέδειξε με πολλές ειδικότερες παρεμβάσεις, με κορυφαία την τελευταία εν ζωή παρέμβασή του, τον διάλογό του με τον Απόστολο Δοξιάδη για τους αγώνες τους συνδικαλιστικούς, που φυσικά δεν είναι εξ ορισμού δίκαιοι. Αυτό δεν είναι εύκολο να το πεις δημόσια, αλλά βεβαίως είχε την άνεση και είχε πια το ακροατήριο, την ισχύ φωνής να το πει, και το είπε όπως άρμοζε.

Ένα άλλο ερώτημα, το τελευταίο, που με απασχολούσε πάντα σε σχέση με τον Σταύρο, είναι γιατί είχε τέτοια επιρροή. Καλά στους φοιτητές, αλλά τέτοια επιρροή στους δημοσιογράφους, τέτοια επιρροή στους δικαστές, τέτοια επιρροή στους πολιτικούς – δεν ξέρω τι επιρροή είχε στον Σταύρο Θεοδωράκη, εμένα δεν με αντιμετώπιζε νομίζω ως πολιτικό, είχαμε το προνόμιο να είμαστε πρωτίστως συνάδελφοι. Έχω ένα σχήμα το οποίο δεν ξέρω αν θα το υιοθετούσε. Είχε καταφέρει να γίνει ο Σταύρος αυτό που στο εκκλησιαστικό φαινόμενο ονομάζεται Γέροντας. Είχε διαμορφώσει «γεροντική σχέση» με ανθρώπους τους οποίους εξομολογούσε, καθοδηγούσε και επηρέαζε, και αυτό νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να αποδοθεί τουλάχιστον κατά την κανονική τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

[…]

*Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία που είχε εκφωνήσει ο Ευάγγελος Βενιζέλος στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Τσακυράκη «Δικαιοσύνη: Η ουσία της πολιτικής» (εκδόσεις Μεταίχμιο), το Μάιο του 2019.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Σταύρος Τσακυράκης γεννήθηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου το 1951 και απεβίωσε στη Μυτιλήνη στις 21 Ιουλίου 2018, ύστερα από άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο