Στοιχείο πρώτο. Ενας πανεπιστημιακός καταγράφει «Τα πολιτικά διδάγματα από την πανδημία».

Ποια είναι αυτά; Η «κρατική προπαγάνδα», τα «λαδωμένα μεγάλα κανάλια», η «χοντροκομμένη προπαγάνδα», η «απροκάλυπτη λογοκρισία».

Και καταλήγει στο μυστηριώδες συμπέρασμα ότι «το στόμα της χώρας έχει φιμωθεί στο όνομα του πλουραλισμού και της πολυφωνίας» (Ν. Χατζηνικολάου, 11/4).

Αν αυτά είναι τα πολιτικά διδάγματα από την πανδημία, τότε ο εμβολιασμός είναι όντως περιττός για ορισμένες κατηγορίες πολιτών.

Στοιχείο δεύτερο. Μια πανεπιστημιακός διαπιστώνει «σύμπλευση κυβέρνησης και ΜΜΕ που δημιουργεί τις προϋποθέσεις κυριαρχίας στη δημόσια σφαίρα».

Ετσι «η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να συνδεθεί με την κοινωνία (…) έχει να κάνει φυσικά με τον αποκλεισμό του από τα ΜΜΕ» (Φανή Κουντούρη, «Εποχή», 11/4).

Οτι η κοινωνία μπορεί απλώς να δείχνει περιορισμένο ενδιαφέρον για όσα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέρασε καν από το μυαλό της.

Στοιχείο τρίτο. «Η δημιουργία μιας προοδευτικής αριστερής κυβέρνησης δεν είναι μόνο κοινωνικό αίτημα, είναι κοινωνική και ιστορική αναγκαιότητα» (Δ. Βίτσας, 10/4).

Το «κοινωνικό αίτημα» δεν προκύπτει από κανέναν δείκτη που μετράει τα κοινωνικά αιτήματα.

Η δε «κοινωνική και ιστορική αναγκαιότητα» αποτελεί τόσο αδιαμφισβήτητο επιστημονικό αξίωμα όσο ότι «Ο Ιησούς Χριστός νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει».

Τι θέλω να δείξω με αυτές τις αναφορές; Οτι ένας πολιτικός χώρος προσπαθεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα μέσα από μια απέραντα υποκειμενική κι αυθαίρετη πρόσληψή της.

«Ετσι είναι επειδή έτσι νομίζουν».

Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό και γι’ αυτό έχει ίσως περισσότερο ενδιαφέρον από εκείνους που το υπηρετούν.

Δεν θα αναφερθώ λοιπόν στον ανισόρροπο παροξυσμό της τετραετίας 2011 – 2015 που απαιτούσε από κάθε λογικό άνθρωπο στη χώρα μας να υποκύψει στον ανορθολογισμό ενός ταραγμένου από τα γεγονότα πλήθους.

Ούτε θα επιστρατεύσω τις πιο χτυπητές περιπτώσεις ασυνάρτητης και συνήθως ψευδούς αρλουμπολογίας, όπως του Τραμπ ή του Μπολσονάρο.

Θα επικαλεστώ τον πρόεδρο Μακρόν που έλεγε ότι «το πρόβλημα – κλειδί για μένα είναι η σύνθλιψη των ιεραρχιών που έχει επιφέρει η κοινωνία του διαρκούς σχολιασμού».

Και συνεχίζει.

«Η αίσθηση ότι όλα αξίζουν το ίδιο, ότι όλα τα λεγόμενα ισούνται. Η φωνή κάποιου που δεν είναι ειδικός αλλά έχει γνώμη για τον κορωνοϊό λογίζεται όσο και η φωνή ενός επιστήμονα».

Αποτέλεσμα; «Τελικά καταλήγουμε να μην πιστεύουμε σε τίποτα» («L’Express», 22/12/20).

Ή, συμπληρώνω εγώ, να τα πιστεύουμε όλα. «Γίναμε ένα έθνος 66 εκατομμυρίων εισαγγελέων» προσέθετε ο Μακρόν λίγο αργότερα (21/1).

Στη χώρα μας ό,τι παπάρα αναγραφεί ή αναρτηθεί κάπου γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαπραγμάτευσης. «Ο Φουρθιώτης κρατάει την κυβέρνηση», την οποία προηγουμένως κρατούσε ο Λιγνάδης.

Σε αυτήν «την κοινωνία της κουβέντας» συντείνουν από τη φύση τους και τα (λεγόμενα) Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Δίνοντας στο καθένα τη δυνατότητα να πει την κουβέντα του, καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι η κουβέντα του καθενός ενδιαφέρει κι ενδεχομένως μετράει.

Επειδή όμως σπανίως ενδιαφέρει και συνήθως δεν μετράει τροφοδοτούνται αισθήματα ματαίωσης ή απόρριψης. Και συσσωρεύονται αποθέματα κοινωνικής μνησικακίας.

«Αναψε το Twitter» είναι μια συνήθης επωδός εφημερίδων ή ιστότοπων που θέλουν να δείξουν ότι κάποιοι τούς παίρνουν υπόψη τους.

Και φυσικά ακολουθεί «ο αποκλεισμός του ΣΥΡΙΖΑ από τα ΜΜΕ» που λέγαμε παραπάνω – τα οποία συμβαίνει να κάνουν απλώς τη δουλειά τους όπως τη νομίζουν.

Πριν από μερικές μέρες, η «Monde» δημοσίευσε μια ενδιαφέρουσα έρευνα με τίτλο «Η έλευση της κοινωνίας του σχολιασμού» (10/4). Η γενική ιδέα είναι ότι στα τηλεοπτικά πλατό, στα ραδιόφωνα ή στο Διαδίκτυο όλοι σχολιάζουν συνεχώς κάτι. Είναι άραγε δημοκρατία ή φρενοκομείο;

Θα επισυνάψω και τη δική μου παρατήρηση από την εθνική εποποιία του «αντιμνημονιακού αγώνα». Τότε συνειδητοποίησα ότι ελάχιστοι συμπολίτες μας ενδιαφέρονται να ενημερωθούν ή έστω να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Δεν θέλουν καν να ακούσουν.

Ενδιαφέρονται κυρίως για τον αντίλαλο του δικού τους σχολιασμού των πραγμάτων, την επιβεβαίωση των δικών τους πεποιθήσεων, τη δικαίωση των δικών τους προσδοκιών.

Μόνο όταν πιστεύεις ότι η πραγματικότητα δεν έχει κάτι το αντικειμενικό κι ότι είναι μέγεθος επιλέξιμο μπορείς να κατηγορείς εκείνους που δεν σου παρουσιάζουν την πραγματικότητα που θέλεις.

Δηλαδή την «κοινωνική και ιστορική αναγκαιότητα» που θα ξανακάνει υπουργό τον Ραγκούση.

Προ ημερών άκουγα σε ένα ραδιόφωνο κάποιον (υποτίθεται) δημοσιογράφο να διαβεβαιώνει ότι «ο κορωνοϊός δεν κολλάει στις διαδηλώσεις» (14/4).

Προφανώς. Υποθέτω ότι «η κοινωνική και ιστορική αναγκαιότητα» που ψηφίζει δαγκωτό Αριστερά δεν θα επιτρέψει τέτοια μεταδοτικότητα.

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί αυτό το φαινόμενο στο μέλλον. Ηδη όμως αποτελεί μια βραδυφλεγή νάρκη στα θεμέλια της δημοκρατίας.

Οσοι κατέκριναν τις αρλούμπες, τις ανοησίες και τα ψέματα που ο Τραμπ αναρτούσε ασταμάτητα κι ανεμπόδιστα στο Διαδίκτυο υποτιμούν ένα στοιχείο: ότι ακόμη κι η μεγαλύτερη αρλούμπα ή το πιο τερατώδες ψέμα θα βρει κάποιο ακροατήριο, μικρότερο ή μεγαλύτερο.

Κι αυτό επειδή τα αντισώματα της δημοκρατίας (και πρώτα του Τύπου) απέναντι στο ψευδές και στο ανορθολογικό έχουν αδυνατίσει ή έχουν υπονομευθεί.

Ετσι το «τελικά καταλήγουμε να μην πιστεύουμε σε τίποτα» που λέει ο Μακρόν καταντάει όχι μόνο κοινωνική πληγή αλλά και πολιτική απειλή.

Διότι μόνο η δημοκρατική ολιγωρία και η κοινωνική δυσπιστία που την τρέφει επιτρέπουν στις ακρότητες να μεταβάλλονται σε κανόνες, στο απαράδεκτο να καθίσταται θεμιτό και στην παράνοια να αναγορεύεται σε πολιτική ή σε άποψη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο