Ερχεται μία αποφράδα ημέρα, άλλοτε νωρίς, άλλοτε αργά, άλλοτε στην… ώρα της, και οι πιο πολλοί από εμάς υποχρεώνονται να ποντάρουν στο Στοίχημα του Πασκάλ. Ο ίδιος ο Μπλεζ Πασκάλ (1623 – 1662), μαθηματικός, φυσικός, φιλόσοφος, μία από τις μεγαλύτερες διάνοιες του 17ου αιώνα, δεν θεωρούσε τον συλλογισμό του ως… στοίχημα, αφ’ ης στιγμής ποντάριζες στα σίγουρα, δεν διακινδύνευες εξίσου με την απόφαση που θα διάλεγες να πάρεις (σήμερα μάλλον θα τον συγκρίναμε με τη συνωμοτική πληροφορία που θα ψιθύριζε στο αφτί μας ένας αλογάκιας προκειμένου να ποντάρουμε σε μια στημένη ιπποδρομία).

Ο Πασκάλ ήταν υπερβολικά ευφυής επίσης ώστε να εκλάβει τον συλλογισμό του ως επιχείρημα – πόσω μάλλον αδιάσειστο – υπέρ της ύπαρξης του Θεού. Δεν τον αντιμετώπιζε ως τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: μια πραγματιστική επιλογή. Ο μπακαλίστικος υπολογισμός ή, αν προτιμάτε, η αναγκαστική διανοητική πορεία που καλείται να ακολουθήσει κάθε άνθρωπος, από τον πλέον απλοϊκό έως τον πλέον ξύπνιο, εάν θέλει να έχει εξαρχής το κεφάλι του ήσυχο, ούτε θέλει να μπλέξει σε τίποτε δυσάρεστες μεταθανάτιες περιπέτειες.

Τι έλεγε λοιπόν το περίφημο Στοίχημα του Πασκάλ; Λίγα λόγια και σταράτα. Δύο πιθανότητες υφίστανται: είτε ο Θεός υπάρχει είτε ο Θεός δεν υπάρχει. Εάν ο Θεός υπάρχει και πιστεύεις στον Θεό, το κέρδος σου είναι μέγιστο και η ζημία σου μηδενική· εάν ο Θεός δεν υπάρχει, είτε πιστεύεις είτε δεν πιστεύεις στην ύπαρξή Του, τόσο το κέρδος σου όσο και η ζημία σου είναι μηδενικές. Ακόμη πιο απλά; Δεν βγαίνεις ζημιωμένος εάν πιστεύεις στην ύπαρξη του Θεού, ακόμη και αν δεν υπάρχει – τι είχαμε, τι χάσαμε; – ενώ τινάζεις την μπάνκα στον αέρα εάν πιστεύεις και υπάρχει. Μονά – ζυγά, δικά σου, φίλε μου. Και γαμώ τα win-win στοιχήματα.

Οταν βρίσκεσαι διασωληνωμένος σε μια Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, καλωδιωμένος με τον μισό τεχνολογικό εξοπλισμό του νοσοκομείου και υπό την επήρεια ισχυρών οπιούχων αναλγητικών, με τα bets πενήντα-πενήντα εάν θα ζήσεις ή εάν θα πεθάνεις, όπως εγώ πρόπερσι τον Οκτώβριο, υποκύπτεις πιο εύκολα στον πειρασμό να ποντάρεις τα ρέστα σου στο Στοίχημα του Πασκάλ. «Ελα, μωρέ», σου μουρμουρίζει ένα καλικαντζαράκι, από τα πολλά που μόνο εσύ βλέπεις εκείνες τις ώρες· «τόσο πολύ σε χαλάει να κάνεις τον σταυρό σου, να γονατίσεις προς τη Μέκκα, να μηρυκάσεις κανένα εδάφιο από το Ταλμούδ, να πιστέψεις έστω στο τυχερό σου άστρο ή στο γούρικο λαγοπόδαρο; Σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι. Τι θα σου κοστίσει μια προσευχή; Θα βουλιάξουν τα καράβια σου;».

Οντως. Ο πειρασμός είναι τεράστιος, ιδίως όταν γνωρίζεις πως κανένας δεν θα πληροφορηθεί εάν προσευχήθηκες ή δεν προσευχήθηκες, καθότι δεν υποχρεούσαι και να το ανακοινώσεις. Ωστόσο, με όσας φρένας διατηρούσα ακόμη σώας, αντιστεκόμουν στο καλικαντζαράκι. Προέβαλλα τριών ειδών ενστάσεις – τριών ειδών προσβολές, αν θέλετε, με τις οποίες θα ισοδυναμούσε η προσευχή μου. Δεν γνωρίζω ποια αίσθηση αμετροέπειας ή μεγαλομανίας υπαγόρευε την πρώτη προσβολή, αλλά ήμουν βαθύτατα πεπεισμένος ότι ο Πανάγαθος, εάν υπήρχε, θα ένιωθε αφόρητη δυσφορία με έναν τύπο σαν εμένα, που αμφισβητούσε την ύπαρξή Του σε όλη του τη ζωή κι έτρεχε ασθμαίνοντας τώρα, την υστάτη, να επιδώσει ταπεινά τα διαπιστευτήριά του· τέτοιους μπαγαπόντηδες μάλλον θα τους έβραζε σε σιγανή φωτιά.

Η δεύτερη προσβολή αφορούσε όλους εκείνους που πιστεύουν στη δύναμη της προσευχής και, μολαταύτα, οι προσευχές τους αποβαίνουν μάταιες. Πώς να κοιτάξω αύριο αυτούς τους ανθρώπους στα μάτια και να τους δηλώσω ότι τη δική μου προσευχή, την προσευχή του απατεώνα, την εισάκουσε ο Παντελεήμων, τη στιγμή που σαδιστικά κώφευσε στις δικές τους; Η τρίτη προσβολή, νομίζω, ήταν και η σημαντικότερη. Προσβολή προς τους χειρουργούς και το υπόλοιπο ιατρικό προσωπικό, που έδιναν έναν αγώνα χαρακωμάτων – χιλιοστό το χιλιοστό, σφυγμό τον σφυγμό – από το υστέρημα της αντοχής τους για να με κρατήσουν στη ζωή. Πώς να αποστρέψω το βλέμμα μου από αυτούς, τους επίγειους σωτήρες μου, και να προσφύγω σε έναν κατά φαντασίαν επουράνιο;

Πήρα όμως κι ένα επιπλέον μάθημα από εκείνη την πολλαπλά διδακτική εμπειρία μου. Μόλις με αποσωλήνωσαν και απέκτησα πάλι τον έλεγχο ενός μίνιμουμ κινήσεων, ανακάλυψα κάτω από το μαξιλάρι μου το εικόνισμα μιας Παναγίτσας. Προφανώς το είχε αφήσει εκεί κάποιο οικείο μου πρόσωπο, προσφιλές, συγγενικό, ίσως και όχι. Κάποιο πρόσωπο, εν πάση περιπτώσει, που μπορεί να πρέσβευε ότι δεν έχει και τόση σημασία εάν εσύ πιστεύεις στη δύναμη της προσευχής, αρκεί να πιστεύει εκείνος που προσεύχεται για λογαριασμό σου.

Μπορούσε να τελεσφορήσει λοιπόν και μια προσευχή κατ’ εντολήν ή κατ’ εξουσιοδότησιν ή και δίχως εντολή, δίχως εξουσιοδότηση, μια «παραγγελιά» για να σωθεί κάποιος, έστω και αν ο ίδιος δεν το ζητάει, ούτε θεωρεί πως υπάρχει οπουδήποτε κάποιος αόρατος αποδέκτης ανάλογων ικεσιών; Σε άτομα σαν κι εμένα κάτι τέτοιο ακούγεται παρανοϊκό – και φαιδρό, με το συμπάθιο – αλλά φαίνεται πως εκατοντάδες εκατομμύρια σε όλον τον πλανήτη, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, το πιστεύουν ακράδαντα: την προσευχή ως μεσολάβηση. Και αυτό, θα μου επιτρέψετε να προσθέσω, εκτός από φαιδρό και παρανοϊκό, το καθιστά και συγκινητικό· όσο με αφορά, μέχρι δακρύων.

Μια διαδικτυακή «φίλη» που δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω από κοντά, η Ελενα Μηλιώτη, γιατρός το επάγγελμα, με ιδιαίτερη κοινωνική ευαισθησία, ανέβασε τις προάλλες στο προφίλ της στο Facebook τα πορίσματα από ένα ασυνήθιστο πείραμα, δημοσιευμένα προ δεκαπενταετίας στους «Los Angeles Times». Σύμφωνα με τη δημοσίευση, 1.802 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση bypass στην καρδιά, χωρίστηκαν σε τρία γκρουπ: 604, 597 και 601 αντιστοίχως. Για λογαριασμό του πρώτου γκρουπ, ομάδες πιστών προσευχήθηκαν (χωρίς το γκρουπ να το γνωρίζει), για λογαριασμό του δεύτερου γκρουπ, κανένας δεν προσευχήθηκε (δίχως πάλι το δεύτερο γκρουπ να το γνωρίζει), ενώ για το τρίτο γκρουπ, οι πιστοί επίσης προσευχήθηκαν, αλλά και παράλληλα το γνωστοποίησαν στο γκρουπ.

Καμία απολύτως διαφορά δεν παρατηρήθηκε στην ανάρρωση των δύο πρώτων γκρουπ, την ίδια ώρα που το τρίτο γκρουπ τα πήγε χειρότερα (παρουσίασε περισσότερες επιπλοκές), ίσως λόγω του ότι – σημειώνει σπιρτόζικα η Μηλιώτη – τα μέλη του τρίτου γκρουπ αγχώθηκαν επειδή κάποιοι έκριναν πως έχουν ανάγκη… προσευχής. Συμπέρασμα; Η προσευχή δεν έχει μεγαλύτερη επίδραση στην υγεία μας από ένα οιοδήποτε φάρμακο placebo (σκέτη ζάχαρη με νεράκι). Ούτε επιβεβαιώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού, εκτός από το γεγονός ότι, αν υπάρχει, έχει έφεση στο χιούμορ. Το κατάμαυρο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο