Της Ελισσάβετ Φελώνη*

Τα πρώτα σημάδια επιστροφής στην κανονικότητα είναι εμφανή, με τη νέα πραγματικότητα στην μετά COVID-19 εποχή να έρχεται «εμπλουτισμένη» σε πολλά επίπεδα. Έτσι και η τηλεκπαίδευση, ή καλύτερα με τον γενικότερο όρο η «εξ αποστάσεως διδασκαλία», εμφανίστηκε στη ζωή μας ως αναγκαιότητα, στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας και φαίνεται πως δεν θα είναι κάτι παροδικό.

Μπορεί στο μυαλό όλων μας να συνδέεται με μια σειρά από εμπόδια για την κοινωνικοποίηση, την αλληλεπίδραση, το πνεύμα συλλογικότητας και συνεργασίας σε κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα, -που ωστόσο στην τριτοβάθμια, με εξαίρεση τις βιωματικού ή εργαστηριακού τύπου δραστηριότητες, η λειτουργία της ήταν ευκολότερη καθώς τα μαθήματα διεξάγονται κυρίως με τη μορφή διάλεξης-, όμως, όπως όλες οι διδακτικές προσεγγίσεις πρέπει να εξετάζονται πάντα υπό το πρίσμα της αποτελεσματικότητας ως προς την επίτευξη των σχετικών στόχων, έτσι και η τηλεκπαίδευση είναι πολλά περισσότερα από όσα έχουμε δει τον τελευταίο χρόνο και για τον λόγο αυτό θεωρώ πως είναι κάτι που ήρθε για να μείνει – και πρέπει να μείνει.

Η παράλληλη αυτή μορφή μάθησης, μπορεί να εξυπηρετήσει πολύ περισσότερες ανάγκες από αυτές που είδαμε όλη αυτή την περίοδο και η προοπτική αξιοποίησής της συνδέεται με έναν ρόλο συμπληρωματικό, όχι δηλαδή ως βασική μορφή εκπαίδευσης, αλλά ως ένα σύγχρονο μέσο διάχυσης γνώσης και βαθύτερης εμπέδωσης, που θα ενισχύσει τις εφαρμοζόμενες πρακτικές σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Ο συνδυασμός τηλεκπαίδευσης και δια ζώσης εκπαίδευσης και αυτό που ονομάζουμε «μοντέλα μικτής μάθησης» έρχονται να καλύψουν ένα κενό ανάμεσα στους επιδιωκόμενους εκπαιδευτικούς στόχους, στον τρόπο με τον οποίο αποκτώνται τα πνευματικά εφόδια και οι εξειδικευμένες γνώσεις σε επιμέρους τομείς, και να ενθαρρύνουν την εξατομικευμένη μάθηση πέρα από τον παραδοσιακό ρόλο του μαθήματος εντός τάξης ή αμφιθεάτρου.

Μια συμπληρωματική πτυχή της που είναι η ασύγχρονη τηλεκπαίδευση δύναται να δώσει άλλη διάσταση και στην ενισχυτική διδασκαλία, αλλά και σε μια σειρά από επιμέρους ζητήματα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού σχεδιασμού, όπως, για παράδειγμα, για περιπτώσεις σχολείων που κλείνουν λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, μαθητών σε απομακρυσμένες περιοχές που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες, φοιτητών που παράλληλα με τις σπουδές τους εργάζονται και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν.

Ειδικότερα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ανάπτυξη ψηφιακού υλικού ανοικτής πρόσβασης και η αξιοποίηση βιντεοσκοπημένων διαλέξεων ως συμπληρωματικός διδακτικός πόρος δίνει νέα πνοή στη διαδικασία της μάθησης και επιτρέπει σε όλους τους φοιτητές να αξιοποιήσουν και εν τέλει να εφαρμόσουν τις γνώσεις που τους προσφέρονται, ακολουθώντας ένα μοντέλο μάθησης αρκετά διαφοροποιημένο από εκείνο των σχολικών τους χρόνων.

Όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες καλείται να θεραπεύσει η τηλεκπαίδευση, όπου βέβαια χρειάζεται να δοθεί και η ανάλογη σημασία και μέριμνα από τους εμπλεκόμενους φορείς, καθώς απαιτεί μια σειρά από διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαχείριση του ακροατηρίου, τον σχεδιασμό των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, ακόμα και τον τρόπο αξιολόγησης. Ειδικότερα για τα πανεπιστήμια που προσωπικά αναφέρομαι, επιβάλλεται να έχουν το ζωτικό χώρο να πάρουν τις αποφάσεις που ανταποκρίνονται στις δικές τους ανάγκες και ιδιαιτερότητες, οι οποίες και προκύπτουν και από το εκάστοτε πρόγραμμα σπουδών (λ.χ., ο μεγάλος αριθμός φοιτητών στο ακροατήριο, η ύπαρξη εργαστηρίων, κλινικών, κλπ.).

Πριν εξετάσουμε τέτοια ζητήματα, θα πρέπει να φροντίσουμε για ένα ορθολογικό, σύγχρονο και ευέλικτο θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο για να εξασφαλιστούν οι ίσες ευκαιρίες πρόσβασης διδασκόντων και διδασκομένων στο διαδίκτυο και τις υλικοτεχνικές υποδομές. Η προσωπική εμπειρία που απέκτησα αυτόν τον χρόνο στο πλαίσιο εφαρμογής της τηλεκπαίδευσης στην τριτοβάθμια έδειξε ότι οι σημερινοί φοιτητές δείχνουν προσαρμοστικότητα, καθώς είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων, όμως εντοπίστηκαν οι συνήθεις δυσκολίες στην μεταξύ τους συνεργασία και την ενεργό συμμετοχή στο μάθημα, στοιχεία που ναι μεν εκδηλώνονται ενισχυμένα από απόσταση αλλά μπορούν να ελεγχθούν και να δουλευτούν πιο συστηματικά.

Από την δική μας πλευρά οι διδάσκοντες θέλω να πιστεύω πως αξιοποιήσαμε την αλλαγή που έφερε αιφνίδια η πανδημία και στον τομέα της εκπαίδευσης, βλέποντας στην πράξη πώς μπορούν να εφαρμοστούν όλα αυτά σε ρεαλιστικό επίπεδο.

Αξίζει να αντιμετωπίσουμε την εξ αποστάσεως εκπαίδευση ως ευκαιρία που θα συμβάλλει στη θεμελίωση μιας εκσυγχρονισμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας για την διαχείριση των συνεχώς αυξανόμενων απαιτήσεων της σημερινής εποχής. Κυρίως όμως, την εποχή που οι αποστάσεις εξαλείφονται, αποτελεί ανάγκη να αξιοποιήσουμε τα σύγχρονα μέσα που παρέχει η τεχνολογία και να έρθουμε πιο κοντά στις απαιτήσεις του μέλλοντος. Αναπόφευκτα οι κοινωνίες αλλάζουν και οι  άνθρωποι προσαρμόζονται. Στις συνθήκες αυτές, ο τρόπος μετάδοσης της γνώσης οφείλει να εξελίσσεται συνεχώς και να εναρμονίζεται στα δεδομένα του αύριο.

  • Η Δρ. Ελισσάβετ Φελώνη είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο