Τόσο το 2020 όσο και το 2021 φαντάζουν ως χρονιές που καταλάβαμε πολύ καλά ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι «εικόνα από το μέλλον», αλλά στοιχείο μιας καθημερινότητας που κρύβει όλο και περισσότερους κινδύνους.

Καύσωνες χωρίς προηγούμενο, καταστροφικές δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες που σαρώνουν περιοχές αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες θύματα, είναι μερικά από τα περιστατικά που λειτουργούν ως κώδωνες κινδύνου όχι για ενδεχόμενα αλλά για πραγματικότητες.

Αυτό σημαίνει ότι καθίσταται επιτακτική, περισσότερο παρά ποτέ (και αυτή η φράση θα γίνεται όλο και πιο έντονη κάθε μέρα που περνάει) η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η μετάβαση σε ένα μέλλον βιώσιμης ανάπτυξης που να στηρίζεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες και τη συνολική αναπροσαρμογή του παραγωγικού και καταναλωτικού «παραδείγματος».

Αυτό κατέδειξαν, εν μέρει τουλάχιστον, και οι φιλόδοξοι στόχοι που περιλαμβάνονται στο πακέτο μέτρων του Ευρωπαϊκού Green Deal που παρουσίασε στις 14 Ιουλίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Όμως, την ίδια στιγμή η πράσινη μετάβαση έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις στους εργαζομένους. Ολόκληροι κλάδοι που στηρίζονται στα ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να κλείσουν και άρα να βρεθεί τρόπος να απορροφηθεί το εργατικό δυναμικό που εργαζόταν εκεί και μάλιστα με τέτοιους όρους που να μη σημαίνουν εργασιακή και μισθολογική υποβάθμιση.

Τα φωτοβολταϊκά δεν πληρώνουν το ίδιο καλά όσο τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια

Το συνηθέστερο επιχείρημα που ακούγεται είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πρόβλημα, εφόσον μπορεί να καταργούνται σταδιακά τα εργοστάσια που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα, ή οι μορφές εξόρυξης, αλλά θα δημιουργηθούν πλήθος θέσεις εργασίας για να μπορέσουμε να έχουμε τα φωτοβολταϊκά, τις ανεμογεννήτριες, τις μπαταρίες που θα χρειαστούμε.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ίδιες εργασιακές διαδικασίες. Τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένα τεχνικά έργα. Απαιτούσαν σημαντικές δεξιότητες στην κατασκευή τους και η λειτουργία τους απαιτούσε εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό. Επιπλέον, τόσο η κατασκευή τέτοιων εργοστασίων, όσο και η λειτουργίας τους στηριζόταν σε προσωπικό με υψηλά ποσοστά συνδικαλιστικής συμμετοχής και επομένως και σημαντικές εργασιακές κατακτήσεις σε όλα τα επίπεδα.

Είτε μιλάμε για τις ΗΠΑ, όπου ο κλάδος των παραδοσιακών μορφών ενέργειας είναι από τους πιο συνδικαλισμένους, με ποσοστό συνδικαλιστικής κάλυψης 26,3%, σε αντιδιαστολή με τον κλάδο των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας όπου η συνδικαλιστική κάλυψη δεν ξεπερνά το 4% για τα φωτοβολταϊκά και το 6% αθροιστικά για φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, είτε για την Πολωνία (που ακόμη παράγει το 90% της ενέργειάς της από άνθρακα αλλά ταυτόχρονα απασχολεί στη βιομηχανία του άνθρακα 90.000 ανθρώπους), είτε για την Ελλάδα, όπου παραδοσιακά η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ είχε εξασφαλίσει καλούς όρους αμοιβών και εργασίας, το ερώτημα που προκύπτει είναι το ίδιο: μπορεί η «πράσινη μετάβαση» να δημιουργήσει ανάλογες ειδικευμένες θέσεις εργασίας με συνθήκες που να επιτρέπουν αξιοπρεπείς αμοιβές, εργασιακή σταθερότητα και κοινωνική προστασία όχι απλώς για τους εργαζομένους αλλά και για κοινότητες που στηρίζονται σε αυτούς (ας αναλογιστούμε εμείς την περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας).

Τα στοιχεία από τις ΗΠΑ είναι ενδεικτικά: οι ετήσιες αποδοχές των συνδικαλισμένων ειδικευμένων τεχνιτών που κατασκευάζουν τα «παραδοσιακά» εργοστάσια ενέργειας, φτάνουν, μαζί με τα επιδόματα και τις παροχές τις 100.000 δολάρια. Τα ωρομίσθια των εργατών που κατασκευάζουν τα φωτοβολταϊκά δεν ξεπερνούν τα 20 δολάρια και αυτό σημαίνει αποδοχές σημαντικά χαμηλότερες, παρότι οι εταιρείες που κατασκευάζουν είναι εξαιρετικά μεγάλες και μεγάλο ενεργητικό. Συγκριτικά, οι αποδοχές των συνδικαλισμένων εργατών που λειτουργούν και συντηρούν ένα θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο ξεκινούν από τα 40 δολάρια την ώρα και αυτών που τα κατασκευάζουν μπορεί να είναι και 60 δολάρια την ώρα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν ισχύουν οι μελέτες που προβλέπουν τη δημιουργία 1.240.000 νέων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ στις ανανεώσιμες πηγές και στα δίκτυα διανομής, δεν είναι δεδομένο ότι αυτές θα είναι ανάλογων αποδοχών, παρότι η ίδια η βιομηχανία της «καθαρής ενέργειας» υποστηρίζει ότι δημιουργεί καλές θέσεις εργασίας και ότι έχει υψηλότερο ποσοστό συνδικαλιστικής κάλυψης από τον αμερικανικό μέσο όρο.

Επιπλέον, έχει να κάνει και με το θέμα της ειδίκευσης. Τα παραδοσιακά εργοστάσια ενέργειας απαιτούσαν υψηλό βαθμό εξειδίκευσης και εμπειρίας και για την κατασκευή και για την συντήρηση και λειτουργία, ακριβώς επειδή είναι εξαιρετικά περίπλοκα τεχνικά έργα. Τα πάρκα φωτοβολταϊκών ή ανεμογεννητριών κατασκευάζονται με αρκετά λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό. Επιπλέον, στα παραδοσιακά ενεργειακά εργοστάσια στις ΗΠΑ τα έσοδα ρυθμίζονται πάνω στη βάση της αρχικής επένδυσης και αυτό δημιουργεί μικρότερη πίεση για συμπίεση του κόστους, ενώ ο τρόπος που εντάσσονται τα φωτοβολταϊκά στην αγορά ενέργειας απαιτεί συγκράτηση του κόστους με κάθε τρόπο, επομένως και του μισθολογικού.

ILO: χρειαζόμαστε δίκαιη μετάβαση και πράσινη ανάκαμψη

Την επιτακτική ανάγκη να δοθεί βάρος στη δίκαιη πλευρά της μετάβασης υπογράμμισε πρόσφατα και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας Γκάι Ράιντερ.

Ο Ράιντερ υπογράμμισε σε αυτή του την τοποθέτηση ότι η πανδημία οδήγησε το 2020 στην απώλεια 255 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, στην υποχώρηση του εργατικού εισοδήματος παγκοσμίως κατά 8,3%, στην αύξηση των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν την ακραία φτώχεια κατά 31 εκατομμύρια. Η εκτίμηση του ILO είναι ότι παρά την ανάκαμψη δεν θα ανακτηθούν όλες οι χαμένες θέσεις εργασίας το 2021 και ότι θα υπάρξουν 90 εκατομμύρια θέσεις εργασίας που θα παραμείνουν χαμένες.

Όλα αυτά συνεπάγονται την ανάγκη για γενναία επένδυση σε ενεργητικές πολιτικές για την απασχόληση, που να δίνουν βάρος σε επενδύσεις που να γεννούν θέσεις εργασίας μαζί με την αναγκαία επένδυση στην κατάρτιση, στις δεξιότητες αλλά και στην επανακατάρτιση. Αυτό σημαίνει επίσης συγκεκριμένα σχέδια για τη μετάβαση, που να εξασφαλίζουν την κοινωνική προστασία, αλλά να δίνουν διεξόδους, προβλέποντας μελλοντικές ανάγκες δεξιοτήτων και προσφέροντας απλόχερα μορφές δια βίου μάθησης.

Για τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, το ζήτημα της εργασίας πρέπει να είναι στο κέντρο της μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών ρύπων και κλιματικής ανθεκτικότητας. Επιπλέον, υπογραμμίζει τη σημασία που έχουν οι τεράστιοι πόροι που αυτή τη στιγμή είναι διατεθειμένες να ρίξουν οι κυβερνήσεις στην οικονομία.

Κατά τους ειδικούς του ILO ένα παγκόσμιο σενάριο πράσινης ανάκαμψης που θα στηριζόταν στις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην επέκταση πιο αποδοτικών τεχνολογιών και στα «πράσινα» μέσα μεταφοράς θα μπορούσε να προσθέσει 20,5 εκατομμύρια θέσεων εργασίας μέχρι το 2030. Συγκριτικά, προγράμματα που απλώς θα στηρίζονταν σε φορολογικά κίνητρα θα δημιουργούσαν μόλις 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Η σημασία του ρόλου του κράτους

Όλα αυτά επαναφέρουν διαρκώς τη σημασία του ρόλου του κράτους. Η προσπάθεια για μια πράσινη μετάβαση που να μεταφραστεί σε δημιουργία εξειδικευμένων και αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας, δεν μπορεί να στηριχτεί απλώς στις αυθόρμητες δυναμικές της αγοράς. Απαιτεί ενεργητικό ρόλο του κράτους, τόσο σε σχέση με τις πρακτικές κατάρτισης, επανακατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης (αλλά και κοινωνικής προστασίας), όσο όμως και σε σχέση με εκείνο το είδος οικονομικού σχεδιασμού και βιομηχανικής πολιτικής που να μπορεί να κατευθύνει την επενδυτική δραστηριότητα σε εκείνους τους κλάδους και εκείνες τις μορφές συνέργειας που να μπορούν να εξασφαλίσουν την δημιουργία καλών θέσεων εργασίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο